Μεγάλη μόδα τα ξύλινα τσόκαρα τη δεκαετία του ΄70. Ενα ζευγάρι μου χάρισε η μεγάλη μου αδελφή, επειδή πέρασα με καλό βαθμό τις εξετάσεις για την εισαγωγή μου στο Γυμνάσιο, έτσι γινόταν τότε.
Κράπα-κρούπα όλη μέρα στους χωματόδρομους του χωριού, στην πλατεία, στις ανηφοριές και στις κατηφοριές, από πέτρα σε πέτρα, μόνο και μόνο για να γίνεται ο θόρυβος πιο δυνατός. Δώδεκα χρόνων που αρχίζεις σιγά σιγά να καταλαβαίνεις πως υπάρχεις, οι ορμόνες της εφηβείας μπλέκουν ακόμη την αθωότητα με κάτι άγνωστο και αδιόρατο.
Μια μέρα που κάλπαζα σαν ατίθασο πουλάρι, με φώναξε ο κυρ Ηλίας,
Ο καφετζής της πλατείας, και μου έδωσε ένα γράμμα να το πάω στους γονείς μου. Το άνοιξε η μάνα μου. Ηταν από τις λίγες γραμματιζούμενες γυναίκες του χωριού, είχε φτάσει μέχρι την Τετάρτη Δημοτικού, χρειαζόταν μόνο να ξέρει να γράφει και να διαβάζει, έλεγε ο πατέρας της. Επρεπε να μάθει νοικοκυριό και ράψιμο, να μπορεί να μπαλώνει τα ρούχα της οικογένειάς της. Μου έτεινε το γράμμα να το διαβάσω. Ηταν από τη νονά μου, μια γυναίκα που δεν είχα γνωρίσει ποτέ. Με καλούσε να πάω να με φιλοξενήσει για είκοσι μέρες, να γνωριστούμε επιτέλους.

Η συγγραφέας Πόπη Αρωνιάδα
Βουνό φάνταζε η ιδέα σε όλους. Μικρό παιδί, δεν είχα φύγει ποτέ από το χωριό. Στο λεωφορείο της γραμμής είχα μπει μόνο μια φορά, όταν με πήγαν στον γιατρό, γιατί είχα πνευμονία. Εμεινε ανεξίτηλη μέσα μου εκείνη η τραυματική εμπειρία με τις τριάντα ενέσεις που έδωσε ο γιατρός. Συναγερμός στη γειτονιά κάθε φορά που πλησίαζε η αυτοδίδακτη μαμή, ενώ η μάνα έβραζε την πλαστική σύριγγα με τη χοντρή βελόνα.
Μετά από πολλά δικά μου παρακάλια, αποφασίστηκε να πάω, μαζί μ’ ένα ζευγάρι χωριανών που θα κατέβαινε στην Αθήνα για τον γάμο του γιου τους.
Υστερα από εννιά ώρες βασανιστικού ταξιδιού, φτάσαμε στον σταθμό του ΚΤΕΛ στην Αθήνα.
Δίπλα στην πόρτα του λεωφορείου στεκόταν μια ψηλή, νταρντάνα γυναίκα, που αγωνιούσε να με ξεχωρίσει. «Να το, ετούτο το σαμιαμίδι είναι», είπε στον άντρα της που στεκόταν λίγο πιο πέρα. «Το γνώρισα απ’ το σόι». Με πήρε στην αγκαλιά της κι εγώ χάθηκα για λίγο μέσα στις πλούσιες, μυρωδάτες σάρκες της.
Στη διαδρομή για το εξοχικό τους στον Ωρωπό, κοιτούσα μαγεμένη την μεγάλη πόλη. Διάβαζα πολύχρωμες ταμπέλες, ονόματα δρόμων, βιτρίνες φωτισμένες. «Εδώ είναι ο παράδεισος», σκέφτηκα.
Κατάκοπη από το ταξίδι, ένιωθα πως βρισκόμουν ταυτόχρονα στον παράδεισο και την κόλαση του αγνώστου. Η νονά επέμενε να κάνω μπάνιο πριν φάω και ξαπλώσω. Μου είχε αγοράσει όμορφα σετ πιτζάμες, ρούχα και μαγιό. «Σαμιαμίδι μου», με φώναζε συνέχεια, τρυφερά και καλοσυνάτα. Τη μικρή σακούλα με τα πενιχρά μου υπάρχοντα δεν την ξαναείδα ποτέ, και δεν με πείραξε καθόλου.
Την άλλη μέρα φόρεσα το μαγιό μου, παρότι ολόσωμο και ελαστικό, έπλεε πάνω μου. Μόλις βγήκαμε από ένα στενό δρομάκι και βρεθήκαμε μπροστά στη θάλασσα, στήλωσα τα πόδια και δεν έκανα βήμα. Φόβος και δέος μαζί. Δεν μπορούσα να διανοηθώ τόσο νερό μαζεμένο μπροστά μου. Τότε η νονά φώναξε τα δεκάχρονα παιδιά της γειτόνισσας της, που έπαιζαν με τα πολύχρωμα κουβαδάκια, να με κάνουν κι εμένα παρέα. Εγκλιματίστηκα εύκολα στην καλοπέραση.
Ενα απόγευμα Σαββάτου, η νονά μου έδωσε χρήματα στην ανιψιά του άντρα της για να πάμε για παγωτό και ύστερα σε θερινό σινεμά. Δεν ήξερα καν τι ήταν το θερινό σινεμά, μα φανταζόμουν πως θα ήταν κάτι θαυμαστό. Εκείνη ήταν δεκαεπτά χρόνων, πολύ όμορφη, μα φανερά ξινισμένη που έπρεπε να με κουβαλά μαζί της.
Παρατηρούσα τα πάντα με λαχτάρα. Μια όμορφη μυστική αυλή ανοίχτηκε μπροστά μου. Πάνω στους ασβεστωμένους τοίχους κρέμονταν γιασεμιά που μοσχομύριζαν σε όλο το χώρο, οι προβολείς άναβαν αργά και πεταλούδες της νύχτας έπαιζαν τριγύρω τους. Οι μεταλλικές καρέκλες έτριζαν απαλά όταν κάθισα σε μια που μου πρότεινε η συνοδός μου.

Κάτω από τον καλοκαιρινό ουρανό, ανάμεσα σε γλάστρες με βασιλικό, οι άνθρωποι κάθονταν πλάι πλάι δίχως να βιάζονται για κάτι, εγώ όμως ανυπομονούσα να δω τι ακριβώς θα συμβεί. Ημουν σίγουρη πως η νύχτα αυτή θα έμενε για πάντα στο μυαλό μου. Κουλουριάστηκα στη θέση μου και περίμενα γεμάτη αγωνία. «Μην κουνηθείς από δω μέχρι να γυρίσω», μου είπε αυστηρά.
Την είδα να συναντά και να μιλά μ’ έναν νεαρό, όμορφος κι εκείνος. Την αγκάλιαζε, την κοιτούσε στα μάτια κι ύστερα τη φίλησε. Μετά, εκείνη μπροστά κι αυτός πίσω της χώθηκαν στις τουαλέτες. Ενιωσα μια ξαφνική ανασφάλεια, φοβήθηκα μήπως φύγει και με αφήσει μόνη. Με το βλέμμα καρφωμένο προς τα εκεί, περίμενα πότε θα ξαναφανεί.
Μετά από αρκετή ώρα, την είδα να επιστρέφει αναψοκοκκινισμένη, με τα μαλλιά της ανακατεμένα. Κάθισε δίπλα μου χωρίς να μου δώσει καμία σημασία.
«Τι έπαθες στον λαιμό σου; Πού βάρεσες;», τη ρώτησα γεμάτη συμπόνια και ανησυχία.
Την έζωσαν τα φίδια. Πετάχτηκε όρθια και ξανάτρεξε προς την τουαλέτα. «Τίποτα δεν είναι, μην ανακατεύεσαι, βλαχάκι», μου πέταξε κακιασμένα. «Χτύπησα στη βρύση».
Η κινηματογραφική μηχανή άρχισε να ρίχνει φως στο πανί. Χρώματα, γρήγορες εικόνες εναλλάσσονταν κι εγώ έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Εκλεινα κάθε τόσο τ’ αφτιά μου από τον δυνατό ήχο, μέχρι που συνήθισα. Ενιωθα το μικρό μου σώμα να μικραίνει ακόμα περισσότερο μπροστά στους γιγάντιους ανθρώπους του πανιού. Η ταινία ήταν ελληνική, συγκινητική, ένα αγοράκι που έχασε τη μάνα του και τριγυρνούσε κατατρεγμένο. Στο τέλος όμως όλα πήγαν καλά, χάρηκα κι εγώ πολύ, σαν να ζούσα μέσα στην ιστορία.
Η συνοδός μου έγνεψε να σηκωθώ, δίχως να μιλάει καθόλου με οδήγησε πίσω στο σπίτι.
Η νονά με κάθισε στα γόνατά της κι άρχισε να με ρωτά, δίχως πίεση και βιασύνη, αλλά ήθελε λεπτομέρειες για το πώς πέρασα με τη Σοφία, έτσι την έλεγαν. Αφού φυλλομέτρησα στο μυαλό μου όσα είχαν συμβεί, ένα προς ένα, κάθισα και της τα διηγήθηκα όλα, χαρτί και καλαμάρι.
Οι μέρες κύλησαν νερό. Με ξανάβαλαν στο λεωφορείο της επιστροφής, μ’ ένα βαλιτσάκι γεμάτο ρούχα και παπούτσια, μα κυρίως με την ψυχούλα μου γεμάτη ομορφιά.


