Με εξαγωγές σε 60 χώρες, επενδύσεις 26 εκατ. ευρώ και αιχμή τα ζυμαρικά χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη, η ελληνική βιομηχανία τροφίμων χτίζει το νέο μοντέλο ανάπτυξης
Μέσα σε ένα περιβάλλον διεθνούς αβεβαιότητας για τη βιομηχανία τροφίμων, με πιέσεις από την ενέργεια, τις πρώτες ύλες και τις γεωπολιτικές εξελίξεις, η ΜΑΚΒΕΛ – EURIMAC επιλέγει να επενδύσει ακόμη πιο δυναμικά στην καινοτομία, την εξωστρέφεια και τη βιωσιμότητα. Κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου και ξενάγησης δημοσιογράφων στις εγκαταστάσεις της εταιρείας στο Κιλκίς, η διοίκηση παρουσίασε τη στρατηγική της επόμενης ημέρας, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στα νέα προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας, στις εξαγωγές αλλά και στο μοντέλο παραγωγής «μηδενικών αποβλήτων» που εφαρμόζει.
Με παραγωγική βάση στο Κιλκίς και έντονο ελληνικό αποτύπωμα, η ΜΑΚΒΕΛ – EURIMAC αποτελεί σήμερα έναν από τους πιο εξωστρεφείς παίκτες της ελληνικής βιομηχανίας τροφίμων. Το 50% της εταιρείας ανήκει στον ιταλικό όμιλο Euricom, ενώ το ελληνικό brand ΜΑΚΒΕΛ εξάγεται σε 60 χώρες, με περίπου το 55% της παραγωγής να κατευθύνεται στις διεθνείς αγορές. Η μεγαλύτερη αγορά της εταιρείας στο εξωτερικό είναι η Βρετανία, ενώ εξετάζεται περαιτέρω ανάπτυξη μέσω νέων καναλιών διανομής, συνεργασιών B2B και παρουσίας στον κλάδο HORECA.
Η διοίκηση υπογράμμισε ότι η στρατηγική της εταιρείας βασίζεται σε τρεις πυλώνες: εξωστρέφεια, καινοτομία και βιωσιμότητα. «Θέλουμε ανάπτυξη με διάρκεια και ισορροπία για όλη την αλυσίδα, από τον παραγωγό μέχρι το ράφι», ανέφεραν χαρακτηριστικά στελέχη της εταιρείας.
Από μια «συμφωνία σε χαρτοπετσέτα» σε ένα διεθνές brand
Η συνεργασία με τον ιταλικό όμιλο Euricom ξεκίνησε το 1996, σε μια ιστορία που η ίδια η εταιρεία περιγράφει ως «συμφωνία πάνω σε χαρτοπετσέτα σε ταβέρνα». Από εκείνη τη στιγμή ξεκίνησε μια πορεία που οδήγησε στη δημιουργία ενός από τα ισχυρότερα ελληνικά brands τροφίμων.
Καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη της εταιρείας έπαιξε η καθετοποίηση της παραγωγής τη δεκαετία του 2000, η οποία ενίσχυσε τον έλεγχο της ποιότητας, της παραγωγικής διαδικασίας και του κόστους.
Σήμερα η ΜΑΚΒΕΛ διαθέτει περίπου το 30% της ελληνικής αγοράς ζυμαρικών, τόσο μέσω των επώνυμων προϊόντων της όσο και μέσω ιδιωτικής ετικέτας. Το brand ΜΑΚΒΕΛ εμφανίζει πολύ υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης από τη συνολική αγορά. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε η διοίκηση, την περίοδο 2022-2025 η συνολική αγορά αυξήθηκε κατά 5,3% σε όγκο, ενώ το ΜΑΚΒΕΛ κατέγραψε ανάπτυξη 77,2%, συνεχίζοντας και το 2026 με ρυθμό περίπου 22%, όταν η αγορά κινείται κοντά στο 1%.
Επενδύσεις 26 εκατ. ευρώ και στόχος οι 85.000 τόνοι παραγωγής
Η εταιρεία υλοποιεί από το 2020 ένα πολυετές επενδυτικό πρόγραμμα, το οποίο έως το τέλος του 2026 θα φτάσει συνολικά τα 26 εκατ. ευρώ. Οι επενδύσεις αφορούν νέες γραμμές παραγωγής, αυτοματισμούς, ψηφιακά συστήματα παρακολούθησης, ενεργειακές υποδομές και τεχνολογικό εκσυγχρονισμό.
Το 2024 αποτέλεσε ιστορικό έτος για την εταιρεία, με παραγωγή 76.200 τόνων, ενώ το 2025 χαρακτηρίστηκε ως «χρονιά προετοιμασίας», καθώς η διοίκηση επέλεξε να ολοκληρώσει σημαντικό μέρος του επενδυτικού πλάνου πριν προχωρήσει σε νέες μεγάλες συνεργασίες.
Ο όγκος πωλήσεων το 2025 διαμορφώθηκε στους 72.300 τόνους, ενώ για το 2026 ο στόχος έχει τεθεί στους 78.000 τόνους. Μακροπρόθεσμα, με την προσθήκη 7ης γραμμής παραγωγής από το 2027, ο στόχος είναι η παραγωγή να φτάσει τους 85.000 τόνους.
Παράλληλα, η εταιρεία παραμένει χωρίς τραπεζικό δανεισμό, διατηρώντας ισχυρή οικονομική θέση παρά τις πιέσεις από το ενεργειακό κόστος και τις διεθνείς διακυμάνσεις στις τιμές σίτου.
Η μεγάλη επένδυση στα ζυμαρικά χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στη νέα γενιά προϊόντων χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη, στην οποία η εταιρεία επενδύει στρατηγικά τα τελευταία χρόνια.
Η συγκεκριμένη σειρά αναπτύχθηκε ύστερα από πενταετή έρευνα και συνεργασία με επιστημονικές ομάδες και εξειδικευμένους φορείς, με στόχο τη δημιουργία προϊόντων που προσφέρουν πιο ισορροπημένο γλυκαιμικό έλεγχο χωρίς να αλλοιώνεται η γεύση και η εμπειρία κατανάλωσης.
Η διοίκηση υπογράμμισε ότι η συγκεκριμένη κατηγορία εμφανίζει ήδη σημαντική δυναμική ανάπτυξης τόσο στην Ελλάδα όσο και στις διεθνείς αγορές, καθώς συνδέεται με τη στροφή των καταναλωτών προς πιο λειτουργικά τρόφιμα.
«Δεν θέλουμε απλώς να παράγουμε περισσότερα ζυμαρικά. Θέλουμε να δημιουργούμε προϊόντα που ανταποκρίνονται στις σύγχρονες διατροφικές ανάγκες», τόνισαν στελέχη της εταιρείας.
Τα προϊόντα παράγονται με τη μέθοδο της αργής ξήρανσης, δηλαδή με χαμηλότερες θερμοκρασίες και μεγαλύτερο χρόνο επεξεργασίας, αποφεύγοντας το «θερμικό σοκ». Σύμφωνα με την εταιρεία, αυτή η διαδικασία συμβάλλει στη διατήρηση της γεύσης, των θρεπτικών συστατικών και της πεπτικότητας. Η μέθοδος έχει πιστοποιηθεί από ανεξάρτητους φορείς, ενώ προϊόντα της εταιρείας έχουν ενταχθεί και στον διεθνή γαστρονομικό οδηγό Atlas.
Παράλληλα, η εταιρεία αναπτύσσει και άλλες κατηγορίες υψηλής προστιθέμενης αξίας, όπως προϊόντα γρήγορου βρασμού, υψηλής πρωτεΐνης, γεμιστά και χρωματιστά ζυμαρικά.
Zero waste: Το μοντέλο βιωσιμότητας που εφαρμόζεται στο Κιλκίς
Η βιωσιμότητα αποτελεί πλέον κεντρικό κομμάτι της στρατηγικής της EURIMAC, με την εταιρεία να παρουσιάζει ένα από τα πιο ολοκληρωμένα μοντέλα «zero waste» στη βιομηχανία τροφίμων στην Ελλάδα.
Η εταιρεία έχει πιστοποιηθεί σε επίπεδο Platinum για το «zero waste to landfill», αποτελώντας – σύμφωνα με τη διοίκηση – την πρώτη εταιρεία τροφίμων στην Ελλάδα με πραγματικά μηδενικά απόβλητα προς ταφή.
Η στρατηγική αυτή περιλαμβάνει αξιοποίηση βιομάζας για παραγωγή θερμικής ενέργειας ήδη από το 2013, χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, ανακυκλώσιμες συσκευασίες και πλήρη διαχείριση όλων των ρευμάτων αποβλήτων.
Παράλληλα, χρησιμοποιούνται αισθητήρες σε σιλό και «έξυπνα» συστήματα παρακολούθησης σε όλη την παραγωγική διαδικασία, επιτρέποντας καλύτερο έλεγχο κατανάλωσης ενέργειας και πρώτων υλών.
Δίνει επίσης ιδιαίτερη βαρύτητα στη χρήση ελληνικού σκληρού σίτου και στη στήριξη της εγχώριας αγροτικής παραγωγής, ενώ το νερό που χρησιμοποιείται στην παραγωγή προέρχεται από την περιοχή της Μπέλες.
Ωστόσο, η διοίκηση δεν έκρυψε τον προβληματισμό της για το ενεργειακό κόστος και τις αδυναμίες των ηλεκτρικών δικτύων, σημειώνοντας ότι τα προβλήματα υποδομών αποτελούν πλέον βασικό εμπόδιο για τη βιομηχανική ανάπτυξη.
«Το βασικό πρόβλημα σήμερα είναι η αβεβαιότητα. Κάθε εβδομάδα έχουμε διαφορετικές τιμές στην ενέργεια και στα μεταφορικά, όμως στόχος μας είναι να απορροφούμε όσο μπορούμε τις πιέσεις χωρίς συνεχείς ανατιμήσεις», ανέφερε η διοίκηση.
Παρά τις πιέσεις, η ΜΑΚΒΕΛ – EURIMAC εμφανίζεται αισιόδοξη για την επόμενη διετία, εκτιμώντας ότι η ολοκλήρωση του επενδυτικού προγράμματος θα ανοίξει τον δρόμο για μια νέα περίοδο ισχυρής ανάπτυξης για το ελληνικό brand


