Η Ελλάδα μοιάζει σήμερα έτοιμη να πετύχει το δικό της αναπτυξιακό άλμα. Ενα άλμα, το οποίο θα μπορούσε να είχε γίνει το 2015, όπως συνέβη με τις υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης, αν δεν μεσολαβούσε η καταστροφική διαπραγμάτευση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, που βύθισε την οικονομία στην ύφεση, διέλυσε το πιστωτικό σύστημα και φόρτωσε τους πολίτες με αχρείαστα μέχρι τότε μέτρα, ύψους δεκάδων δισ. ευρώ.
Τους τελευταίους μήνες, και με χρονικό ορίζοντα την πολιτική αλλαγή που σημειώθηκε με τις εκλογές της 7ης Ιουλίου, η εικόνα της Ελλάδας έχει αλλάξει σε όλους τους τομείς. Οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης έχουν προχωρήσει σε αναβάθμιση της ελληνικής οικονομίας, εκτιμώντας θετικά τις προοπτικές της και ωθώντας τα επιτόκια των ελληνικών ομολόγων σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Είναι χαρακτηριστικό ότι πλέον το Ελληνικό Δημόσιο δανείζεται με επιτόκια ακόμα και κάτω από το 1,5% για δέκα χρόνια.
Η Κομισιόν, όπως φάνηκε και από τις χθεσινές δηλώσεις του επιτρόπου Οικονομικών Υποθέσεων Π. Τζεντιλόνι μετά τις συναντήσεις του με τον πρωθυπουργό Κυρ. Μητσοτάκη και τον υπουργό Οικονομικών Χρ. Σταϊκούρα, είναι υπέρ της άποψης να συζητηθεί το αίτημα της ελληνικής κυβέρνησης για τη μείωση των πλεονασμάτων που είχε υπογράψει ο Αλ. Τσίπρας ως ρήτρα αφερεγγυότητας της προηγούμενης κυβέρνησης.
Παράλληλα, και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα εμφανίζεται διατεθειμένη να δεχθεί ότι οι ελληνικές τράπεζες θα μπορούν και αυτές να αγοράζουν ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου. Αυτό και θα βελτιώσει το χαρτοφυλάκιο των τραπεζών, αλλά και θα οδηγήσει σε μείωση των επιτοκίων χορηγήσεων για να κινηθεί η πραγματική οικονομία.
Η ανάκαμψη της αγοράς θα φέρει με τη σειρά της περαιτέρω μειώσεις φόρων για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, καθώς επίσης συνέχιση της μείωσης της ανεργίας. Είναι επιτεύγματα της κυβέρνησης Μητσοτάκη, που εμφανίζεται έτοιμη για το αναπτυξιακό άλμα, το οποίο θα δημιουργήσει ποιοτικές δουλειές και νέα εισοδήματα.
Από την έντυπη έκδοση



















