Στις 4μ.μ. ο Αρχοντής αναχώρησε για το σπίτι του από τον Παράδεισο Αμαρουσίου. Δούλευε σε εκδοτικό οργανισμό. Κατακαλόκαιρο! Λαμπρή ιδέα για κανένα έργο σε θερινό σινεμά.

Από τον συγγραφέα Γιάννη Χρυσανθόπουλο
Συνταξίδευε με τη Στέλλα. Κρεμασμένοι οι δύο τους από τις χειρολαβές του τρόλεϊ, έλεγαν καμιά κουβέντα. Κάθε φορά που πάγατε φρένο ο οδηγός, έπεφταν ο ένας πάνω στον άλλον. Η Στέλλα ήταν ζουμερή, με πλούσιο στήθος. Δύο στάσεις πριν το Χίλτον του είπε: να σε αποχαιρετήσω, παραιτήθηκα. Παντρεύομαι. Φιλήθηκαν.
Ο Αρχοντής έφθασε στην γκαρσονιέρα, κρησφύγετο. Ξάπλωσε δύο ώρες, έκανε μπάνιο, παρφουμαρίστηκε, και βγήκε στο μικρό δρόμο της Καμπούρογλου. Αντίκριζε, πάντα, δεξιά την κεντρική είσοδο του Αγίου Λουκά. Τράβηξε για τη Νάξου, στον κινηματογράφο Λιλά, αγαπημένος χώρος τους θερινούς μήνες, από τότε που ήρθε φοιτητής στην Αθήνα Πρόβαλε την «Έκλειψη» του Αντονιόνι.
Έχασε την ευκαιρία
Ένιωθε απελευθερωμένος, είχε δει τα αποτελέσματα στο κύριο μάθημα της σχολής του στο πανεπιστήμιο, το είχε περάσει με οχτώ, ενώ ο επόμενος βαθμός ήταν έξι. Αναθάρρησε, κάτι άξιζε. Τον Σεπτέμβριο θα παραιτούνταν από την δουλειά. Θα πήγαινε στη μαυρίλα, τον στρατό. Είχε προγραμματίσει να δώσει κατατακτήριες σε άλλη σχολή, του Πολυτεχνείου. Με τα μπλεξίματά του πριν ενάμιση χρόνο έχασε μια ευκαιρία για μεταπτυχιακά στο εξωτερικό.
Ο Αρχοντής μπήκε να παρακολουθήσει την ταινία. Κάθισε στη δεξιά βραγιά των καθισμάτων, στο κέντρο του χώρου. Η ταινία βρίσκονταν πριν το διάλειμμα. Μπρος του κάθονταν ένα ζευγάρι, πήγε ένα κάθισμα πιο αριστερά για να απλωθεί. Όταν έγραψε η οθόνη διάλειμμα, η κοπέλα κοίταξε αριστερά.
Κεραυνοβολήθηκε. Μέχρι να το εμπεδώσει είχε μείνει άναυδος. Ήρθε στα συγκαλά του. Τι γυρεύει η Σούλα στα Άνω Πατήσια από τα Ταμπούρια της Κοκκινιάς; Οχτώ μήνες πριν είχαν χωρίσει. Δεν ανάσαινε να μη γίνει αντιληπτός. Η επόμενη σκέψη ήταν, όταν κλείσουν τα φώτα να πάει πίσω, να έχει την ευχέρεια, να γίνει καπνός.
Ήρθε στο νου του ο εφιάλτης του περσινού Σεπτέμβρη. Είχε πάει για λίγες μέρες σπίτι της Σούλας. Κοιμόνταν σε ένα δωμάτιο ισογείου δυαριού, που είχαν τη γιαγιά της, από πάνω έμενε με την οικογένειά της. Με την άφιξή του εκεί, άλλαξε η ατμόσφαιρα. Μίλαγαν μεταξύ τους. Κρυφομίλαγαν. Η σχέση του με τη Σούλα είχε τελματωθεί, από ένα χρόνο πριν, όταν άρχισε να επισημοποιείται το ειδύλλιό τους. Πιεστικά είχε γίνει ο αρραβώνας, τον περσινό Μάη. Πάσχιζε η οικογένειά της να τον καλιμπράρει στα μέτρα της. Αφού είδε το κλίμα ο Αρχοντής δεν έβγαζε κουβέντα. Την 7η μέρα, η καλή του, του έβαλε το μαχαίρι στο λαιμό. Να πάει στο στρατό και να γυρίσει να παντρευτούνε, γιατί θα είχε καλύτερη τύχη αν δεν μπλέκονταν μαζί του, έλεγε η μαμά της.
Τότε άρχισε η μουσική αγωνία. Ήταν «η ανακάλυψη» του Μάνου Χατζιδάκι από το soundtrack της ταινίας ο «Δράκος», του Νίκου Κούνδουρου. Αυτή τη μουσική την είχε σωματοποιήσει και ένιωθε αναταραχή εντός του στις αγωνίες του. Το βράδυ δεν κοιμήθηκε. Το πρωί, οριστικά, είχε γράψει τίτλους τέλους.

Ο θερινός κινηματογράφος Λιλά στα Πατήσια
Όταν έσκασε το φως, είχε έτοιμα τα πράγματά του. Κατέβηκε στην Π. Ράλλη, πήρε τηλέφωνο τη θεία Ελένη, αδερφή του πατέρα του, της είπε τι συνέβαινε. Να φύγει άμεσα, χωρίς προστριβές, τον συμβούλευε. Τη διαβεβαίωσε, δεν είχε ανοίξει το στόμα του. Συνεννοήθηκε με τον ΕΚΤΕΛΟΥΝΤΑΙ ΜΕΤΑΦΟΡΑΙ και πήγαν στο σπίτι. Κατέβηκε η Σούλα, η οποία είχε καταλάβει τι σήμαιναν, όσα έβλεπε από το μπαλκόνι. Ζύγωσε να τον αγκαλιάσει. Την απομάκρυνε. Έπιασε το αριστερό της χέρι, αφαίρεσε τη βέρα της, είπε κοφτά, αυτό δεν σου χρειάζεται πια, της παρέδωσε ένα ρολόι, που του είχαν κάνει δώρο, κι αυτή ανέβηκε κλαίγοντας στο σπίτι της, αυτός έφυγε προσβεβλημένος και καταρρακωμένος.
Στο τηλέφωνο τον ζητούσαν, δεν έβγαινε να μιλήσει. Τον εξύβριζαν. Μετά από λίγες μέρες οι βρισιές μετατράπηκαν σε παρακαλετό. Γνώριζαν πού έμενε κι ένα απόγευμα είχαν στηθεί να τον τουλουμιάσουν στο ξύλο. Οι συγγενείς του τον ειδοποίησαν να μην εμφανιστεί, γιατί του είχαν στήσει καρτέρι παράμερα από το μαγαζί τους. Είχε στο μεταξύ νοικιάσει μια γκαρσονιέρα, κρησφύγετο. Μια όχληση δέχτηκε στο τηλέφωνο μετά τους πέντε μήνες, γιατί το τηλέφωνό του παρέμεινε το ίδιο νούμερο.
Έσβησαν τα φώτα
Τέλειωσε το έργο, άναψαν τα φώτα, η Σούλα με τον συνοδό της βγήκανε από το σινεμά. Έσβησαν τα φώτα, για την δεύτερη προβολή. Ο Αρχοντής έφυγε κάπως συνωμοτικά, δεν είδε κάτι περίεργο, κι έφθασε ασμένως στο κρησφύγετο.
Το επόμενο βράδυ, Σάββατο 25 Ιούνη 1983, είδε τη Βιτόρια (Μόνικα Βίττι) που χώριζε με τον μεγαλύτερό της εραστή Ρικάρντο. Περιπλανιόταν στις αίθουσες του χρηματιστηρίου, όπου η μητέρα της είχε χάσει ένα τεράστιο ποσό. Είχε μια εφήμερη, χωρίς πάθος σχέση, με ένα νεαρό χρηματιστή (Αλέν Ντελόν).
Ο Αρχοντής αναρωτήθηκε: Tι έφερε τη Σούλα στη Νάξου; Η ιστορία του χωρισμού στην ταινία; Η έκλειψη που μεσολαβούσε στην ανάπτυξη της ιστορίας της ταινίας; Οι αναμνήσεις της μαζί του;
Οι ιδέες της Σούλας αντικαθρέφτιζαν την ημι-λούμπεν μικροαστική οικογένειά της, και όχι αυτές όταν πλάθονταν μαζί.
Ένας χωρισμός είναι προσώρας σκοτάδι μετά κυριαρχεί το φως, είναι κάτι σαν έκλειψη. «Τον λυπούσε ότι τα θερινά σινεμά με τα γιασεμιά τους θα του έλειπαν τα δύο χρόνια του στρατού».


