Γεννήθηκα ένα δροσερό μαγιάτικο βράδυ, σ’ ένα δωμάτιο με παλιές αφίσες και μεταλλικά κουτιά.
Μητέρα μου μια τρικολόρε… γόησσα της γειτονιάς που ξέρει να λουφάζει εκεί που δεν την πιάνει ανθρώπου μάτι. Πόσο μοιάζει η λάμψη από το φεγγάρι με τη φωτεινή δέσμη που σκίζει το σκοτάδι για να συναντήσει το τεράστιο λευκό πανί στο βάθος της αυλής.
Eμαθα να περπατώ αθόρυβα πάνω στο λευκό χαλίκι και το θερινό σινεμά «Αστρον» έγινε η παιδική μου χαρά. Πώς θροΐζουν τα φύλλα της μουριάς πάνω στο λευκό πανί, καθώς τα φυσά το μελτέμι. Δεν θα ξεχάσω, όμως, την τρομάρα μου ένα βράδυ! Οπως περπατούσα καμαρωτή ανάμεσα σε τραπεζάκια και καθίσματα, ξαφνικά η μουσική άλλαξε τόνο· σαν να έτριζαν τζάμια στην καταιγίδα. Σήκωσα το κεφάλι μου στην οθόνη και πάγωσα. Ενα τεράστιο τριχωτό τέρας άνοιξε διάπλατα το στόμα του, έβγαλε ένα βρυχηθμό και τ’ αφτιά μου δίπλωσαν απ’ την τρομάρα. Η ραχοκοκαλιά μου καμπούριασε, οι τρίχες μου σηκώθηκαν όρθιες κι άρχισα να τρέχω σαν τρελή! Χύθηκε η βυσσινάδα στο λευκό παντελόνι του κυρίου που καθόταν αμέριμνος, έτριξε το τραπεζάκι κι αναποδογύρισε η τσάντα της κυρίας σκορπίζοντας τους θησαυρούς της ολόγυρα. Χώθηκα έντρομη πίσω από μια πάνινη τσάντα και περίμενα με την καρδιά μου να χτυπά σαν ταμπούρλο. Οι υπόλοιποι συνέχισαν να πίνουν την μπίρα τους και να βουτάνε τα νάτσος στο λιωμένο τυρί. Τότε κατάλαβα το μεγάλο μυστικό: οι άνθρωποι λατρεύουν να τρομάζουν με ασφάλεια. Από εκείνο το βράδυ έδωσα μια υπόσχεση στον εαυτό μου: ποτέ ξανά στην πρώτη σειρά όταν η μουσική προμηνύει κίνδυνο.

Η συγγραφέας Λίτσα Τότσκα
«Μπουκιά» με φωνάζουν γιατί ήμουν η τελευταία της γέννας της μάνας μου και βγήκα μικροσκοπική και ζαρωμένη. Εγινα πια τεράστια με τόσα που με φιλεύουν · κάποιοι που με ξέρουν χρόνια μου φέρνουν λιχουδιές από το σπίτι τους γιατί ξέρουν την αδυναμία μου στον τόνο και στον σολομό. Στο πίσω μέρος του κυλικείου έχει ένα πιατάκι με το όνομά μου, αν και όπως λέει ο κύριος Αντώνης δεν πρέπει να περιδρομιάζω για να είμαι σε ετοιμότητα να αντιμετωπίσω τους ανεπιθύμητους εισβολείς, όπως αποκαλεί τα τρωκτικά.
Κάθε μέρα γύρω στις έξι, πριν ανοίξουν οι πόρτες, τον ακολουθώ κατά πόδας όσο ποτίζει τις γλάστρες και καταβρέχει με το λάστιχο το χαλίκι, για να «σπάσει» η ζέστη.
Τον τελευταίο καιρό η αγαπημένη μου θέση είναι πάνω στον λευκό τοίχο που χωρίζει το βασίλειό μου από τον υπόλοιπο κόσμο. Παρακολουθώ ταυτόχρονα τις περιπέτειες των ανθρώπων στο λευκό πανί και στην πλατεία· ομολογώ ότι το θέατρο της πλατείας έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον γιατί στο σκοτάδι παρατηρείς τις αληθινές τους αντιδράσεις. Λατρεύω, ας πούμε, τα «ζευγαράκια των πρώτων ραντεβού». Τα ξεχωρίζω αμέσως. Κάθονται άβολα, με ώμους σφιγμένους και αγοράζουν ένα καρότσι πράγματα από το κυλικείο. Το ποπ κορν καλύπτει τις αμήχανες σιωπές! Προχθές, ένας νεαρός με λευκό καλοσιδερωμένο πουκάμισο προσπαθούσε επί είκοσι λεπτά να απλώσει το χέρι του γύρω από την πλάτη της κοπέλας. Εκανε πως τεντωνόταν κάθε φορά που το δοκίμαζε. Τον κοίταζα με συγκατάβαση. «Κάν’ το, ανόητο δίποδο», σκέφτηκα. «Οι γάτες φλερτάρουν με μια γρατζουνιά ή ένα νιαούρισμα. Εσείς χρειάζεστε ολόκληρη… χορογραφία». Οταν τελικά τα κατάφερε, εκείνη χαμογέλασε στο σκοτάδι.
Το «Αστρον» είναι το ζωντανό μου βιβλίο. Μάιο με Σεπτέμβριο, οι άνθρωποι μου διηγούνται τις ιστορίες τους χωρίς καν να το ξέρουν. Συμπονώ ιδιαίτερα τον «κουρασμένο». Αριβάρει με «στολή γραφείου», αγοράζει το μεγαλύτερο κουτί ποπ κορν- γιατί δεν πρόλαβε να τσιμπήσει- κάθεται αναπαυτικά στην πάνινη καρέκλα και, πριν καν τελειώσουν διαφημίσεις και «προσεχώς», έχει γείρει το κεφάλι και κοιμάται με το στόμα μισάνοιχτο. Ομως… λιώνω με τον «τρυφερούλη». Σκουπίζει κρυφά τα μάτια του και κοιτάζει γύρω έντρομος μήπως τον πήρανε χαμπάρι.
Υπάρχει φυσικά και ο τύπος με τα πατατάκια. Εκεί που επικρατεί απόλυτη σιωπή γιατί κινδυνεύει η ζωή του πρωταγωνιστή, ξαφνικά ακούγεται… ΚΡΑΤΣ κι η σακούλα ανοίγει για ν’ ακολουθήσει το εκνευριστικό μασούλημα. Ολοι τον κοιτάζουν με βλέμμα δολοφονικό, αλλά εκείνος είναι απορροφημένος στον δικό του «τραγανό» κόσμο. Ο θόρυβος που αγαπώ; Τα πνιχτά γέλια των ανθρώπων· αναβλύζουν χαρά και συνενοχή για κάτι που είδαν ή που είπαν και τότε τα μάτια τους λάμπουν μέσα στο σκοτάδι.

Στα πρωτοβρόχια, οι καρέκλες μαζεύονται σε στοίβες κι ένας τεράστιος γκρίζος μουσαμάς καλύπτει την οθόνη. Ωρα για μοναχικές βόλτες και κουλούριασμα στο καμαράκι μου. Ακολουθεί η «άνοιξη της προετοιμασίας»: ο κύριος Αντώνης καταφθάνει με μπογιές και πινέλα, φυτεύει καινούργια γιασεμιά και λαδώνει τα μηχανήματα. Τότε ξέρω ότι το «καλοκαίρι της ζωής» πλησιάζει.
Κάθε βράδυ, όταν ο κινηματογράφος αδειάζει, ο χώρος ησυχάζει κι η μυρωδιά του νυχτερινού γιασεμιού γίνεται πιο έντονη. Τότε ο κύριος Αντώνης σβήνει τα μεγάλα φώτα και κάθεται σε μια καρέκλα για το τελευταίο τσιγάρο. Αυτή είναι η δική μας ώρα. Ανεβαίνω στην αγκαλιά του, με χαϊδεύει αργά και μου ψιθυρίζει: «Αλλο ένα βράδυ βγήκε, Μπουκιά. Οσο είμαστε εμείς εδώ, το “Αστρον” δεν θα σβήσει». Κι εγώ γουργουρίζω από ευχαρίστηση γιατί ξέρω πως, όσο κρατά τα κλειδιά, θα έχω πάντα το καλύτερο θεωρείο του κόσμου κάτω από τα αστέρια.


