Για περισσότερο από έναν αιώνα, οι σχέσεις Βρετανίας και Ισραήλ συνδέονται με μια ιστορία που ξεκινά ήδη από το 1917. Σήμερα, όμως, οι δύο πλευρές βρίσκονται αντιμέτωπες με μία από τις σοβαρότερες κρίσεις των τελευταίων ετών, ενώ οι εξελίξεις έχουν αντίκτυπο και στις σχέσεις του Λονδίνου με την Ουάσινγκτον.
Αφορμή αποτέλεσε η απόφαση του βρετανικού Foreign Office να επιβάλει κυρώσεις σε προϊόντα που προέρχονται από ισραηλινούς οικισμούς στη Δυτική Όχθη, προκαλώντας την έντονη αντίδραση της κυβέρνησης του Μπενιαμίν Νετανιάχου.
Η σημασία της απόφασης, ωστόσο, ξεπερνά το οικονομικό της σκέλος. Αγγίζει ευθέως ένα από τα πλέον ευαίσθητα ζητήματα της ισραηλινοπαλαιστινιακής σύγκρουσης: το μέλλον των εβραϊκών οικισμών στα εδάφη που καταλήφθηκαν από το Ισραήλ μετά τον Πόλεμο των Έξι Ημερών το 1967.
Τα ισραηλινά αντίποινα προς το Λονδίνο
Η απάντηση του Ισραήλ ήταν άμεση. Ως αντίποινα, το Τελ Αβίβ έδωσε στη Βρετανία προθεσμία 30 ημερών για να κλείσει το προξενείο της στην Ανατολική Ιερουσαλήμ, ενώ στους Βρετανούς διπλωμάτες δόθηκε διορία επτά ημερών προκειμένου να εγκαταλείψουν τη χώρα.
Η απόφαση αυτή σηματοδοτεί σημαντική επιδείνωση των σχέσεων ανάμεσα στις δύο χώρες, οι οποίες έχουν ιστορικά στενούς δεσμούς.
Η βρετανική κίνηση αφορά οικισμούς σε παλαιστινιακά εδάφη και, σύμφωνα με την επιχειρηματολογία του Λονδίνου, συνδέεται με την προσπάθεια να αντιμετωπιστούν δραστηριότητες που θεωρείται ότι επιβαρύνουν την προοπτική μιας μελλοντικής παλαιστινιακής κρατικής οντότητας.
Ο Μίλιμπαντ και η αλλαγή πολιτικής του Λονδίνου
Κεντρικό πρόσωπο στη νέα βρετανική πολιτική είναι ο υπουργός Εξωτερικών Εντ Μίλιμπαντ, ο οποίος έχει εβραϊκές ρίζες και, αν και δηλώνει άθεος, έχει περιγράψει τον εαυτό του ως «περήφανο Βρετανό Εβραίο» που στηρίζει σταθερά το κράτος του Ισραήλ.
Ο ίδιος, υπερασπιζόμενος τη νέα πολιτική, υποστήριξε ότι η κατάσταση που έχει δημιουργηθεί από τη δράση ορισμένων εποίκων στη Δυτική Όχθη έχει λάβει ανησυχητικές διαστάσεις.
Ο Μίλιμπαντ έκανε λόγο για έξαρση της βίας των εποίκων και υποστήριξε ότι αυτή συνδέεται με την απομάκρυνση Παλαιστινίων από περιοχές της Δυτικής Όχθης, ενώ κατηγόρησε την ισραηλινή κυβέρνηση ότι έχει επιδείξει ανοχή απέναντι σε τέτοιες πρακτικές.
Ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών χαρακτήρισε τη νέα προσέγγιση του Λονδίνου ως μια «επανεκκίνηση» της βρετανικής πολιτικής.
Από το BDS στις κυρώσεις κατά των οικισμών
Η αλλαγή αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν συγκριθεί με τη στάση της προηγούμενης συντηρητικής κυβέρνησης.
Η κυβέρνηση των Συντηρητικών είχε προωθήσει νομοθεσία που ικανοποιούσε αιτήματα της ισραηλινής πλευράς και αφορούσε το κίνημα BDS – Μποϊκοτάζ, Αποεπένδυση και Κυρώσεις.
Το σχετικό νομοσχέδιο, που αντιμετώπιζε τις εκκλήσεις για BDS κατά του Ισραήλ ως ζήτημα που συνδεόταν με τον αντισημιτισμό, τελικά μπήκε στο αρχείο από τον Σερ Κιρ Στάρμερ. Παράλληλα, όμως, η κυβέρνησή του διατήρησε αρχικά την αντίθεση απέναντι σε κινήματα BDS.
Η σημερινή κατάσταση δείχνει μια διαφορετική προσέγγιση. Το Λονδίνο πλέον αποδέχεται την επιβολή οικονομικών μέτρων που στοχεύουν συγκεκριμένα τη δραστηριότητα των ισραηλινών οικισμών, χωρίς να θεωρεί ότι κάθε οικονομική πίεση προς το Ισραήλ συνιστά αυτομάτως επίθεση κατά των Εβραίων.
Το πρόβλημα με την προέλευση των προϊόντων
Η εφαρμογή των κυρώσεων, ωστόσο, δεν είναι απλή υπόθεση. Ένα από τα βασικά προβλήματα είναι ότι προϊόντα που παράγονται σε ισραηλινούς οικισμούς της Δυτικής Όχθης μπορεί να φέρουν ένδειξη προέλευσης που παραπέμπει στο Ισραήλ.
Έτσι, ένας Βρετανός εισαγωγέας ή καταναλωτής που θέλει να αποφύγει προϊόντα από τους συγκεκριμένους οικισμούς μπορεί να αντιμετωπίσει δυσκολίες στον ακριβή εντοπισμό της προέλευσής τους.
Αυτό δημιουργεί έναν επιπλέον κίνδυνο: προκειμένου να αποφύγουν την παραβίαση των κυρώσεων, εισαγωγείς και καταναλωτές θα μπορούσαν να επιλέξουν να αποκλείσουν ευρύτερα ισραηλινά προϊόντα.
Κάτι τέτοιο θα είχε σαφώς μεγαλύτερες οικονομικές και πολιτικές συνέπειες και αποτελεί εξέλιξη που το Ισραήλ επιδιώκει να αποτρέψει.
Στο επίκεντρο και το σχέδιο E1
Η βρετανική στάση συνδέεται και με την ανησυχία για το σχέδιο E1, μια μεγάλη επέκταση της Ιερουσαλήμ προς τη Δυτική Όχθη.
Οι επικριτές του σχεδίου υποστηρίζουν ότι η υλοποίησή του θα μπορούσε να διακόψει την εδαφική συνέχεια μεταξύ περιοχών της Δυτικής Όχθης και να δυσκολέψει ακόμη περισσότερο τη δημιουργία ενός βιώσιμου παλαιστινιακού κράτους.
Για το Λονδίνο, η επιβολή κυρώσεων στους οικισμούς εντάσσεται σε αυτή τη γενικότερη προσπάθεια άσκησης πίεσης για την προστασία της προοπτικής μιας λύσης δύο κρατών.
Η νέα κόντρα αγγίζει και την Ουάσινγκτον
Η βρετανική απόφαση δεν δημιουργεί ένταση μόνο με την κυβέρνηση Νετανιάχου. Υπάρχει πλέον και το ενδεχόμενο να επηρεάσει τις σχέσεις του Λονδίνου με τον Λευκό Οίκο.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν κινηθεί τα τελευταία χρόνια με πολύ διαφορετικό τρόπο απέναντι στο Ισραήλ. Η αμερικανική κυβέρνηση έχει, μεταξύ άλλων, επιβάλει κυρώσεις σε νομικούς του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, μετά την άσκηση δίωξης κατά του Μπενιαμίν Νετανιάχου και του τότε υπουργού Άμυνας Γιοάβ Γκάλαντ για φερόμενα εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Από αμερικανικής πλευράς, η βρετανική πολιτική έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις.
Η σκληρή επίθεση του Αμερικανού πρέσβη
Χαρακτηριστική ήταν η αντίδραση του Αμερικανού πρέσβη στο Ισραήλ, Μάικ Χάκαμπι, ο οποίος μέσω της πλατφόρμας X επέκρινε με ιδιαίτερα σκληρούς χαρακτηρισμούς τη βρετανική κυβέρνηση.
Ο ίδιος υποστήριξε ότι οι Βρετανοί «έχουν χάσει τα λογικά τους» και κατηγόρησε την κυβέρνηση του Λονδίνου για εχθρική στάση απέναντι στους Εβραίους, υποστηρίζοντας παράλληλα ότι δεν σέβεται τα πραγματικά γεγονότα.
Η παρέμβαση αυτή δείχνει ότι η διαφωνία για τους ισραηλινούς οικισμούς δεν περιορίζεται πλέον στις σχέσεις Βρετανίας και Ισραήλ, αλλά αγγίζει και τη διατλαντική σχέση.
Η διαφορετική εικόνα μέσα στο ίδιο το Ισραήλ
Παρά την έντονη αντίδραση της ισραηλινής κυβέρνησης, δεν υπάρχει απόλυτη ομοφωνία στο εσωτερικό του Ισραήλ για τη δράση των εποίκων.
Υπάρχουν Ισραηλινοί που θεωρούν ιδιαίτερα προβληματική τη βίαιη και μεσσιανική ιδεολογία ορισμένων ομάδων εποίκων, ενώ κάποιοι φτάνουν στο σημείο να τους χαρακτηρίζουν πηγή εθνικής ντροπής.
Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι όλοι όσοι επικρίνουν τη βία των εποίκων θεωρούν παράνομους όλους τους ισραηλινούς οικισμούς στη Δυτική Όχθη.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η κριτική του πρώην πρωθυπουργού Εχούντ Ολμέρτ, ο οποίος είχε κατηγορήσει τον Μπενιαμίν Νετανιάχου ότι οδηγεί το Ισραήλ στη θέση ενός διεθνούς παρία.
Η παλαιστινιακή πλευρά χαιρετίζει τη βρετανική απόφαση
Από την άλλη πλευρά, η αντίδραση των Παλαιστινίων ήταν σαφώς θετικότερη. Το παλαιστινιακό υπουργείο Εξωτερικών χαιρέτισε την απόφαση για την επιβολή κυρώσεων, ζητώντας όμως να ακολουθήσουν «άμεσα και συγκεκριμένα μέτρα» για τον τερματισμό της ισραηλινής εποικιστικής δραστηριότητας.
Στο Λονδίνο, ο Παλαιστίνιος πρέσβης Δρ. Χουσάμ Ζόμλοτ χαρακτήρισε την απόφαση της βρετανικής κυβέρνησης «σημείο καμπής» στις σχέσεις Ηνωμένου Βασιλείου και Παλαιστίνης.
Υποστήριξε ότι τα «γενναία βήματα» της Βρετανίας μπορούν να συμβάλουν στην πορεία προς την ανεξαρτησία ενός παλαιστινιακού κράτους στα σύνορα του 1967, με πρωτεύουσα την Ανατολική Ιερουσαλήμ.
Οι προοπτικές για λύση δύο κρατών
Παρά τις διεθνείς πιέσεις, πάντως, η προοπτική δημιουργίας ενός βιώσιμου παλαιστινιακού κράτους παραμένει εξαιρετικά δύσκολη.
Η επέκταση των οικισμών στη Δυτική Όχθη, η πολιτική αντιπαράθεση στο Ισραήλ και η συνεχιζόμενη σύγκρουση έχουν περιορίσει σημαντικά τα περιθώρια για την εφαρμογή της λύσης των δύο κρατών.
Παράλληλα, δεν υπάρχουν μέχρι στιγμής σαφείς ενδείξεις ότι η συντονισμένη δράση 12 χωρών μπορεί από μόνη της να ανατρέψει την πορεία των εξελίξεων στη Δυτική Όχθη.
Το ερώτημα που παραμένει είναι αν οι κυρώσεις μπορούν να μετατραπούν σε ουσιαστική πολιτική πίεση.
Το προηγούμενο του 1991
Η ιστορία δείχνει ότι η πραγματική αλλαγή στάσης απέναντι στην ισραηλινή εποικιστική πολιτική έχει στο παρελθόν προέλθει κυρίως από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Το 1991, ο πρόεδρος Τζορτζ Χ. Ου. Μπους και ο υπουργός Εξωτερικών του, Τζέιμς Μπέικερ, είχαν απειλήσει να παρακρατήσουν εγγυήσεις δανείων ύψους 10 δισ. δολαρίων, περίπου 8,5 δισ. ευρώ, από την κυβέρνηση του Ισραηλινού πρωθυπουργού Γιτζάκ Σαμίρ.
Η αμερικανική πίεση συνδεόταν με την άρνηση της ισραηλινής κυβέρνησης να δεσμευτεί ότι τα συγκεκριμένα κονδύλια δεν θα χρησιμοποιούνταν για τη χρηματοδότηση εποικιστικής δραστηριότητας στα κατεχόμενα εδάφη.
Σήμερα, ωστόσο, ο Ντόναλντ Τραμπ δεν έχει δείξει αντίστοιχη διάθεση να χρησιμοποιήσει την αμερικανική επιρροή για να περιορίσει τα σχέδια της κυβέρνησης Νετανιάχου σχετικά με τους εποικισμούς.
Η Γάζα και η διεθνής πίεση
Την ίδια στιγμή, η κατάσταση στη Γάζα έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις διεθνώς. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται στο αρχικό ρεπορτάζ, περίπου 70.000 άνθρωποι έχουν σκοτωθεί, μεταξύ των οποίων περισσότερες από 45.000 γυναίκες και παιδιά, μετά την έναρξη του πολέμου που ακολούθησε την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου.
Οι εξελίξεις έχουν προκαλέσει σοβαρές ανησυχίες ακόμη και σε φιλελεύθερες εβραϊκές οργανώσεις ανά τον κόσμο, πολλές από τις οποίες υποστηρίζουν εδώ και χρόνια τη λύση των δύο κρατών ως τρόπο διασφάλισης της ασφάλειας τόσο των Ισραηλινών όσο και των Παλαιστινίων.
Παράλληλα, η κατάσταση στη Δυτική Όχθη παραμένει ιδιαίτερα τεταμένη, με καταγγελίες για βίαιες επιθέσεις εποίκων και εκτοπισμούς Παλαιστινίων από τις εστίες τους.
Από τη Διακήρυξη Μπάλφουρ στη σημερινή κρίση
Για να κατανοήσει κανείς το βάθος της σημερινής αντιπαράθεσης, πρέπει να επιστρέψει περισσότερο από έναν αιώνα πίσω.
Η αφετηρία βρίσκεται στο 1917, όταν η Βρετανία εξέδωσε τη γνωστή Διακήρυξη Μπάλφουρ, την επιστολή του τότε υπουργού Εξωτερικών Τζέιμς Μπάλφουρ προς τον Λόρδο Ρότσιλντ.
Σε αυτήν, η βρετανική κυβέρνηση εξέφραζε την υποστήριξή της στην ίδρυση στην Παλαιστίνη μιας «εθνικής εστίας για τον εβραϊκό λαό», υπογραμμίζοντας ταυτόχρονα ότι δεν θα έπρεπε να θιγούν τα αστικά και θρησκευτικά δικαιώματα των μη εβραϊκών κοινοτήτων που ζούσαν ήδη στην περιοχή.
Για μεγάλο μέρος της εβραϊκής διασποράς, η Διακήρυξη Μπάλφουρ αποτέλεσε ιστορικό ορόσημο στην πορεία προς τη δημιουργία εβραϊκού κράτους.
Για τον αραβικό κόσμο, αντίθετα, η ίδια απόφαση αντιμετωπίστηκε ως αποικιοκρατική παρέμβαση μιας αυτοκρατορικής δύναμης που έδινε υποσχέσεις για το μέλλον μιας περιοχής την οποία διοικούσε.
Έναν αιώνα αργότερα, οι ρόλοι έχουν αλλάξει
Περισσότερα από εκατό χρόνια μετά, η Βρετανία, που αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες στην ιστορική πορεία που οδήγησε στη δημιουργία του Ισραήλ, βρίσκεται πλέον σε ανοιχτή αντιπαράθεση με την κυβέρνηση του Τελ Αβίβ για το ζήτημα των οικισμών.
Το Λονδίνο επιχειρεί να παρουσιάσει τη νέα πολιτική ως αλλαγή πορείας και ως προσπάθεια προστασίας της προοπτικής μιας λύσης δύο κρατών.
Το Ισραήλ, από την πλευρά του, απαντά με διπλωματικά αντίποινα, ενώ η Ουάσινγκτον εμφανίζεται σαφώς πιο κοντά στις θέσεις της ισραηλινής κυβέρνησης.
Έτσι, μια απόφαση που ξεκίνησε ως διαφωνία για εμπορικές κυρώσεις εξελίσσεται σε μια ευρύτερη διπλωματική κρίση, η οποία αγγίζει την ιστορική σχέση Βρετανίας και Ισραήλ, την πολιτική της κυβέρνησης Νετανιάχου, τη στάση των ΗΠΑ και, τελικά, το ίδιο το μέλλον της ισραηλινοπαλαιστινιακής σύγκρουσης.


















