Εσφιξαν οι ζέστες στας Ευρώπας, σφίγγουν και στα καθ’ ημάς, όπως σχολίασε ο πρωθυπουργός για τα περί ομφαλίου λώρου του Μαξίμου με την «TσιπρΕΛΑΣ».
Αυτά, όμως, είναι πταίσματα μπροστά στην κόλαση με τα 45άρια που βιώνουν οι κάτοικοι στο εμπορικό κέντρο στο Δελχί. Για την ακρίβεια, όχι όλοι. Στη διακεκαυμένη πρωτεύουσα της Ινδίας ζουν δύο διαφορετικοί κόσμοι πλάι πλάι. Από τη μία όσοι κινούνται στις καλοφωτισμένες κλιματιζόμενες αίθουσες καταστημάτων ακριβής ένδυσης, χαζεύοντας νωχελικά τα εμπορεύματα. Από την άλλη, στο λιοπύρι, μια λαοθάλασσα από πωλητές φρούτων σε πάγκους, ποδήλατα-ταξί, που μεταφέρουν εξίσου μπαϊλντισμένους επιβάτες, παγωτατζήδες, που πουλάνε στιγμιαία δροσιά κ.ά.
Στη συντριπτική τους πλειονότητα πρόκειται για «μαύρους» εργαζομένους, που δεν έχουν άλλη επιλογή από το να εκθέσουν την υγεία τους σε κίνδυνο για το μεροκάματο. Παρότι η ινδική οικονομία αναπτύσσεται εντυπωσιακά, το 90% των εργαζομένων στις πόλεις είναι «ανεπίσημοι», δίχως συμβάσεις και κοινωνική ασφάλιση, που καταφεύγουν σε πολύωρες, εξωτερικές δουλειές για να βγάλουν τον επιούσιο.
«Ξεκινάω τη δουλειά στις 9 το πρωί, όταν η ζέστη ακόμη υποφέρεται», δήλωσε στο BBC ο ποδηλάτης-ταξιτζής Χαρίς Τσάντρα. «Γύρω στο μεσημέρι η κατάσταση αρχίζει να γίνεται αφόρητη και δεν νιώθω πια τα πόδια μου στο πετάλι. Τότε κάνω ένα μικρό διάλειμμα σε μια σκιά, ρίχνω νερό στο κεφάλι και συνεχίζω. Αν δεν το κάνω, η οικογένειά μου θα μείνει νηστική…».
Ο Τσάντρα δεν κινδυνεύει να χάσει τη δουλειά του από την ΑΙ, αλλά για τη ζωή του δεν βάζεις στοίχημα. Ο δρ Σούμια Σουαμινάθαν, του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, δήλωσε στο πρακτορείο ΑΝΙ ότι οι θερμοκρασίες στην Ινδία αγγίζουν τα όρια της «ανθρώπινης αντοχής», θέτοντας σε κίνδυνο όχι μόνο ανθρώπινες ζωές, αλλά και τα βασικά μέσα διαβίωσης (τροφή, νερό, στέγη και ρούχα).





















