Μια ιδιαίτερη σύμπτωση προηγήθηκε της συζήτησής μας με τον Eric Chacour.
Η Αλεξάνδρεια. Η πόλη όπου γεννήθηκα είναι η πόλη της μητέρας του. «Η Αλεξάνδρεια είναι η πόλη της μητέρας μου και αυτό το μικρό κοινό σημείο σημαίνει πολλά για μένα», μου έγραψε, θυμίζοντας τους Αλεξανδρινούς της Dalida: «Ahsan nass» – «οι καλύτεροι άνθρωποι».
Ισως γιατί κάποιοι τόποι δεν εγκαταλείπονται ποτέ πραγματικά, συνεχίζουν να υπάρχουν μέσα στις αφηγήσεις, στις μνήμες και στις σιωπές των ανθρώπων. Και αυτή ακριβώς η αίσθηση διαπερνά το «Οσα ξέρω για σένα».
Το «Οσα ξέρω για σένα» από τις εκδόσεις Μεταίχμιο δεν αφηγείται μόνο μια ιστορία· εξερευνά όλα εκείνα που οι άνθρωποι κουβαλούν σιωπηλά μια ολόκληρη ζωή. Ο Eric Chacour γράφει για τον έρωτα, την οικογένεια, την απώλεια και τις δεύτερες ευκαιρίες με μια γλώσσα που δεν επιδιώκει να εντυπωσιάσει, αλλά να αγγίξει·και γι’ αυτό μένει για καιρό μέσα στον αναγνώστη. Πίσω από τις σελίδες του βιβλίου κρύβονται μνήμες, προσωπικά ερωτήματα και μια βαθιά πίστη στην ανθρώπινη ευαισθησία.
Ο Ταρέκ είναι ένας άνθρωπος που μεγαλώνει ακολουθώντας τον δρόμο που χάραξαν οι άλλοι γι’ αυτόν. Πιστεύετε ότι οι κοινωνικές και οικογενειακές προσδοκίες εξακολουθούν να επηρεάζουν καθοριστικά τις επιλογές και την ταυτότητα ενός ανθρώπου;
Φυσικά! Κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει ολοκληρωτικά από τις προσδοκίες που οι άλλοι εναποθέτουν πάνω του ούτε από το πλαίσιο μέσα στο οποίο μεγαλώνει. Μπορούμε να επιλέξουμε είτε να συμμορφωθούμε είτε, αντίθετα, να χτίσουμε τον εαυτό μας αντιδρώντας απέναντί τους. Το να ισχυριστούμε όμως ότι δεν μας επηρεάζουν καθόλου θα ήταν ψέμα.

INFO Eric Chacour, Βιβλίο: Οσα ξέρω για σένα, Εκδόσεις Μεταίχμιο, Μετάφραση: Στέλα Ζουμπουλάκη, Σελ: 360
Στο «Οσα ξέρω για σένα» η αγάπη συγκρούεται με την κοινωνική πραγματικότητα, τις ταξικές διαφορές και τις προκαταλήψεις. Πόσο δύσκολο ήταν να ισορροπήσετε ανάμεσα στην προσωπική ιστορία των ηρώων και στο ιστορικό πλαίσιο της Αιγύπτου εκείνης της εποχής;
Ο ήρωάς μου, ο Ταρέκ, είναι ένας Λεβαντίνος του Καΐρου, τον οποίο ακολουθούμε για περίπου σαράντα χρόνια. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι η κοινωνική παρακμή που βιώνει η κοινότητά του συμπίπτει με τη δική του προσωπική πτώση. Το ήθελα σαν μια τραγωδία μέσα στην τραγωδία.
Ωστόσο, πρέπει να βλέπει κανείς το ιστορικό πλαίσιο του μυθιστορήματος ως το φόντο της ιστορίας μου. Σκεφτείτε, για παράδειγμα, τη Μόνα Λίζα. Την έχετε δει χιλιάδες φορές και είμαι βέβαιος ότι δεν θυμάστε σχεδόν τίποτα από το τοπίο πίσω της. Είναι χωριό; Βουνό; Δάσος; Κι όμως, όταν ο Λεονάρντο ντα Βίντσι ζωγράφισε τον πίνακα, επέλεξε προσεκτικά αυτό το φόντο γιατί αναδείκνυε καλύτερα το πρόσωπο της Μόνα Λίζα. Ακριβώς έτσι λειτουργεί και η Αίγυπτος που μεταμορφώνεται μέσα στο μυθιστόρημα.
Στο τέλος του βιβλίου μένει η αίσθηση ότι κανείς δεν είναι αποκλειστικά θύμα ή θύτης. Ηταν η ανθρώπινη πολυπλοκότητα η μεγαλύτερη πρόκληση στη συγγραφή του μυθιστορήματος ή ήταν οι ίδιοι οι χαρακτήρες που σας οδήγησαν εκεί;
Το σημαντικότερο για μένα, όταν γράφω έναν χαρακτήρα, είναι να γνωρίζω ποια είναι η εσωτερική μάχη που δίνει. Ολοι μας κουβαλάμε μία ή περισσότερες τέτοιες μάχες, που συνήθως γεννιούνται στην παιδική ηλικία και διαμορφώνουν τις προσδοκίες, τους φόβους, τις ελπίδες μας, αλλά και το σύστημα αξιών με το οποίο πορευόμαστε στη ζωή.
Θα μπορούσα να μιλώ επί ώρες για την εσωτερική πάλη κάθε χαρακτήρα μου, γιατί είναι ακριβώς αυτή που τον κάνει να μοιάζει ζωντανός. Η μητέρα του Ταρέκ παλεύει να διατηρήσει τη θέση της μέσα σε μια κοινωνία που αισθάνεται πως δεν κατανοεί πια. Η Νεσρίν ονειρεύεται να χειραφετηθεί σε μια κοινότητα που, για μια γυναίκα της δικής της κοινωνικής τάξης, δεν περιμένει τίποτε περισσότερο από έναν καλό γάμο. Η Φάτεγια έχει αμέτρητες ιστορίες να αφηγηθεί, όμως κανείς δεν τη σέβεται αρκετά ώστε να την ακούσει. Μέχρι που, μια μέρα, κάποιος χρειάζεται τις πληροφορίες που μόνο εκείνη διαθέτει. Τότε βρίσκει επιτέλους την ευκαιρία να μπλέξει εκείνες τις λίγες πληροφορίες που ενδιαφέρουν πραγματικά τον συνομιλητή της με όλες τις ιστορίες που κρατούσε μέσα της τόσα χρόνια: για τους παλιούς της έρωτες, τους αγαπημένους της τραγουδιστές που δεν ζουν πια και τις κότες της που χάνουν τα φτερά τους!
Οταν κατανοείς την εσωτερική μάχη ενός χαρακτήρα, αποφεύγεις να τον παρουσιάσεις με μανιχαϊστικό τρόπο. Κανείς δεν ενεργεί αποκλειστικά με σκοπό να κάνει το καλό ή το κακό… ούτε για να βοηθήσει έναν μυθιστοριογράφο να προχωρήσει την ιστορία του. Αυτό θα ήταν το χειρότερο.
Συχνά λέμε ότι ο χρόνος γιατρεύει τα πάντα.
Ο Ζωρζ Μουστακί, ο σπουδαίος Ελληνας τραγουδοποιός από την Αλεξάνδρεια, πιθανότατα θα σας απαντούσε: «Οσο κοιμόμουν, όσο ονειρευόμουν, οι δείκτες του ρολογιού γύρισαν, είναι πια αργά». Δεν ξέρω αν ο χρόνος θεραπεύει, αλλά ίσως μας φέρνει σε μια απόσταση από την οποία μπορούμε να κοιτάξουμε τη ζωή μας.
Πιστεύετε ότι οι άνθρωποι πληγώνονται περισσότερο από όσα συμβαίνουν ή από όσα δεν ειπώθηκαν ποτέ;
Μου αρέσει που αναφέρεστε στην απουσία. Συχνά μου λένε ότι πρόκειται για ένα μυθιστόρημα γύρω από την εξορία, όμως πιστεύω πως είναι πρωτίστως ένα μυθιστόρημα για τη συνέπεια της εξορίας: την απουσία.
Ολοι έχουμε γνωρίσει μέσα στις οικογένειές μας έναν απόντα που καταλαμβάνει περισσότερο χώρο από όσους είναι παρόντες. Εναν αγαπημένο άνθρωπο που έφυγε, πέθανε ή χάθηκε και που εξακολουθεί να υπάρχει τόσο στις συζητήσεις όσο και στις σιωπές μας. Ο Κορνέιγ έγραφε πως «η απουσία πονά μόνο για εκείνους που αγαπάμε». Κι έτσι, όταν ο αγαπημένος γιος φεύγει, κάθε μέλος της οικογένειας προσπαθεί να ξαναχτίσει τον εαυτό του γύρω από το κενό που άφησε πίσω του.


