Μεθαύριο, με την ανακοίνωση και του νέου κόμματος... Μπαρτσελόνα του Αλέξη Τσίπρα, ολοκληρώνεται η αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού.
Και η νέα πραγματικότητα θα είναι εδώ, με σημαντικά νέα δεδομένα. Το «αντικυβερνητικό μέτωπο» αποσυντίθεται και μετατρέπεται σε επιμέρους «εμφυλίους» μεταξύ νέων και παλαιότερων κομμάτων, τα οποία θέτουν ως προτεραιότητα όχι τον ανέφικτο με τα σημερινά δεδομένα στόχο της πτώση της κυβέρνησης αλλά τη μάχη της δεύτερης θέσης ή της εξασφάλισης της παρουσίας τους στην επόμενη Βουλή.
Διεκδίκηση
Οι επερχόμενες δημοσκοπήσεις του Ιουνίου αναμένεται να αποτυπώσουν τη νέα πραγματικότητα, δίνοντας το εναρκτήριο λάκτισμα για τις επιμέρους μάχες στο πεδίο της αντιπολίτευσης. Και μερικά από αυτά τα στοιχεία της νέας πραγματικότητας είναι πολύ ενδιαφέροντα. Αυτό που δεν αλλάζει και αμφισβητείται είναι η κυριαρχία της Ν.Δ. και η μεγάλη διαφορά της από το όποιο δεύτερο κόμμα. Σύμφωνα και με τις εκτιμήσεις του Μεγάρου Μαξίμου, τα νέα δεδομένα θα ενεργοποιήσουν συγκρουσιακές τάσεις μεταξύ των κομμάτων της αντιπολίτευσης (παλιών και νέων) για τη διεκδίκηση συγκεκριμένων εκλογικών κοινών.
Το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα έχει σαν βασικό αντίπαλο το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη και τούμπαλιν. Δεδομένης της δηλωμένης απροθυμίας και των δυο κομμάτων να συνεργαστούν, η μετωπική σύγκρουση μοιάζει αναπόφευκτη. Αλλωστε οι τροχιοδεικτικές βολές έχουν κάνει την εμφάνιση τους. Ενώ δεν θεωρούνται τυχαίες οι μεταγραφές στελεχών από το ένα κόμμα στο άλλο.
Το επίδικο
Το κεντροαριστερό κοινό είναι το επίδικο της αναμενόμενης σύγκρουσης, με τον Αλέξη Τσίπρα να παίζει το χαρτί του «νέου» αλλά με την παλιά «αριστερή γλώσσα» και την «ανικανότητα» του Νίκου Ανδρουλάκη να καταφέρει να εκμεταλλευτεί τη φθορά της κυβέρνησης. Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, από την πλευρά του, έχοντας αποτύχει να υποκαταστήσει τον τέως πρωθυπουργό στον ρόλο του ηγέτη ενός συγκροτημένου αντικυβερνητικού μετώπου, έχει το πλεονέκτημα της υπενθύμισης του αποτυχημένου κυβερνητικού και αντιπολιτευτικού ρόλου του.
Σφήνα σε αυτήν την αντιπαράθεση αναμένεται να μπει εκείνο το κομμάτι του παλιού ενιαίου ΣΥΡΙΖΑ, το οποίο βρίσκεται σε ανοικτή ρήξη με τον Αλέξη Τσίπρα και δεν έχει τις καλύτερες σχέσεις με το ΠΑΣΟΚ. Η ομάδα Πολάκη – Παππά, που παραμένει στον ΣΥΡΙΖΑ, μαζί με τους παλιούς «53» που μετανάστευσαν -πρόσκαιρα όπως αποδεικνύεται- στην υπό διάλυση Νέα Αριστερά και πιθανώς σε συνεννόηση με άλλα σχήματα της Αριστεράς (ΜέΡΑ25, ΑΝΤΑΡΣΥΑ) αναμένεται να επιδιώξουν την έκφραση της ριζοσπαστικής Αριστεράς, «αγγίζοντας» κυρίως την εν δυνάμει εκλογική βάση του Αλέξη Τσίπρα και δευτερεύοντος του ΠΑΣΟΚ.
Οι μικρότεροι
Η δεύτερη «εμφύλια» μάχη που αναμένεται να φουντώσει, είναι η μάχη στον χώρο του λεγόμενου «αντισυστημισμού». Η «Ελπίδα» της Μαρίας Καρυστιανού, παρά τη διακήρυξη που ήταν βγαλμένη από τη «Βουλή των Εφήβων» και με δεδομένο τον ετερόκλητο συνασπισμό αντιμνημονιακών-αγανακτισμένων, αντιεμβολιαστών, θρησκόληπτων και φιλορώσων, ανακατεύει τα νερά στα οποία «ψάρευαν» ο Κυριάκος Βελόπουλος, η Ζωή Κωνσταντοπούλου, ο Δημήτρης Νατσιός και άλλα μικρότερα ακροδεξιά σχήματα.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που υπάρχουν, οι δίαυλοι μεταξύ Καρυστιανού, Κωνσταντοπούλου, Βελόπουλου και Φωνής Λογικής είναι ανοιχτοί, με άγνωστο ακόμα ποιος θα είναι ο μεγάλος κερδισμένος και ποιοι οι χαμένοι, οι οποίοι μπορεί να αντιμετωπίσουν πρόβλημα ακόμα και εισόδου στη νέα Βουλή.
ΤΙ ΕΚΤΙΜΟΥΝ ΣΤΟ ΜΑΞΙΜΟΥ
Η περίπτωση του Αντώνη Σαμαρά
Το ενδιαφέρον στο νέο πολιτικό σκηνικό είναι ότι αυτές οι έντονες διεργασίες και ανακατατάξεις δεν αγγίζουν τη Ν.Δ. Το μόνο εν δυνάμει πρόβλημα για τη γαλάζια παράταξη είναι η δημιουργία κόμματος από τον Αντώνη Σαμαρά. Δεν είναι λίγοι όσοι στην προχθεσινή ομιλία του στη Βουλή για τις υποκλοπές «διάβασαν» ένα καινούργιο «ξεκινάμε», με αιχμή τα εθνικά θέματα.
Το πρόβλημα του Αντώνη Σαμαρά -και γι’ αυτό το Μέγαρο Μαξίμου εκτιμά ότι ακόμα κι αν προχωρήσει στη δημιουργία κόμματος, οι απώλειες της Ν.Δ. θα είναι «μικρές έως ασήμαντες»- είναι ότι τα εθνικά θέματα, με τη στρατιωτική και διπλωματική ενίσχυση της χώρας, αποτελούν ένα από τα ισχυρά όπλα της Ν.Δ. και τυγχάνουν μεγάλης και διακομματικής αποδοχής. Σύμφωνα μάλιστα με ορισμένες εκτιμήσεις, ακόμα κι αν το κόμμα Σαμαρά μπει στη Βουλή στις πρώτες εκλογές, θα είναι πολύ δύσκολο να μπει σε ενδεχόμενες δεύτερες και πιο πολωμένες εκλογές.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, έχοντας αποφασίσει οι εκλογές να γίνουν το 2027 κι αφού εξώθησε τα νέα κόμματα να επισπεύσουν τις κινήσεις τους -καταφανώς χωρίς να είναι έτοιμα- υπό τον φόβο πρόωρων εκλογών, τα αναγκάζει να μπουν για σχεδόν ένα χρόνο στη φθορά της καθημερινότητας και στη δοκιμασία των ουσιαστικών προτάσεων για την επίλυση των πραγματικών προβλημάτων της χώρας. Τα μετακίνησε, δηλαδή, σε ένα τερέν, το οποίο έχει αποδειχθεί δύο φορές εξαιρετικά προνομιακό για τον ίδιο και δυσμενές για όλους τους πολιτικούς αντιπάλους του.


