Κάποτε η οδός Πατησίων ήταν γεμάτη κινηματογράφους, χειμερινούς και θερινούς.
Αρχίζοντας από την Αλάσκα, στην αρχή της, και την Καμέλια στο τέλος της, οι κινηματογραφόφιλοι δεν ήξεραν ποιον να διαλέξουν. Εκείνη την εποχή η τηλεόραση δεν είχε εμφανιστεί ακόμα, κάθε οικογένεια είχε στο σπίτι της μόνο ραδιόφωνο.
Θυμίζω πως ανάμεσα στους θερινούς ήταν το Αθήναιον, το Αννα Μαρία, το Αντζελα, το Ατενέ, το Ατλας, το Αχιλλεύς, το Λίντο, το Μετροπόλ, το Ρουαγιάλ, το Ηλέκτρα. Τότε έμενα στα Εξάρχεια και συνήθως πήγαινα στο Νεάπολις στην οδό Ασκληπιού. Οταν όμως ήθελα να δω μια καλή ταινία, έπαιρνα το λεωφορείο ή το τρόλεϊ για να φτάσω στον προορισμό μου.
Αγαπούσα τις ταινίες των Ιταλών, των Γάλλων και των Ισπανών σκηνοθετών και μόλις μάθαινα από τις εφημερίδες πως κάποια από εκείνες που είχα χάσει παιζόταν κάπου, έσπευδα να τη δω. Ο Βισκόντι, ο Παζολίνι, ο Φελίνι, ο Αντονιόνι, ο Τριφό, ο Γκοντάρ, ο Μπουνιουέλ, αλλά κι ο Χίτσκοκ, ο Μπέργκμαν ήταν οι αγαπημένοι μου. Ημουν τόσο κολλημένος στον κινηματογράφο που είχα ένα τετράδιο, όπου κατέγραφα τις εντυπώσεις μου από τις ταινίες που έβλεπα και τις βαθμολογούσα.

Ο συγγραφέας Φίλιππος Φιλίππου
Συνήθως στους κινηματογράφους πήγαινα μόνος μου για τον απλούστατο λόγο ότι οι φίλοι μου δεν είχαν υψηλές απαιτήσεις από τις ταινίες, τους άρεσαν οι κατασκοπικές με τον Σον Κόνερι στον ρόλο του Τζέιμς Μποντ, οι ελληνικές κωμωδίες με τον Κώστα Χατζηχρήστο και τα δράματα με τον Νίκο Κούρκουλο.
Στο τετράδιο που κρατούσα είχα βάλει υψηλές βαθμολογίες στις ταινίες του Φεντερίκο Φελίνι, τη «Λα στράντα» με τον Αντονι Κουίν και την Τζουλιέτα Μασίνα και στη «Γλυκιά ζωή» με τον Μαστρογιάνι και την Καρντινάλε. Γεμάτος χαρά που παιζόταν στην Αθήνα το 8½, αποφάσισα να το δω. Είχα διαβάσει πως ήταν μια εξαιρετική ταινία, στην οποία ο Φελίνι έβγαζε στη φόρα ζητήματα που τον είχαν απασχολήσει στη διάρκεια της εφηβείας του. Αυτό για μένα ήταν καταπληκτικό.
Στα δεκαεννιά μου, κι ενώ ετοιμαζόμουν να μπαρκάρω με τα καράβια, δεν είχα πολλές εμπειρίες από τη ζωή, τα βιώματά μου ήταν τα συνηθισμένα, οι ερωτικές μου επιθυμίες με συμμαθήτριές μου στο γυμνάσιο ή κοπέλες της γειτονιάς δεν είχαν καταλήξει πουθενά. Επειδή όσα είχα διαβάσει γι’ αυτήν ήταν θετικά, θετικότατα, κι επειδή είχα εμπιστοσύνη στους κριτικούς που την επαινούσαν, σκέφτηκα να τη δω με παρέα. Ετσι, το είπα στο γειτονόπουλό μου τον Περικλή, φοιτητή της Ιατρικής, ο οποίος αγαπούσε την καλή μουσική, το καλό θέατρο και τον καλό κινηματογράφο (τα λογοτεχνικά βιβλία τότε δεν με συγκινούσαν, μου άρεσαν ο Πόε, ο Καβάφης κι ο Καββαδίας, αλλά μέχρι εκεί).
Μόλις του έκανα την πρότασή μου, τον είδα προβληματισμένο.
«Ποιος παίζει;» με ρώτησε.
«Ο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι κι η Κλαούντια Καρντινάλε».
«Α, αυτή είναι κόμματος. Την έχω δει στο “Ο Ρόκο και τ’ αδέλφια του” μαζί με την Κατίνα Παξινού και τον Σπύρο Φωκά. Πού παίζεται;».
«Στο Αρτ Σίνεμα στην Πατησίων, κοντά στον Αγιο Λουκά».
«Ωραία, θα έλθω. Να καλέσω κι έναν φίλο μου;»
«Βεβαίως».
Ετσι οι τρεις μας, εγώ ο Περικλής κι ο Ανδρέας, κι αυτός φοιτητής της Ιατρικής, μπήκαμε στο τρόλεϊ για τον κινηματογράφο που, όπως έγραφε το πρόγραμμα, έπαιζε ταινίες ποιότητας, τότε δεν είχαν ανοίξει ακόμα το Στούντιο και η Αλκυονίδα. Βγάλαμε εισιτήρια και καθίσαμε σε διπλανές θέσεις. Εγώ δεν μπορούσα να κρύψω την αδημονία μου – ήθελα να δω την Κλαούντια Καρντινάλε.
Η ώρα πήγε οχτώ, είχε βραδιάσει, τα φώτα έσβησαν και στην οθόνη εμφανίστηκε ο Μαστρογιάνι, στον ρόλο ενός σκηνοθέτη, ο οποίος ετοιμάζει μια ταινία και κατακλύζεται από αναμνήσεις. Ηταν ένας άντρας που είχε φαντασιώσεις, έβλεπε όνειρα, προβληματιζόταν για τις σχέσεις του με τις γυναίκες. Ενας άγνωστος πετάει στον ουρανό, γυναίκες περπατούν με ομπρέλες, μια γυναίκα φτάνει με τρένο, τηλεφωνεί στη γυναίκα του, εμφανίζεται ένας καρδινάλιος. Η Κλαούντια δεν φαινόταν, όλα ήταν βαρετά.

Κάποια στιγμή ένας θεατής αποχώρησε, ύστερα κι άλλος, μετά έφυγε κι ο Ανδρέας. Εγώ συνέχιζα να ελπίζω, δεν ήταν δυνατόν να με απογοητεύσει ο Φελίνι. Κι όμως αυτό έγινε. Στο διάλειμμα που άναψαν τα φώτα, ο Περικλής με κοίταξε παράξενα και αποχώρησε. Αποχώρησαν κι άλλοι. Εγώ πείσμωσα κι έμεινα, κάτι σημαντικό περίμενα να γίνει στο δεύτερο μέρος.
Η προβολή ξανάρχισε, η ώρα περνούσε, είχε πάει εννιά και συνεχιζόταν, στην οθόνη φάνηκε η θάλασσα, πολλά παιδιά που παίζουν, μια παχουλή γυναίκα, η Σαραγκίνα, χορεύει, αλλά η Κλαούντια πουθενά. Σκεφτόμουν πως ο Φελίνι κάτι ετοίμαζε στο τέλος, κάποια έκπληξη, όπως συνέβαινε με τις ταινίες του Χίτσκοκ. Οχι, δεν υπήρχε καμιά έκπληξη. Λίγα λεπτά πριν από το τέλος εμφανίστηκε η Κλαούντια, όμορφη και γελαστή. Επιτέλους, σκέφτηκα. Οταν άναψαν τα φώτα, ήμουν μουδιασμένος, το ίδιο ήταν κι οι άλλοι θεατές που κατευθύνθηκαν προς την έξοδο. Σκυφτός και θλιμμένος βγήκα από το Αρτ Σίνεμα και τράβηξα για τη στάση του τρόλεϊ.
Στο σπίτι μου έπεσα στο κρεβάτι, ένιωθα μεγάλη απογοήτευση κι όμως το «8½» είχε πάρει το Οσκαρ καλύτερης ξένης ταινίας. Δεν το περίμενα αυτό από τον Φελίνι, που με είχε μαγέψει με τη «Γλυκιά ζωή». Το χειρότερο: χάθηκε ο Περικλής, ο οποίος δεν επιζητούσε πια την παρέα μου – ο Ανδρέας δεν ήταν φίλος μου. Δεν έκανα καμιά προσπάθεια να τον προσεγγίσω, ένιωθα ένοχος, για πολλά χρόνια με πλημμύριζαν οι τύψεις. Κι όμως, αργότερα, ο Φελίνι με γέμισε χαρά με τον «Καζανόβα» του, το «Σατυρικόν», την «Πρόβα ορχήστρας»: ήταν σπουδαίος σκηνοθέτης.


