Για πολλά χρόνια στην Ελλάδα κυριαρχούσε η αντίληψη ότι για να είναι ή για να περνιέται κάποιος για προοδευτικός και ανήκων στην ευρύτερη Αριστερά έπρεπε να είναι κατά των επενδύσεων. Των ιδιωτικών, φυσικά, και κατά προτίμηση των ξένων.
Για να το πούμε χοντρικά, η «κεντρική ιδέα» ήταν ότι έρχονται οι κακοί ξένοι να μας αγοράσουν και εμείς ξεπουλιόμαστε όσο όσο. Οταν, μάλιστα, κυβερνούσε η «πρώτη φορά Αριστερά» αυτό ήταν σχεδόν κεντρική στρατηγική. Το τίμημα αυτής της ιδεολογικής εμμονής το πλήρωσε ακριβά η χώρα, χάνοντας πολύτιμο χρόνο, χρήμα και ευκαιρίες ανάπτυξης.
Το 2019 οι επενδύσεις αντιστοιχούσαν μόλις στο 11% του ΑΕΠ, το κλίμα που εισέπρατταν οι επενδυτές ήταν αρνητικό και το νομικό πλαίσιο γεμάτο «δημιουργική ασάφεια», που ούτε το ελληνικό κράτος προστάτευε ούτε τους ιδιώτες. Με λίγα λόγια, επειδή δεν ήθελαν ή δεν μπορούσαν να βάλουν κανόνες, προτιμούσαν απλά να αποθαρρύνουν και να διώχνουν τις επενδύσεις.
Η περίπτωση των μεταλλείων στη Χαλκιδική είναι πολύ χαρακτηριστική. Μία τεράστια επένδυση, η μεγαλύτερη ξένη παραγωγική επένδυση στην Ελλάδα ύψους 2 δισεκατομμυρίων δολαρίων, με ομολογουμένως βαρύ αντικείμενο, που απαιτούσε διαπραγματεύσεις για να εξασφαλιστεί τόσο το περιβάλλον και η τοπική κοινωνία όσο και οι ανάγκες της εξόρυξης. Το εύκολο για μία κυβέρνηση ήταν να την απορρίψει ως αντιπεριβαλλοντική, το δύσκολο να βρει τη χρυσή τομή.
Ξεκίνησε, λοιπόν, μια μακρά διαδικασία με τη συμμετοχή και των δύο μερών και αναζητήθηκε η τοπική συναίνεση. Στο τελευταίο στάθηκε με έμφαση ο πρωθυπουργός κατά την πρόσφατη επίσκεψή του. «Ηταν όντως μία μακρά διαδικασία να πειστεί η τοπική κοινωνία ότι έχουμε πολύ αυστηρές περιβαλλοντικές προδιαγραφές τις οποίες και θα ελέγχουμε. Εχουμε πια την τεχνολογία να μπορούμε να ελέγχουμε, με τεχνικές που δεν είχαμε στη διάθεσή μας πριν από κάποια χρόνια, έτσι ώστε να εξασφαλίσουμε ότι τελικά ο αντίκτυπος από αυτή την επένδυση μεταφράζεται σε πολλές, καλοπληρωμένες θέσεις εργασίας».
Σήμερα οι επενδύσεις έχουν φθάσει στο 18% του ΑΕΠ και αυτό δεν έγινε ούτε εύκολα ούτε τυχαία. Απαιτήθηκε πολύ σκληρή δουλειά από το οικονομικό επιτελείο τόσο σε πρακτικό επίπεδο όσο και στο πιο δύσκολο κομμάτι που υπάρχει: στην ανάκτηση της διεθνούς εμπιστοσύνης και στην αποκατάσταση της σχέσης με τους επενδυτές που είχε σχεδόν καταστραφεί.
Φυσικά, έχουμε δρόμο ακόμα μπροστά μας. Το περίφημο «επενδυτικό σοκ» είναι ακόμα ζητούμενο. Και για την Ελλάδα αλλά και για όλη την Ευρώπη, που βλέπει την ανταγωνιστικότητά της να τρέχει πίσω από τις ΗΠΑ και την Κίνα.























