Στα θερινά τα σινεμά πηγαίνω μόνος. Πάνε χρόνια που ακολουθώ αυτό το καταδικό μου τελετουργικό. Πληρώνω το πρώτο μου εισιτήριο την ημέρα του θερινού ηλιοστασίου. Αδιάφορο ποια θα είναι η ταινία που θα προβληθεί.

Ο συγγραφέας Άγγελος Χαριάτης
Όμως είναι απόλυτα σημαντικό το μέρος. Το ίδιο όπως κάθε φορά. Σ’ εκείνο το σινεμά, στον δρόμο που περπάτησε αιώνες πριν ο απόστολος Παύλος. Ο κάθετος δρόμος, η οδός Ιουλίου Σμιθ, μοιάζει παράταιρος. Μα πόσοι ξέρουν τον Ιούλιο Σμιθ; Τον Γερμανό διευθυντή του Αστεροσκοπείου Αθηνών που παρακολουθούσε με το τηλεσκόπιό του πλανήτες και αστέρες και ονειρευόταν; Κάπως έτσι λειτουργούν τα σινεμά, κυρίως τα θερινά. Παράγουν και συντηρούν τα όνειρα. Κρατάνε τις μνήμες και τις αναμνήσεις.
Τροφή στη μνήμη
Είναι το Θησείο, η παλιά γειτονιά της μητέρας μου. Εκεί στην Ιουλίου Σμιθ μεγάλωσε. Εκεί κι εγώ, έστω μερικά μέτρα πιο πέρα, δίνω την απαραίτητη τροφή στη μνήμη για να μην ξεχάσει την εικόνα της. Χρόνια τώρα έχει ταξιδέψει για το βασίλειο των νεκρών. Γνωρίζω πως φαίνεται κάπως αταίριαστο να κυλάνε δάκρυα στα μάγουλά μου. «Είμαι αλλεργικός στο γιασεμί», ψελλίζω κάθε φορά που ένα έντονο βλέμμα πέφτει πάνω μου και νιώθω να με πλακώνει. Σκουπίζομαι με την ανάστροφη της παλάμης μου και πίνω την πορτοκαλάδα μου. Οπως τότε, την εποχή που έβλεπα τη μητέρα μου σαν ένα μικρό καλοσυνάτο θεό. Με τη χούφτα μου να χάνεται μέσα στη δική της, τη στιγμή που έπρεπε να τεντώνω τον λαιμό μου για να κοιτάξω τα μαύρα στιλπνά μαλλιά της πριν γυρίσει και με κοιτάξει με άφατη αγάπη μ’ εκείνα τα μάτια τα μελιά. Γύρω μου νέοι και νέες, εγώ ήδη έχω αφήσει πίσω μου καιρό τώρα την πρώτη και τη δεύτερη νιότη, αγκαλιάζονται με τρυφερότητα, οικογένειες παρακολουθούν σχολιάζοντας και γελώντας.
Η δεύτερη επίσκεψη ανήκει δικαιωματικά σε κάποιο από τα θερινά σινεμά του Πειραιά. Από τη Δραπετσώνα μέχρι την Ευγένεια και από το Κερατσίνι μέχρι τα Βοτσαλάκια. Αρκεί να προβάλλεται μια ταινία δράσης. Όχι μελόδραμα, ούτε κοινωνική, ούτε κωμωδία. Από περιπέτεια μέχρι -βαριά- νουάρ. Καλύτερα με θέμα κάποιον πόλεμο ή κάποιον σπουδαίο πειρατή. Συνηθίζω να κάθομαι στις τελευταίες θέσεις ακόμη κι αν όλα τα καθίσματα είναι αδειανά. Φαντάζομαι πως είναι, ή πιθανά να είναι, παράξενο το θέαμα ενός θεατή που δεν «θεάται». Κλείνω τα μάτια όταν πέφτουν οι αρχικοί τίτλοι και τα ανοίγω στο τέλος, μόλις ανοίγουν τα φώτα για την αποχώρηση. Είναι ένας τρόπος να αφήσω την αίσθηση της όρασης έξω από αυτό το ιδιότυπο σχέδιο. Ένα σχέδιο που εφαρμόζω απ’ όταν ο πατέρας ακολούθησε τη δική του διαδρομή προς το επέκεινα. Μα πριν από αυτό το ταξίδι είχε βυθιστεί ολόκληρος, αυτός κι ο κόσμος του, μέσα στον κόσμο της σιωπής, στον κόσμο της άνοιας με αμυδρές ελάχιστες αναλαμπές.
Μεθάω από τη μυρωδιά του νυχτολούλουδου, ακούω τους διαλόγους των ηρώων, τη μηχανή του ποπκόρν να αγκομαχάει και να παλεύει με τα σπόρια και το βούτυρο. Τα τζιτζίκια τερετίζουν το δικό τους προαιώνιο τραγούδι, την ώρα που νιώθω στα ακροδάχτυλά μου την υγρασία της νύχτας να απλώνει τα δροσερά υδάτινα δίχτυά της πάνω στη σκληρή μεταλλική επιφάνεια του στρογγυλού, φτιαγμένου από τσίγκο και βαμμένο με λαδομπογιά, τραπεζιού. Δεν γνωρίζω πώς ακριβώς συμβαίνει, μα συνδυάζω όλες τις υπόλοιπες αισθήσεις, όλους τους διαφορετικούς ήχους, τις μυρωδιές, την αφή, τη γεύση της μπίρας, με την όραση. Ακριβέστερα, με μια ιδιότυπη εσωτερική όραση, όπου κάθε φορά πρωταγωνιστής είναι ο πατέρας μου κι εγώ παραμένω σε δεύτερο ρόλο αναπαράγοντας στιγμές από την κοινή μας ζωή, ελαφρώς παραλλαγμένες.
Η μνήμη παίζει τα δικά της παιχνίδια για να κρατά ζωντανή την ανθρώπινη ύπαρξη. Το μόνο σίγουρο είναι πως λειτουργεί σαν μια χρονική ανασκόπηση. Με την εικόνα του επτάχρονου εαυτού μου παρέα με τον σαραντάχρονο πατέρα μου, να παρακολουθούμε μια περιπέτεια στο θερινό σινεμά της γειτονιάς. Με τελευταίο πλάνο του ανοϊκού πια γέροντα, να κλείνει τα μάτια μπροστά στην οθόνη, να κρατάει το χέρι μου και να βυθίζεται όλο και πιο πολύ στον δικό του κόσμο.
Φθινοπωρινή ισημερία

Θερινό σινεμά Ριβιέρα, Εξάρχεια
Η τελευταία προβολή, πάντοτε στη φθινοπωρινή ισημερία. Στα Εξάρχεια στο σινέ Ριβιέρα. Δεν έχει σημασία η ταινία. Μόνο το μέρος και η επέτειος. Πηγαίνω πρώτος, πριν καν έρθει ο ιδιοκτήτης, ώστε να βεβαιωθώ πως θα διαλέξω τη θέση. Την ίδια θέση όπου χρόνια πριν είχα σκύψει προς το μέρος της. Με τα χείλη μου ξερά από την αγωνία και τις λέξεις να βγαίνουν δύσκολα, να τραυλίζω μέχρι να πάρω το θάρρος, το θάρρος που μου έδωσε νεύοντας ανεπαίσθητα καταφατικά, μόνο ένας ερωτευμένος θα μπορούσε να καταλάβει το σινιάλο, και να της πω με κόπο πόσο πολύ την αγαπούσα.
Χωρίς να υπάρχει λόγος, μπορώ βέβαια να στηριχτώ σε ένα μελοδραματικό τέλος ή σε μια στιγμή λύτρωσης, χειροκροτώ την ώρα που πέφτουν οι τίτλοι τέλους. Με βουρκωμένα μάτια, δείχνω ευσυγκίνητος, και πως να μην είμαι άλλωστε. Γνωρίζω πως η Έλλη, η αλλοτινή και πλέον αλαργινή σύντροφός μου, μένει στην απέναντι πολυκατοικία. Στον δεύτερο όροφο. Τη βλέπω να ρεμβάζει, κάπως σκυμμένη με τους αγκώνες σάμπως να αγκαλιάζουν το κάγκελο του μπαλκονιού. Πίσω της το δωμάτιο της κουζίνας, με το φως να μοιάζει να τη χαϊδεύει. Όπως θα ήθελα κι εγώ. Δεν έχω ιδέα αν κάποιες φορές με σκέφτεται, ίσως να το ’θελα για να ικανοποιήσω τον πληγωμένο μου εγωισμό. Κρίμα που δεν ήρθαν τα πράγματα όπως λογαριάζαμε.


