Από τον Οκτώβριο, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αυξήσει τη στρατιωτική τους παρουσία στην περιοχή (Καραϊβική), ιδιαίτερα με την άφιξη, στις 16 Νοεμβρίου, του «USS Gerald Ford», του μεγαλύτερου αεροπλανοφόρου στον κόσμο. Ο αμερικανικός στρατός συνεχίζει, επίσης, να κάνει επιθέσεις εναντίον φερόμενων πλοίων διακίνησης ναρκωτικών στην Καραϊβική και τον Ανατολικό Ειρηνικό, οι οποίες έχουν φτάσει συνολικά τις 23, με αποτέλεσμα τον θάνατο 87 ανθρώπων. Διαρροές στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης αποκάλυψαν ότι στην πρώτη από αυτές τις επιχειρήσεις, στις 2 Σεπτεμβρίου, ο αμερικανικός στρατός πραγματοποίησε επαναληπτικό χτύπημα, πιθανόν σκοτώνοντας επιζώντες. Οι καταγγελίες αυτές έχουν προκαλέσει αντιδράσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες, οδηγώντας σε έρευνες στο Κογκρέσο και εγείροντας ανησυχίες για πιθανή διάπραξη εγκλημάτων πολέμου.
Παρά τις καταγγελίες, ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, δήλωσε, στις 3 Δεκεμβρίου, ότι η Ουάσιγκτον θα πραγματοποιήσει χερσαίες επιθέσεις «πολύ σύντομα». Ο Τραμπ επιβεβαίωσε, επίσης, ότι είχε τηλεφωνική συνομιλία με τον πρόεδρο της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, η οποία, σύμφωνα με δημοσιεύματα, πραγματοποιήθηκε στις 21 Νοεμβρίου. Κατά τη διάρκεια της συνομιλίας, ο Τραμπ φέρεται να αρνήθηκε το αίτημα του Μαδούρο για ευρεία ασυλία και την πρότασή του να παραιτηθεί μέσα σε τρία χρόνια, δίνοντάς του, αντίθετα, μία εβδομάδα για να εγκαταλείψει την εξουσία. Την επόμενη ημέρα από τη λήξη αυτής της προθεσμίας, στις 29 Νοεμβρίου, ο Τραμπ κήρυξε τον εναέριο χώρο της Βενεζουέλας κλειστό, οδηγώντας αρκετές αεροπορικές εταιρίες να αναστείλουν τις πτήσεις προς τη χώρα της Νότιας Αμερικής.
Η αυξανόμενη στρατιωτική παρουσία και πίεση των Ηνωμένων Πολιτειών στη Βενεζουέλα έρχονται καθώς η Ουάσιγκτον μετατοπίζει την προσοχή της προς το Δυτικό Ημισφαίριο, βασιζόμενη στο αφήγημα περί καταπολέμησης της διακίνησης ναρκωτικών και της παράνομης μετανάστευσης στην περιοχή. Καθ’ όλη τη διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας και από τότε που ανέλαβε καθήκοντα τον Ιανουάριο, ο Τραμπ έχει υποσχεθεί να αντιμετωπίσει τη διακίνηση ναρκωτικών και την παράνομη μετανάστευση προς τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτή η δέσμευση, σε συνδυασμό με την ιδεολογική αντίθεση του υπουργού Εξωτερικών και προσωρινού συμβούλου Εθνικής Ασφαλείας, Μάρκο Ρούμπιο, απέναντι στις αριστερές αυταρχικές κυβερνήσεις στη Λατινική Αμερική, έχει φέρει την περιοχή στις υψηλότερες βαθμίδες των παγκόσμιων προτεραιοτήτων των Ηνωμένων Πολιτειών. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Λευκός Οίκος έχει εντείνει τη ρητορική και στρατιωτική πίεση κατά της Βενεζουέλας, ενώ παράλληλα επιδιώκει να αποδυναμώσει τον Μαδούρο. Πέρα από την ιδεολογία, η αλλαγή καθεστώτος στη Βενεζουέλα θα δημιουργούσε, επίσης, επιχειρηματικές ευκαιρίες για αμερικανικές εταιρίες, ιδιαίτερα στους τομείς του πετρελαίου, του φυσικού αερίου και της εξόρυξης, εφόσον η αντιπολίτευση αναλάβει την εξουσία και εγκαθιδρύσει μια σταθερή κυβέρνηση στη χώρα.
Τις επόμενες εβδομάδες, οι Ηνωμένες Πολιτείες πιθανότατα θα κλιμακώσουν τη στρατιωτική τους εκστρατεία με στοχευμένα πλήγματα σε βενεζουελανικό έδαφος, καθώς οι προοπτικές διατήρησης του υφιστάμενου καθεστώτος ή υποχώρησης έχουν μειωθεί. Εν τω μεταξύ, μια διαπραγματευτική διευθέτηση ή μια πλήρους κλίμακας χερσαία εισβολή των ΗΠΑ παραμένει εξαιρετικά απίθανη. Τα γεγονότα των τελευταίων επτά εβδομάδων δεν έχουν αλλάξει την εκτίμηση του Stratfor για μια πιθανή αντιπαράθεση ΗΠΑ-Βενεζουέλας, που δημοσιεύθηκε στις 20 Οκτωβρίου. Το πιο πιθανό σενάριο εξακολουθεί να είναι η κλιμάκωση σε αεροπορικές επιθέσεις των ΗΠΑ ή επιχειρήσεις ειδικών δυνάμεων εντός βενεζουελανικού εδάφους, καθώς η Ουάσιγκτον προσπαθεί να αποδυναμώσει τον Μαδούρο και να δημιουργήσει έμμεσα τις συνθήκες για αλλαγή καθεστώτος μακροπρόθεσμα.
Τέτοιες χερσαίες επιχειρήσεις θα στόχευαν πιθανότατα τα συστήματα αεράμυνας της Βενεζουέλας, ώστε να επιτραπούν περαιτέρω αμερικανικά πλήγματα σε σημεία που συνδέονται με καρτέλ, όπως στρατόπεδα ναρκωτικών, κόμβους εφοδιασμού των καρτέλ και απομονωμένους αεροδιαδρόμους, καθώς και ορισμένα στρατιωτικά μέσα της Βενεζουέλας που χρησιμοποιούνται, επίσης, για διακίνηση ναρκωτικών. Δεδομένης της αυξημένης στρατιωτικής κινητοποίησης των ΗΠΑ στην Καραϊβική, μαζί με τις επανειλημμένες δηλώσεις του Τραμπ ότι οι χερσαίες επιθέσεις είναι επικείμενες και την επίμονη κριτική της κυβέρνησής του προς τον Μαδούρο, η πιθανότητα ενός σεναρίου στο οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες περιορίζονται μόνο σε συνεχιζόμενα πλήγματα εναντίον πλοίων ή στόχευση αεροσκαφών που φέρονται να διακινούν ναρκωτικά είναι χαμηλή.
Για τους ίδιους λόγους, ο Λευκός Οίκος αυτήν τη στιγμή είναι απίθανο να υποχωρήσει και να επιτρέψει στον Μαδούρο να εδραιώσει την εξουσία του. Ωστόσο, οι έρευνες του Κογκρέσου για πιθανά εγκλήματα πολέμου, οι δικαστικές αποφάσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες που περιορίζουν την εξουσία της εκτελεστικής Αρχής ή η εμφάνιση ή επανεμφάνιση συγκρούσεων αλλού στον κόσμο θα μπορούσαν να καταστήσουν αυτό το σενάριο πιο πιθανό τους επόμενους μήνες. Η πρόσφατη τηλεφωνική επικοινωνία του Τραμπ με τον Μαδούρο δείχνει ότι μια διαπραγματευτική λύση για την τρέχουσα κρίση παραμένει εξαιρετικά απίθανη. Μια πλήρους κλίμακας χερσαία εισβολή των Ηνωμένων Πολιτειών στη Βενεζουέλα, επίσης, παραμένει εξαιρετικά απίθανη, δεδομένου ότι η λαϊκή και πολιτική αντίθεση εντός των Ηνωμένων Πολιτειών απέναντι στην αποστολή στρατευμάτων στο εξωτερικό θα παραμείνει ισχυρή. Επιπλέον, ο αριθμός των αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων που έχουν κινητοποιηθεί μέχρι στιγμής παραμένει σημαντικά χαμηλότερος από αυτόν που θα απαιτείτο για μια χερσαία εισβολή – ιδιαίτερα σε μια χώρα τόσο μεγάλη και γεωγραφικά ποικιλόμορφη όσο η Βενεζουέλα, της οποίας το έδαφος θα δημιουργούσε πολλαπλά εμπόδια σε μια στρατιωτική διείσδυση ή κατοχή.

