Επαρχία αρχές της δεκαετίας του 1970. Το Φιλίπ στεκόταν παράλληλα με τον δρόμο.
Μια μάντρα το χώριζε από το πεζοδρόμιο στεφανωμένη με πράσινο καφασωτό για να μη δραπετεύουν οι εικόνες προς τα έξω. Στην είσοδο δύο μαρκίζες: Η μία με το σημερινό έργο, η άλλη για της Δευτέρας. Τα υπόλοιπα κρεμασμένα στη μάντρα πίσω από μεταλλικές βιτρίνες.
Σάββατο βράδυ και η γιαγιά μάς συνόδευε στο σινεμά. Επαιζε έργο με την Αλίκη!
Στο ταμείο πίσω από το τζάμι μια κυρία καλοχτενισμένη με το μαλλί «λάχανο» έτοιμη να ρωτήσει -πόσα; για να πάρει την απάντηση πριν καν τελειώσει τη φράση: «Τρία. Τον μικρό θα τον κρατήσω στα πόδια μου», της απάντησε η γιαγιά δείχνοντας τον μικρότερο αδερφό μου.
Κι ύστερα ο έλεγχος με τον αρμόδιο να στραβομουτσουνιάζει κόβοντας τα εισιτήρια κατά ένα λιγότερο.
Αλίκη είχε σήμερα, θα γινόταν το πατείς με πατώ σε.

Ο συγγραφέας Παύλος Γιαννακάκος
Πριν περάσεις την κόκκινη κουρτίνα για να μπεις στα ενδότερα του θερινού, στους τοίχους αφίσες και φωτογραφίες από τα προσεχώς με όλους τους σταρ, ντόπιους και εισαγόμενους…
Για λίγο θα πρέπει να ένιωσα σαν τον Antoine Doinel από τα «400 χτυπήματα» του Τριφό, έτοιμος να αρπάξω μια φωτογραφία της Μπαρντό.
Στα μπαλκόνια της διπλανής πολυκατοικίας οι οικογένειες στημένες από νωρίς για λαθροθέαση, μη χάσουνε τα προσεχώς αλλά και τα επίκαιρα φυσικά, που μόνο επίκαιρα δεν ήσανε αφού κάνανε κανά δυό μήνες να φτάσουνε στην επαρχία!!!
Αλλά Αλίκη είχε απόψε και μόνο αν την άκουγαν (με το σχετικό αντίλαλο) και με μισό κάδρο από την ταινία, αφού από την πολυκατοικία η οθόνη φαινότανε λοξά, θαύμα θα ήτανε!!!
Πόσο τους ζήλευα! Αχ και να μέναμε και ’μείς εκεί σε ένα διαμέρισμα που να βλέπει στην οθόνη του θερινού…
Σκέψου, Αλέν Ντελόν (φωτό), Κατρίν Ντενέβ, Ξανθόπουλος, Βέγγος και όλα τα γουέστερν του κόσμου!!! Ολα δωρεάν!!! Τζάμπα!
Τώρα που το σκέφτομαι απορώ: Με τόσες σφαίρες να πέφτουνε μέχρι τη μία τα ξημερώματα, πώς κατάφερναν οι γείτονες να κοιμούνται;
Κάποια στιγμή η φωνή του Πουλόπουλου (που τραγουδούσε για ένα άγαλμα που του μίλησε) κόπηκε απότομα.
Τι εννοεί άραγε; Μιλάνε τα αγάλματα; Τέλος πάντων, για να το λέει αυτός, ξέρει…
Τα φώτα σβήσανε. Μέσα από το φως της μηχανής προβολής που περνούσε πάνω από τα κεφάλια των θεατών μερικές φορές ένα έντομο περνούσε μέσα από τη δέσμη και γινόταν τεράστιο πάνω στο πανί, μεγαλύτερο από τους ηθοποιούς. Για λίγα δευτερόλεπτα το κοινό παρακολουθούσε περισσότερο εκείνη τη μαύρη κουκκίδα παρά την ιστορία που παιζόταν.
Η προβολή άρχισε. Καμιά δεκαριά κιονόκρανα σε ζουμ out και αμέσως μετά τα έργα και οι ημέρες της «εθνοσωτηρίου επαναστάσεως».
Η φωνή του εκφωνητή αυστηρή σε άπταιστη καθαρεύουσα να εξυμνεί τη χούντα.
Αμέσως μετά μερικά μανεκέν να κόβουνε βόλτες στην πασαρέλα και από κάτω σε τραπέζια κάτι ξελιγωμένοι γέροι με τις κυρίες τους να έχουν χαζέψει, ενώ τα σάλια τους φτάνανε στο πάτωμα.
Λίγα αθλητικά (μπαγιάτικα) και αμέσως μετά πάλι κολόνες και οι τίτλοι: Παραγωγή υπουργείου Προεδρίας Κυβερνήσεως…
Ωρα για διαφημίσεις…
Πρώτη και καλύτερη η νοικοκυρά που δεν αλλάζει το απορρυπαντικό της με άλλα δύο.
Ο άσπρος σίφουνας που όλα τα καθαρίζει και φυσικά διαφημίσεις για τσιγάρα, πολλά τσιγάρα…
Μετά τα προσεχώς, για Παρασκευή, Κυριακή, Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη… μέχρι τη Μεγάλη Τετάρτη που λέει ο λόγος.
Και ξαφνικά να τη: η Κατρίν Ντενέβ στην «Ωραία της ημέρας», έργο χαρακτηρισμένο «αυστηρώς ακατάλληλο»!
«Σε βάζουνε στα ακατάλληλα», μου ψιθύρισε ο συμμαθητής μου, σκύβοντας προς το μέρος μου με μια μυστική υπεροχή. «Εγώ έχω τον θείο μου στην πόρτα… και μπαίνω.»
«Μήπως δείχνουνε και τίποτα…», του απάντησα υποτιμητικά, για να καλύψω την τεράστια ζήλια μου στο καρφί του…
Κάπου εκεί η προβολή άρχισε, το καταλάβαμε και από τον μεταλλικό θόρυβο της μηχανής.
Τεράστια γράμματα στο ζενερίκ. Μουσική.
Και εκεί, που το γκρο πλαν της Αλίκης σαν «άλλος Παντοκράτορας γέμιζε την οθόνη, η ταινία «σκάλωσε» και άρχισε να καίγεται, εξαφανίζοντας την εικόνα και αφήνοντας στην οθόνη μια τεράστια τρύπα…
Ενα μακρόσυρτο «αααααααα» σηκώθηκε από το κοινό και τα φώτα ανάψανε αμέσως.
Σε λίγο όλα αποκαταστάθηκαν. Η μηχανή πήρε πάλι μπροστά.

Μα όχι για πολύ.
Σε ένα μικρό φιλμάκι, μια κοπέλα σε ένα σαλόνι, με ένα νεαρό πίσω της που κάπνιζε αμέριμνα, κρατούσε μια κάρτα, που έλεγε: Διάλειμμα ολίγων λεπτών…
Μέρος δεύτερον…
Οταν κάποιος από τις τελευταίες θέσεις που βρισκόταν κοντά στην ισόγεια καμπίνα προβολής άναβε τσιγάρο, ο καπνός πέρναγε μέσα στην προβολή και για λίγο η ταινία διαλυόταν σε σκιές.
Ισως γι’ αυτό θυμάμαι το σινεμά πιο καθαρά από τις ταινίες του.
Η πραγματική «ταινία» ήταν το κοινό:
Κάποιος κοιμάται, άλλος σχολιάζει, κάποιος τσακώνεται χαμηλόφωνα με αυτόν που κάθεται μπροστά του να κάνει λίγο πιο κει γιατί δεν βλέπει καλά, ένα παιδί κλαίει.
Η αυλή λειτουργούσε σαν σκηνή κοινωνικού θεάτρου.
Δύο κόσμοι παράλληλοι.
Το τέλος της ταινίας πλησίασε. Με ένα γάμο έκλεισε το έργο.
Ολοι ευχαριστημένοι σηκωθήκαμε να φύγουμε. Στην έξοδο
δίπλα στο ταμείο, ένα καρφωμένο πρόχειρα χαρτί ανακοίνωνε:
Σύντομα αρχίζουν εργασίες κατεδάφισης.
Το θυμάμαι σαν παγωμένο καρέ – ένα στιγμιότυπο που δεν συνεχίζεται. Ενα freeze frame για το μέλλον του ίδιου του σινεμά.
Σαν το ανοιχτό ερώτημα στο τέλος των «400 χτυπημάτων»: Τι θα απογίνει από δω και πέρα;
Ποιον δρόμο θα πάρει ο μικρός Αντουάν;
Και μαζί του, ποιον δρόμο θα έπαιρνε κι εκείνο το θερινό – κι εμείς που το γεμίζαμε με φωνές, καπνό και όνειρα…


