Οι γαλλικές διαδηλώσεις δεν μπορούν να ερμηνεύονται αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα της μετανάστευσης, της ισλαμικής επιρροής ή των υποτιθέμενων πολιτισμικών συγκρούσεων.

Γράφει ο Δημοσθένης Δαββέτας, καθηγητής Φιλοσοφίας της Τέχνης, ποιητής, εικαστικός, γεωπολιτιστικός αναλυτής
Αυτή η προσέγγιση, που συχνά κυριαρχεί στον δημόσιο λόγο, κινδυνεύει να αποκρύψει το ουσιαστικό πολιτικό τους περιεχόμενο: την κοινωνική δυσαρέσκεια των Γάλλων πολιτών, την οικονομική ανασφάλεια και την αντίθεση σε μια πολιτική εξουσία που ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας θεωρεί απομακρυσμένη από τις ανάγκες του. Το μέτρο μιας κοινωνικής εξέγερσης δεν είναι η καταγωγή των ανθρώπων που συμμετέχουν, αλλά τα αιτήματα που τους κινητοποιούν. Οταν η εργασία δεν εξασφαλίζει αξιοπρεπή ζωή, όταν η αγοραστική δύναμη περιορίζεται, όταν οι δημόσιες υπηρεσίες δοκιμάζονται και όταν οι πολίτες αισθάνονται ότι οι πολιτικές αποφάσεις λαμβάνονται ερήμην τους, τότε η κοινωνική σύγκρουση αποκτά βαθύτερο χαρακτήρα. Γίνεται αμφισβήτηση ενός ολόκληρου τρόπου διακυβέρνησης.
Στη Γαλλία του Εμανουέλ Μακρόν η δυσαρέσκεια αυτή συνδέεται με την αντίληψη ότι η οικονομική αποτελεσματικότητα και η δημοσιονομική πειθαρχία προηγούνται συχνά της κοινωνικής προστασίας. Οι μεταρρυθμίσεις στο συνταξιοδοτικό, οι πιέσεις στο κοινωνικό κράτος και η κρίση εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς έχουν ενισχύσει την αίσθηση ότι η πολιτική εξουσία δεν ακούει επαρκώς την κοινωνία. Η αντίδραση, επομένως, δεν αφορά μόνο συγκεκριμένα μέτρα. Αφορά το ποιος αποφασίζει, για ποιον και με ποια δημοκρατική νομιμοποίηση.
Υπάρχει, ωστόσο, μια δεύτερη διάσταση: η εμφάνιση μιας νέας γενιάς πολιτών με διαφορετικές οικογενειακές καταγωγές, χρώματα και πολιτισμικές αναφορές, οι οποίοι διαμορφώνουν κοινές εμπειρίες ζωής. Για πολλούς από αυτούς τους νέους, η καθημερινότητα δεν οργανώνεται πρωτίστως γύρω από τις διαφορές των προγόνων τους. Οργανώνεται γύρω από το σχολείο, την εργασία, τις κοινές γειτονιές, τις οικονομικές δυσκολίες και την επιθυμία για κοινωνική αναγνώριση. Οι πολιτισμικές τους διαφορές δεν εξαφανίζονται αλλά παύουν να αποτελούν εμπόδια στην κοινή δράση.
Η ιδέα ότι οι άνθρωποι είναι καταδικασμένοι να συγκρούονται εξαιτίας της καταγωγής τους δεν περιγράφει όλες τις μορφές της σύγχρονης γαλλικής κοινωνίας. Σε πολλές περιπτώσεις, η κοινή κοινωνική εμπειρία δημιουργεί δεσμούς ισχυρότερους από τις κληρονομημένες διαφορές. Δεν πρέπει, βέβαια, να εξιδανικεύουμε αυτή τη συνύπαρξη. Οι φυλετικές διακρίσεις, οι κοινωνικοί αποκλεισμοί και οι πολιτισμικές εντάσεις εξακολουθούν να υπάρχουν. Ούτε κάθε νέος συμμερίζεται τις ίδιες πολιτικές απόψεις. Ωστόσο, αναδύεται μια δυνατότητα: η συγκρότηση μιας συλλογικής ταυτότητας που δεν απαιτεί από όλους να έχουν την ίδια καταγωγή, αλλά τους επιτρέπει να διεκδικούν ισότιμη θέση στην ίδια κοινωνία.
Η νέα γενιά δεν διεκδικεί μόνο καλύτερους μισθούς ή περισσότερες ευκαιρίες, αλλά θέλει να αναγνωρίζεται ως ισότιμος συνδιαμορφωτής της χώρας στην οποία ζει. Η βαθύτερη επανάσταση δεν είναι να αλλάξει το χρώμα ή η καταγωγή εκείνων που βρίσκονται στους δρόμους, αλλά να πάψει η καταγωγή να καθορίζει τη θέση του καθενός στην κοινωνία και να γίνει η αξιοπρέπεια το κοινό μέτρο της πολιτικής.























