Ο Μερτς είχε εκλεγεί με κεντρική υπόσχεση την οικονομική αναζωογόνηση της μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρώπης, ωστόσο μέχρι στιγμής τα αποτελέσματα δεν φαίνεται να ανταποκρίνονται στις προσδοκίες της κοινής γνώμης. Με την πίεση να αυξάνεται, ο καγκελάριος εμφανίζεται να αποδίδει μέρος των ευθυνών σε εξωτερικούς παράγοντες, όπως ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή και η γραφειοκρατία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με το Politico.
Σε μια ασυνήθιστη δημόσια τοποθέτηση προς μαθητές σε σχολείο της γενέτειράς του, ο Μερτς άσκησε κριτική στη στάση των Ηνωμένων Πολιτειών απέναντι στη σύγκρουση με το Ιράν, συνδέοντας τον πόλεμο με την οικονομική επιβάρυνση της Γερμανίας.
«Μας κοστίζει πολλά χρήματα – πολλά χρήματα των φορολογουμένων – και μας κοστίζει σε οικονομική ισχύ», δήλωσε, προσθέτοντας ότι «αυτός ο πόλεμος κατά του Ιράν έχει άμεσο αντίκτυπο στην οικονομική μας επίδοση και πρέπει να τερματιστεί το συντομότερο δυνατό».
Οι δηλώσεις αυτές προκάλεσαν την αντίδραση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος απάντησε με αιχμηρό ύφος, αφήνοντας αιχμές για τη στάση του Βερολίνου: «Είναι εντάξει με το να αποκτήσει το καθεστώς της Τεχεράνης πυρηνικά όπλα. Δεν ξέρει για τι μιλάει! Δεν είναι περίεργο που η Γερμανία τα πηγαίνει τόσο άσχημα, οικονομικά και αλλιώς», ανέφερε.
Πίσω από την επιλογή του Μερτς να ασκήσει κριτική προς τις ΗΠΑ φαίνεται να υπάρχει και πολιτική στόχευση, καθώς τόσο ο πόλεμος με το Ιράν όσο και ο Τραμπ είναι αντιδημοφιλή ζητήματα στη γερμανική κοινή γνώμη.
Παράλληλα, ο Γερμανός καγκελάριος στρέφεται και προς τις Βρυξέλλες, κατηγορώντας την Ευρωπαϊκή Ένωση για υπερβολική ρύθμιση που περιορίζει την ανταγωνιστικότητα. Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στους κανόνες για την τεχνητή νοημοσύνη, ζητώντας πιο ευέλικτο πλαίσιο για τη βιομηχανία.
Η πίεση προς την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν για μείωση της γραφειοκρατίας και δημοσιονομικές περικοπές εντάσσεται στην ίδια πολιτική κατεύθυνση, όπως επισημαίνει το Politico.
«Μόνο ως ισχυρό οικονομικό κέντρο μπορούμε να είμαστε ισχυρός διεθνής παίκτης», σημείωσε ο ευρωβουλευτής της συντηρητικής παράταξης Στέφαν Μπέργκερ, υπογραμμίζοντας την ανάγκη περιορισμού της γραφειοκρατίας ώστε οι επιχειρήσεις να ενισχύσουν την παραγωγή τους.
Η πολιτική φθορά του Μερτς αποτυπώνεται και στις δημοσκοπήσεις, καθώς καταγράφει χαμηλές επιδόσεις δημοτικότητας, ενώ η κυβερνητική αποδοχή βρίσκεται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Την ίδια στιγμή, η «Εναλλακτική για τη Γερμανία» (AfD) ενισχύεται, εκμεταλλευόμενη τη δυσαρέσκεια για την οικονομία και το ενεργειακό κόστος, φτάνοντας σε ορισμένες μετρήσεις στην πρώτη θέση.
Ωστόσο, τα περιθώρια κινήσεων της κυβέρνησης είναι περιορισμένα, καθώς η γερμανική οικονομία παραμένει έντονα εξαρτημένη από τις εξαγωγές και επηρεάζεται από διεθνείς κρίσεις και γεωπολιτικές εντάσεις.
Οι προσπάθειες τόνωσης της οικονομίας μέσω αυξημένων δαπανών για υποδομές και άμυνα δεν είχαν τα αναμενόμενα αποτελέσματα, ενώ παράλληλα δημιουργούνται δημοσιονομικά κενά που οδηγούν σε νέες περικοπές.
Την ίδια ώρα, οι αναγκαίες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις καθυστερούν λόγω εσωτερικών αντιπαραθέσεων στον κυβερνητικό συνασπισμό με τους Σοσιαλδημοκράτες, κυρίως σε ζητήματα όπως η υγεία, η φορολογία και το συνταξιοδοτικό.
«Θα μπλοκάρω κάθε προσπάθεια υπονόμευσης των δικαιωμάτων των εργαζομένων», δήλωσε η Μπέρμπελ Μπας, αναδεικνύοντας το εύθραυστο πολιτικό κλίμα.
Σύμφωνα με το Politico, η κατάσταση θυμίζει τις εντάσεις που οδήγησαν στην πτώση της κυβέρνησης Σολτς το 2024.
Παρά τις εξωτερικές αιτιάσεις του Μερτς, εκπρόσωποι της γερμανικής βιομηχανίας επισημαίνουν ότι τα βασικά προβλήματα είναι εσωτερικά.
«Δεν είμαστε πλέον ανταγωνιστικοί ως επιχειρηματική τοποθεσία», τόνισε ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας Γερμανικών Βιομηχανιών Πέτερ Λάιμπλινγκερ, προσθέτοντας ότι οι γεωπολιτικές εξελίξεις απλώς επιδείνωσαν υπάρχουσες αδυναμίες.
«Σε εμάς έγκειται η αιτία», κατέληξε χαρακτηριστικά, συνοψίζοντας το βασικό δίλημμα της κυβέρνησης Μερτς ανάμεσα στην απόδοση ευθυνών στο εξωτερικό και στις αναγκαίες εσωτερικές μεταρρυθμίσεις.

