Το θερινό σινεμά «Αύρα» άνοιγε κάθε Ιούνιο σαν μυστικό που άνθιζε μόλις έπεφτε η νύχτα.
Λευκό πανί, στραβωμένο ελαφρώς στη δεξιά γωνία, καρέκλες μεταλλικές που έτριζαν με μια ειλικρίνεια σχεδόν προσβλητική, και γιασεμί. Πάντα γιασεμί. Σαν να είχε υπογράψει συμβόλαιο με το καλοκαίρι.
Πήγα μόνη.
Δεν είναι αλήθεια. Πήγα με όλες τις φορές που είχα πει «δεν πειράζει». Με όλα τα «καλά είμαι». Με όλα τα «δεν ήταν τίποτα».
Η υγρασία κολλούσε στον σβέρκο μου. Τα μαλλιά μου μάζευαν μυρωδιές από αντιηλιακό καρύδα, τσιγάρο και προσμονή. Ενας προβολέας άναψε απότομα, σαν να αποφάσισε κάποιος ότι οι ζωές μας χρειάζονταν υπότιτλους.

Η συγγραφέας Γιούλη Τσακάλου
Κάθισα στην τρίτη σειρά από πίσω. Πάντα εκεί καθόμουν. Είναι το σημείο που βλέπεις καθαρά την ταινία, αλλά ακούς και τα φιλιά.
Τα φιλιά στα θερινά σινεμά είναι παράξενα. Δεν ξέρεις ποτέ αν είναι από την ταινία ή από πίσω σου. Κι αυτό είναι η μισή μαγεία.
Η ταινία ήταν μια παλιά επανέκδοση. Ερωτας σε νησί. Ασπρα φορέματα. Αργά βλέμματα. Κάποιος που φεύγει και κάποιος που μένει. Το κοινό γελούσε εκεί που έπρεπε. Σώπαινε εκεί που έπρεπε. Σαν να είχε δοθεί κρυφό σήμα.
Κάποια στιγμή άκουσα το τρίξιμο της καρέκλας πίσω μου. Αργό. Προσεκτικό. Σαν να ήθελε να μην ενοχλήσει την ιστορία.
Και μετά, το φιλί.
Δεν γύρισα.
Δεν ήθελα να μάθω ότι με αφορούσε. Δεν ήθελα να το προσγειώσω στην πραγματικότητα.
Ξέρεις πότε φοβάσαι; Οχι όταν κάποιος σε φιλάει. Αλλά όταν δεν είσαι σίγουρη αν το φαντάστηκες.
Ενιωσα μια ανάσα να ακουμπά στον αυχένα μου. Ζεστή. Διστακτική. Κι ύστερα τίποτα. Μόνο το πανί που έδειχνε δύο ανθρώπους να υπόσχονται αιώνια πράγματα που θα κρατούσαν μέχρι τον Σεπτέμβρη.
Το θερινό σινεμά είναι το μόνο μέρος όπου η αιωνιότητα έχει διάρκεια διακοπών.
Στο διάλειμμα σηκώθηκα να πάρω αναψυκτικό. Το ψυγείο έκανε έναν ήχο κουρασμένο, σαν να είχε δει πολλές επαναλήψεις της ίδιας σκηνής. Δίπλα μου στάθηκε ένας άντρας. Δεν τον κοίταξα αμέσως. Μύριζε βρεγμένο δέρμα και κάτι γνώριμο. Οχι άρωμα. Μνήμη.
«Συγγνώμη», είπε, «η σειρά σου.»
Η φωνή του είχε εκείνη τη ρωγμή που αφήνει ο χρόνος όταν περνάει από μέσα σου.
Τον κοίταξα.
Δεν ήταν όπως τον θυμόμουν. Ή ίσως ήταν ακριβώς όπως τον θυμόμουν, αλλά εγώ είχα αλλάξει. Τα μάτια του ίδια. Το χαμόγελο πιο προσεκτικό. Σαν να φοβόταν ότι αν ανοιχτεί πολύ, θα του ζητηθεί εξήγηση.
«Δεν ήξερα ότι έρχεσαι ακόμη εδώ», μου είπε.
«Δεν ήξερα ότι ερχόσουν και εσύ», απάντησα.
Χαμογέλασε. Από εκείνα τα χαμόγελα που δεν ξέρεις αν είναι συγγνώμη ή άμυνα.

Είχαμε αγαπηθεί κάποτε. Με εκείνον τον τρόπο που αγαπιούνται οι νέοι άνθρωποι πριν μάθουν να φεύγουν. Με υποσχέσεις που δεν γράφτηκαν πουθενά, άρα δεν μπορούσαν και να διαψευστούν επίσημα.
«Κάθομαι πίσω σου», είπε χαμηλά.
Το ήξερα.
Γυρίσαμε στις θέσεις μας χωρίς να πούμε τίποτα άλλο. Η δεύτερη πράξη της ταινίας άρχισε. Στην οθόνη, η ηρωίδα περίμενε στο λιμάνι. Στη δική μου πλάτη, μια σιωπή που ζητούσε άδεια να γίνει λέξη.
Το τρίξιμο ξανά.
Αυτή τη φορά, ένιωσα τα δάχτυλά του να ακουμπούν ελαφρά το πίσω μέρος της καρέκλας μου. Οχι εμένα. Την απόσταση.
«Δεν άλλαξες», ψιθύρισε.
Δεν γύρισα.
«Τίποτα δεν μένει ίδιο», είπα.
Η ταινία έδειχνε έναν αποχαιρετισμό. Ενα πλοίο που σφύριζε. Ενα μαντήλι που κουνιόταν με υπερβολική πίστη.
«Επρεπε να φύγω», συνέχισε. «Δεν ήμουν έτοιμος. Νεανική ανωριμότητα»
Γέλασα χαμηλά. Οχι από χαρά.
«Οι άντρες δεν είναι ποτέ έτοιμοι. Είναι απλώς βολικοί».
Σιωπή.
Πίσω μου, η καρέκλα έτριξε σαν να διαμαρτυρόταν.
Το φιλί ήρθε ξαφνικά. Οχι στα χείλη. Στα μαλλιά. Εκεί που φυλάω όσα δεν λέω.
Και τότε κατάλαβα.
Δεν με φίλαγε εκείνος.
Το φιλί ερχόταν από μπροστά.
Από την οθόνη.
Η ηρωίδα είχε σκύψει πάνω από τον άντρα που τελικά δεν έφυγε. Το κοινό αναστέναξε συγχρονισμένα. Κάποιος πίσω μου μετακινήθηκε απότομα. Μια άλλη καρέκλα έτριξε.
Γύρισα.
Η θέση του ήταν άδεια.
Στη μεταλλική επιφάνεια, μια σταγόνα υγρασίας ή ιδρώτα, γυάλιζε στο φως του προβολέα.
Κανείς δεν έδειχνε να έχει σηκωθεί.
Η ταινία τελείωσε με χειροκρότημα. Το γιασεμί δεν χειροκροτεί ποτέ. Απλώς επιμένει.
Εμεινα λίγο ακόμη. Ο κόσμος έφευγε ζευγάρια ή παρέες. Μόνο εγώ καθόμουν σαν να περίμενα υπότιτλους μετά το τέλος.
Δεν ήξερα αν είχε έρθει πραγματικά. Αν μου είχε μιλήσει. Αν το βλέμμα του ήταν μνήμη που βρήκε τρόπο να αποκτήσει σώμα.
Σηκώθηκα τελευταία.
Στην έξοδο, η ταμίας με κοίταξε.
«Μόνη;» ρώτησε ευγενικά.
Την κοίταξα κι εγώ.
Πίσω μου, καμία καρέκλα δεν κουνιόταν.
«Οχι», είπα. «Ποτέ.»
Βγήκα στον δρόμο. Η υγρασία είχε βαφτίσει τη νύχτα δική της. Από έναν κήπο πιο πέρα, το γιασεμί μύριζε επίμονα, σαν να ήθελε να με πείσει ότι όλα όσα ένιωσα ήταν αληθινά.
Ισως ήταν.
Ισως τα θερινά σινεμά να μην προβάλλουν ταινίες.
Ισως να προβάλλουν εκδοχές του εαυτού μας που δεν τολμήσαμε να ζήσουμε.
Κι αν κάποτε ξανακαθίσω στην τρίτη σειρά από πίσω και ακούσω καρέκλα να τρίζει, δεν θα γυρίσω πάλι.
Οχι γιατί φοβάμαι.
Αλλά γιατί έμαθα πως μερικοί έρωτες υπάρχουν μόνο όσο παίζει η ταινία.
Και το γιασεμί, ευτυχώς, θα παραμένει εκεί, αναμένοντας το επόμενο καλοκαίρι. Μάρτυρας των επαναλήψεων της ζωής και των θερινών σινεμά!


