Η ιστορική συμφωνία δανεισμού Γαλλίας και Βρετανίας για την Ταπισερί της Μπαγιέ στρέφει το ενδιαφέρον του βρετανικού Τύπου στα Γλυπτά του Παρθενώνα.
Το εμβληματικό έργο του 11ου αιώνα θα εκτεθεί για πρώτη φορά στο Βρετανικό Μουσείο από τις 10 Σεπτεμβρίου έως τον Ιούλιο του 2027. Βρετανικά δημοσιεύματα βλέπουν πίσω από αυτή την πολιτιστική συμφωνία ένα πιθανό νέο κεφάλαιο για την επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα.
Πειστικό παράδειγμα
Στο επίκεντρο βρίσκεται η συνέντευξη του διευθυντή του Βρετανικού Μουσείου, Νίκολας Κάλιναν, στους «Financial Times». Ο Κάλιναν χαρακτήρισε τον δανεισμό της σχεδόν 1.000 ετών Ταπισερί «ένα πολύ πειστικό παράδειγμα διεθνούς συνεργασίας», αναδεικνύοντας τη σημασία της «αμοιβαίας ανταλλαγής» και εκτιμώντας ότι η συμφωνία «ίσως προσφέρει μια αχτίδα πιθανότητας ώστε να υπάρξει πρόοδος [στο ζήτημα των Γλυπτών]».
«Ο δανεισμός της Ταπισερί της Μπαγιέ θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για συμφωνία για τα Γλυπτά του Παρθενώνα» έχουν τίτλο οι «Sunday Times», εστιάζοντας στην εκτίμηση του Κάλιναν ότι μπορεί να υπάρξει πρόοδος στο μακροχρόνιο ζήτημα των Γλυπτών.
Ο ίδιος, πάντως, διευκρινίζει στη συνέντευξή του ότι κάθε περίπτωση είναι διαφορετική και ότι δεν υπάρχει ένα ενιαίο πρότυπο που να μπορεί να εφαρμοστεί παντού.
Το δημοσίευμα υπενθυμίζει ότι η Ελλάδα υπέβαλε το πρώτο επίσημο αίτημα για την οριστική επιστροφή τους το 1983 και ότι οι συνομιλίες εντατικοποιήθηκαν μετά την ανάληψη της προεδρίας του Βρετανικού Μουσείου από τον Τζορτζ Όσμπορν το 2021. Σημειώνει επίσης ότι ο σερ Κιρ Στάρμερ, ως πρωθυπουργός, είχε καταστήσει σαφές ότι δεν θα εμπόδιζε μια συμφωνία δανεισμού, βάσει της οποίας τμήματα της ζωφόρου θα μεταφέρονταν στην Αθήνα και ελληνικές αρχαιότητες θα εκτίθεντο στο Λονδίνο.
Στο δημοσίευμα επίσης αναφέρεται ότι «η Ελλάδα έχει επιμείνει στην πλήρη κυριότητα». Στην εξίσωση μπαίνει πλέον και η στάση του Βρετανού πρωθυπουργού, Άντι Μπέρναμ, ο οποίος, μιλώντας πριν από λίγες ημέρες στους «Financial Times», δήλωσε ότι η υπόθεση των Γλυπτών του Παρθενώνα αφορά το Βρετανικό Μουσείο. Η σημερινή του στάση διαφοροποιείται από όσα υποστήριζε στο παρελθόν, όταν είχε ταχθεί ανοιχτά υπέρ της μόνιμης επιστροφής τους στην Ελλάδα, ζητώντας να «σταλούν πίσω, χωρίς όρους». Ως πρωθυπουργός, ωστόσο, μεταφέρει την ευθύνη στο Βρετανικό Μουσείο, δηλώνοντας παράλληλα ένθερμος υποστηρικτής της βρετανικής πολιτιστικής διπλωματίας.
Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και το δημοσίευμα της βρετανικής «Telegraph», με τίτλο «Τα Ελγίνεια Μάρμαρα θα μπορούσαν να δοθούν ως δάνειο στην Ελλάδα, στο πλαίσιο μιας συμφωνίας στα πρότυπα της Ταπισερί της Μπαγιέ». Η εφημερίδα εστιάζει στις δηλώσεις του Κάλιναν, ο οποίος ανέλαβε τη διεύθυνση του Βρετανικού Μουσείου το 2024, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην εκτίμησή του για τα Γλυπτά: «Ελπίζω ότι μπορεί να σημειωθεί κάποια απτή πρόοδος. Θα ήταν κάτι υπέροχο».
Συγκεκριμένες εξαιρέσεις
Παράλληλα, σύμφωνα με τα βρετανικά δημοσιεύματα, ο Κάλιναν εμφανίστηκε επιφυλακτικός απέναντι σε ενδεχόμενη τροποποίηση του British Museum Act του 1963, του νόμου που δεν επιτρέπει στους επιτρόπους του μουσείου να αποδεσμεύουν οριστικά αντικείμενα της συλλογής, παρά μόνο σε πολύ συγκεκριμένες εξαιρέσεις. Όπως «προειδοποίησε», μια αλλαγή που θα επέτρεπε μόνιμες μεταβιβάσεις θα μπορούσε να έχει «ακούσιες συνέπειες» για άλλα αντικείμενα της συλλογής του Βρετανικού Μουσείου, η οποία αριθμεί περίπου οκτώ εκατομμύρια τεκμήρια.
Σημαντική στιγμή στην ιστορία του μουσείου
Η έκθεση της Ταπισερί της Μπαγιέ, που πιστεύεται ότι φιλοτεχνήθηκε από μοναχές στην Αγγλία τον 11ο αιώνα, αναμένεται να είναι η μεγαλύτερη έκθεση στην 273χρονη ιστορία του Βρετανικού Μουσείου. Το μήκους 70 μέτρων έργο, το οποίο απεικονίζει τη Νορμανδική Κατάκτηση της Αγγλίας, μεταφέρθηκε τον Ιούλιο μέσω της Σήραγγας της Μάγχης, υπό αστυνομική συνοδεία. Κατά την παραμονή της Ταπισερί στο Λονδίνο, αντικείμενα από τις συλλογές του Βρετανικού Μουσείου, όπως οι θησαυροί του Sutton Hoo και τα περίφημα πιόνια σκακιού του Lewis, θα ταξιδέψουν με τη σειρά τους σε μουσεία της Νορμανδίας.
Παράλληλα, το Βρετανικό Μουσείο προχωρά σε πρόγραμμα ανακαίνισης των αιθουσών της Δυτικής Πτέρυγας, όπου εκτίθενται και τα Γλυπτά του Παρθενώνα. Κατά τη διάρκεια των εργασιών, ορισμένα αντικείμενα, μεταξύ των οποίων και τα Γλυπτά, «ενδέχεται να δοθούν ως δάνεια στο πλαίσιο της δέσμευσής μας να αυξήσουμε τους δανεισμούς σε εθνικό και διεθνές επίπεδο», σύμφωνα με το Βρετανικό Μουσείο.


