Δίνοντας ένα πρώτο περίγραμμα της εισήγησής του, ο πρωθυπουργός έκανε λόγο για αντικατάσταση του υπουργού στη Βουλή από τον πρώτο επιλαχόντα για όσο συμμετέχει στο Υπουργικό Συμβούλιο, με ταυτόχρονη αναβάθμιση του ρόλου του βουλευτή. Η εξαγγελία του πρωθυπουργού φέρνει στο προσκήνιο ένα ζήτημα που απασχολεί εδώ και δεκαετίες τις ευρωπαϊκές δημοκρατίες: μπορεί ένα πρόσωπο να ασκεί ταυτόχρονα εκτελεστική και νομοθετική εξουσία;
Για να εφαρμοστεί η εξαγγελία του πρωθυπουργού χρειάζεται Συνταγματική Αναθεώρηση, το οποίο μετέθεσε ο πρωθυπουργός σε μεταγενέστερο χρόνο. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης παρέπεμψε τη συζήτηση στο σύνολό της για μετά τις εκλογές του 2027, καθώς η διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης δεν έχει ακόμη ξεκινήσει. Η πρόταση για το ασυμβίβαστο υπουργού και βουλευτή θα τεθεί σε δημόσια διαβούλευση και, όπως σημείωσε, θα υλοποιηθεί μετά τις επόμενες εθνικές εκλογές. Στόχος είναι η ενίσχυση της διαφάνειας και η αναβάθμιση του ρόλου του βουλευτή, στο πλαίσιο μιας συνολικότερης προσπάθειας εκσυγχρονισμού της δημόσιας ζωής. Ο κ. Μητσοτάκης κατέληξε τονίζοντας ότι η Ελλάδα βαδίζει προς το 2030 με στόχο να ξεπεράσει οριστικά τις παθογένειες του παρελθόντος και να ενισχύσει την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς και το πολιτικό σύστημα.
Τι είναι το ασυμβίβαστο υπουργού – βουλευτή
Όσοι αναλαμβάνουν υπουργικό πόστο, δεν θα μπορούν να κατέχουν και τα βουλευτικά τους αξιώματα και θα παραιτούνται. Στην περίπτωση που ο υπουργός παραδώσει το χαρτοφυλάκιό του, τότε θα μπορεί και πάλι να αναλάβει το βουλευτικό του αξίωμα. Η πρόταση του πρωθυπουργού βασίζεται στο γαλλικό μοντέλο και αφορά την αναστολή της ιδιότητας για έναν βουλευτή που θα επιλέγεται ως υπουργός. Όπως διευκρίνισε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, για όσα διάστημα ο βουλευτής θα είναι υπουργός, δεν θα είναι βουλευτής και θα αντικαθίσταται από τον αντίστοιχο επιλαχόντα στην ίδια εκλογική περιφέρεια. Εάν φύγει από τη θέση του υπουργού μετά από ανασχηματισμό, θα επανέρχεται στη θέση του βουλευτή και αντίστοιχα θα μπορεί να είναι εκ νέου υποψήφιος. Την ίδια ώρα ίδιος τόνισε πως για να εφαρμοστεί το ασυμβίβαστο, θα πρέπει να μειωθεί και ο συνολικός αριθμός των βουλευτών του κοινοβουλίου.
Η Γαλλία είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυστηρού διαχωρισμού βουλευτών και υπουργών. Εκεί, όποιος γίνεται υπουργός εγκαταλείπει υποχρεωτικά τη θέση του στο κοινοβούλιο. Τη θέση του παίρνει ο πρώτος αναπληρωματικός του. Στην Ολλανδία αν ένας βουλευτής εκεί αναλάβει υπουργείο, σύμφωνα με το Σύνταγμα, χάνει αυτομάτως την έδρα του στη Βουλή, την οποία λαμβάνει ο πρώτος επιλαχών του ίδιου κόμματος.
Στο Βέλγιο κάθε μέλος του Κοινοβουλίου που διορίζεται στο Υπουργικό Συμβούλιο παύει να συμμετέχει στο νομοθετικό σώμα. Αν όμως παραιτηθεί από υπουργός, ανακτά αυτόματα τη βουλευτική του έδρα.
Στη Νορβηγία, όποιος βουλευτής γίνει υπουργός, σταματά να συμμετέχει στο κοινοβούλιο όσο διαρκεί η θητεία του στην κυβέρνηση. Δηλαδή, δεν μπορεί να πηγαίνει στις συνεδριάσεις και να ασκεί τα καθήκοντα του βουλευτή παράλληλα με το υπουργικό του έργο. Τη θέση του στη Βουλή την αναλαμβάνει προσωρινά ένας αναπληρωτής, μέχρι να ολοκληρωθεί η υπουργική του θητεία.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας, οι υπουργοί είναι ταυτόχρονα και βουλευτές. Το όδιο συμβαίνερι και σε Γερμανία, Ρουμανία, Ουγγαρία, Αυστρία και Πολωνία.
Στην Ιταλία, για παράδειγμα, η κυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνι έχει εντάξει στο υπουργικό της συμβούλιο αρκετούς τεχνοκράτες υπουργούς, δηλαδή ανθρώπους με εξειδικευμένη επαγγελματική εμπειρία που δεν έχουν εκλεγεί βουλευτές. Αντίστοιχη είναι η εικόνα και στην Ισπανία. Ο πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ διατηρεί σταθερά ένα σημαντικό ποσοστό υπουργών που δεν είναι μέλη του κοινοβουλίου, το οποίο κυμαίνεται περίπου στο 20% με 25% του κυβερνητικού σχήματος. Στην Πορτογαλία, 6 από τα 16 μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου είναι εξωκοινοβουλευτικοί, ποσοστό που φτάνει σχεδόν το 40%. Και στην Ελλάδα, πάντως, ήδη ένα σημαντικό ποσοστό των υπουργών δεν είναι βουλευτές. Ενδεικτικά αναφέρουμε τον Υπουργό Εξωτερικών Γιώργο Γεραπετρίτη, τον Υπουργό Δικαιοσύνης Γιώργο Φλωρίδη, την Υπουργό Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη, τον Υπουργό Ψηφιακής Διακυβέρνησης Δημήτρη Παπαστεργίου, τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρο Παπασταύρου, τον Υπουργό Επικρατείας Άκη Σκέρτσο και εσχάτως, τον νέο υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης Μαργαρίτη Σχοινά και τον επίσης νέο υπουργό Πολιτικής Προστασίας και Κλιματικής Κρίσης, Ευάγγελο Τουρνά.
Στην Κύπρο κανένα μέλος της κυβέρνησης του Νίκου Χριστοδουλίδη, ούτε υπουργός, ούτε υφυπουργός, δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα και βουλευτής. Αν ένας εκλεγμένος βουλευτής επιλεγεί για να αναλάβει υπουργικό αξίωμα, είναι υποχρεωμένος να παραιτηθεί από τη θέση του στη Βουλή. Η έδρα του στη Βουλή χηρεύει και καταλαμβάνεται από τον Α’ αναπληρωτή του ίδιου κόμματος στην ίδια εκλογική περιφέρεια.
Μητσοτάκης: Εισηγούμαι ασυμβίβαστο υπουργού – βουλευτή και ζητώ από την Ευρωπαία εισαγγελέα να ασκήσει τάχιστα διώξεις
Ασυμβίβαστο υπουργού και βουλευτή εισηγείται για μετά τις εκλογές του 2027 ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ενώ παράλληλα ζητεί από την Ευρωπαία εισαγγελέα να αποφανθεί ταχύτατα αν και σε ποιους θα ασκήσει διώξεις για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, όπως ανακοίνωσε νωρίτερα σε τηλεοπτικό του μήνυμα τη Μεγάλη Δευτέρα (6/4). Ειδικότερα, στο μήνυμά του για τις εξελίξεις στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ εισηγείται μετά τις εκλογές του 2027, ασυμβίβαστο υπουργού και βουλευτή με αντικατάσταση του υπουργού στη Βουλή από τον πρώτο επιλαχόντα, για όσο συμμετέχει στο υπουργικό συμβούλιο και ταυτόχρονη αναβάθμιση του ρόλου του βουλευτή. Παράλληλα, μεταξύ άλλων, τονίζει: «Αγωνίζομαι να μετατρέψω την Ελλάδα σε σύγχρονο Ευρωπαϊκό κράτος -με τον ψηφιακό εκσυγχρονισμό αντιμετωπίζεται η μικρή ή μεγαλύτερη διαφθορά όπου υπεισέρχεται ανθρώπινος παράγοντας».
Ολόκληρο το τηλεοπτικό μήνυμα
Αναλυτικά, το τηλεοπτικό μήνυμα του Κυριάκου Μητσοτάκη έχει ως εξής:
«Αγωνίζομαι να μετατρέψω την Ελλάδα σε σύγχρονο Ευρωπαϊκό κράτος – με τον ψηφιακό εκσυγχρονισμό αντιμετωπίζεται η μικρή ή μεγαλύτερη διαφθορά όπου υπεισέρχεται ανθρώπινος παράγοντας.
Είναι σημείο καμπής – μία νέα αφετηρία μάχης με το «Βαθύ Κράτος» – η ΝΔ γίνεται δύναμη ρήξης με τα κακώς κείμενα
Εισηγούμαι για μετά τις εκλογές του 2027, ασυμβίβαστο υπουργού και βουλευτή με αντικατάσταση του υπουργού στη Βουλή από τον πρώτο επιλαχόντα, για όσο συμμετέχει στο υπουργικό συμβούλιο και ταυτόχρονη αναβάθμιση του ρόλου του βουλευτή.
Συγκεκριμένα ο πρωθυπουργός ανέφερε:
Με αφορμή τις τελευταίες εξελίξεις στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, σας απευθύνομαι σήμερα χωρίς περιστροφές και υπεκφυγές. Αυτή είναι η ευθύνη μου, ως Πρωθυπουργός αλλά και ως Πρόεδρος μιας μεγάλης παράταξης της οποίας η ιστορία ταυτίζεται με τη διαδρομή της μεταπολιτευτικής Ελλάδας, με τις καλές και λιγότερο καλές στιγμές της.
Θέλω να κάνω τρεις επισημάνσεις.
Πρώτον, η αποστολή δικογραφίας στη Βουλή με αίτημα την άρση της ασυλίας 11 Βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας συνιστά σοβαρή εξέλιξη, για την οποία οφείλω να τοποθετηθώ αναλυτικά.
Θυμίζω ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θεσμοθετήθηκε το 2020 και στηρίχθηκε πλήρως από την κυβέρνησή μας. Το δε υλικό πάνω στο οποίο εδράζει τα αιτήματά της είναι προϊόν νόμιμων επισυνδέσεων που έγιναν από τις διωκτικές αρχές και πάλι αυτής της κυβέρνησης. Χωρίς να υπάρξει, προφανώς, καμία παρέμβαση στο έργο τους. Αφορώντας, βέβαια, συμβάντα όχι σημερινά, αλλά του 2021.
Τα μέλη της κυβέρνησης που αναφέρονται στην υπόθεση υπέβαλαν αμέσως την παραίτηση τους. Τα δε αιτήματα ασυλίας θα συζητηθούν αύριο στην Επιτροπή Δεοντολογίας της Βουλής. Ήταν, άλλωστε, η Νέα Δημοκρατία που τροποποίησε το Σύνταγμα ώστε η άρση της ασυλίας των Βουλευτών να γίνει ο κανόνας και όχι η εξαίρεση. Τιμά τους Βουλευτές μας η απόφαση τους να ζητήσουν την άρση της κοινοβουλευτικής τους προστασίας.
Όμως, από την πρώτη επεξεργασία των στοιχείων είναι σαφές πως δεν έχουν όλες οι υποθέσεις την ίδια βαρύτητα. Ένα, όμως, είναι βέβαιο: κανείς από τους Βουλευτές μας δεν κατηγορείται ότι αποκόμισε οικονομικό όφελος.
Με δεδομένο ότι ο δυτικός νομικός πολιτισμός έχει δώσει αγώνες για να κατακτηθεί το τεκμήριο της αθωότητας, τονίζω ότι θα κάνω ό,τι περνά από το χέρι μου για να το υπερασπιστώ. Γι’ αυτό και ζητώ από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, μετά την άρση της ασυλίας των Βουλευτών μας, να προχωρήσει ταχύτατα σε όλες τις ανακριτικές ενέργειες και να αποφανθεί αν, σε πόσους και σε ποιους προτίθεται να ασκήσει διώξεις.
Και όταν λέω ταχύτατα, το εννοώ. Γιατί μιλάμε για Βουλευτές μας οι οποίοι έχουν ήδη υποστεί προσωπικό αλλά και πολιτικό πλήγμα. Έχουν, συνεπώς, το ελάχιστο δικαίωμα να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους.
Η δεύτερη επισήμανσή μου για τον ΟΠΕΚΕΠΕ αφορά τη μάστιγα των πελατειακών σχέσεων, που επί δεκαετίες περνούσαν, σαν παλαιοκομματική «σκυτάλη», από τα χέρια της μιας κυβέρνησης προς την επόμενη. Απέναντί της έχω σταθεί αυτοκριτικά πολλές φορές, όπως και για το γεγονός ότι δεν έκανα νωρίτερα δραστικές παρεμβάσεις για να σπάσει το «απόστημα».
Όμως, η μεγάλη μεταρρύθμιση τώρα υλοποιείται: ΟΠΕΚΕΠΕ, όπως τον ξέραμε, δεν υπάρχει πια. Η ευθύνη του προσδιορισμού και αποπληρωμής των αγροτικών ενισχύσεων μεταβιβάστηκε στην ΑΑΔΕ. Και όπως σήμερα δεν ζητάμε διευκολύνσεις από την ΑΑΔΕ για φορολογικά θέματα, το ίδιο θα ισχύει στο εξής και για τις επιδοτήσεις. Είναι μία μεγάλη αλλαγή, που θα ωφελήσει πολύ κάθε έντιμο αγρότη και κτηνοτρόφο.
Εδώ επιτρέψτε μου έναν πιο προσωπικό τόνο. Φτάνει πια με τους υποκριτές που «ανακάλυψαν» ξαφνικά ότι τα ρουσφέτια στον τόπο ξεκίνησαν το 2019. Τέτοιες πελατειακές σχέσεις συνοδεύουν το ελληνικό κράτος από τη σύσταση του. Είναι από τους βασικούς λόγους της εθνικής μας υστέρησης σε σχέση με την Ευρώπη.
Σας μιλώ από καρδιάς. Προφανώς, δεν προέκυψα από πολιτική «παρθενογένεση». Όποιος Βουλευτής εκλέγεται με σταυρό, διατηρεί πολιτικό γραφείο και ισχυρίζεται πως δεν έχει κάνει ποτέ κάποια εξυπηρέτηση, είναι απλώς ψεύτης.
Όμως, από το 2019 αγωνίζομαι να μετατρέψω την Ελλάδα σε σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος, στο οποίο δεν θα χρειάζεται να γνωρίζεις προσωπικά τον Βουλευτή προκειμένου να αντιμετωπιστείς με αξιοπρέπεια από το Δημόσιο.
Το μεγάλο στοίχημα του ψηφιακού εκσυγχρονισμού που κερδίζουμε ημέρα με την ημέρα δεν στοχεύει μόνο σε μία καλύτερη καθημερινότητα για όλους, αλλά στην αντιμετώπιση της μικρής ή μεγαλύτερης διαφθοράς που μπορεί να κρύβεται σε κάθε διαδικασία στην οποία υπεισέρχεται ανθρώπινος παράγοντας. Οι νοοτροπίες αιώνων, βλέπετε, δεν αλλάζουν, δυστυχώς, απ’ τη μία στιγμή στην άλλη. Γι’ αυτό και πρέπει να στερήσουμε από το ρουσφέτι το πολιτικό του «οξυγόνο».
Πώς;
Σήμερα οι συντάξεις βγαίνουν σε σύντομο διάστημα και όχι σε τρία χρόνια. Άρα, γιατί να πάρεις τον Βουλευτή για να ζητήσεις να βγει πιο γρήγορα η δική σου; Στη χώρα, όταν υπάρχουν αρκετά κρεβάτια Εντατικής, ποιος ο λόγος να απαιτεί κάποιος προνομιακή μεταχείριση; Από τη στιγμή που οι κλήσεις της Τροχαίας επιδίδονται αυτόματα και ψηφιακά, ποιος θα μπορεί μετά να θέλει να σβηστεί η δική του;
Τώρα που η θητεία εκσυγχρονίζεται και όλοι υπηρετούν στον Στρατό Ξηράς με τους ίδιους όρους, χάνει πλέον το νόημά του το στρατολογικό ρουσφέτι.
Κι όταν, όπως δρομολογούμε, δορυφόροι καταγράφουν τις καλλιέργειες και όλα τα ζώα έχουν ηλεκτρονική σήμανση, τελειώνουμε οριστικά με τα ανύπαρκτα κοπάδια και τα εικονικά βοσκοτόπια.
Όλες αυτές είναι πολιτικές που υλοποιούνται ήδη και αλλάζουν το «βαθύ κράτος». Για να το πω διαφορετικά: μόνο ο ψηφιακός εκσυγχρονισμός και η διαφάνεια μπορούν να μας απαλλάξουν από ξεπερασμένες πρακτικές που δεν χωρούν στον 21ο αιώνα.
Τέλος, το τρίτο μου σχόλιο αφορά το πολιτικό σύστημα συνολικά. Κανείς -και πρώτος εγώ- δεν μπορεί να κλείσει τα μάτια του στην κρίση εμπιστοσύνης, η οποία απευθύνεται όχι μόνο στους θεσμούς αλλά και στο πολιτικό προσωπικό της χώρας συνολικά. Μία πρόκληση, βέβαια, που απασχολεί όλες τις φιλελεύθερες δημοκρατίες. Εμείς, ωστόσο, έχουμε χρέος να ασχοληθούμε με τα «του οίκου μας».
Έχουμε φτάσει, νομίζω, σε ένα σημείο καμπής. Ως Πρωθυπουργός, λοιπόν, αλλά και ως Πρόεδρος ενός κόμματος που εγγυάται τη σταθερότητα και την ασφάλεια, οφείλω να αξιολογήσω τη συγκυρία, όχι μόνο ως δίδαγμα μιας αρνητικής εμπειρίας αλλά και ως μία νέα αφετηρία μάχης με το «βαθύ κράτος». Με πρώτη τη δική μου παράταξη να γίνεται δύναμη ρήξης με τα κακώς κείμενα και να αναμετριέται, με ειλικρίνεια και γενναιότητα, με τις δικές της αδυναμίες.
Έτσι, θα εισηγηθώ προς συζήτηση στον δημόσιο διάλογο μια νέα δέσμη θεσμικών τομών, πέραν των προτάσεών μας για τη Συνταγματική Αναθεώρηση. Ανάμεσά τους, το ασυμβίβαστο Υπουργού και Βουλευτή, με αντικατάσταση του Υπουργού στη Βουλή από τον πρώτο επιλαχόντα για όσο συμμετέχει στο Υπουργικό Συμβούλιο, και με ταυτόχρονη αναβάθμιση του ρόλου του Βουλευτή.
Προφανώς, οι παραπάνω προτάσεις θα τεθούν σε διαβούλευση με την κοινωνία, ώστε να υλοποιηθούν μετά τις επόμενες εθνικές εκλογές. Θα αποτελέσουν, επίσης, μέρος των δεσμεύσεων τις οποίες θα αναλάβουμε, εφόσον ο λαός μας εμπιστευθεί ξανά. Και πάντως, σίγουρα σηματοδοτούν την προσωπική μου απόφαση η πατρίδα να κερδίσει οριστικά τον πόλεμο με τα δεσμά του παρελθόντος της.
Με άλλα λόγια, βαδίζοντας προς το ορόσημο του 2030 και τους δύο αιώνες από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, καλούμαστε να αναμετρηθούμε με όλες εκείνες τις διαχρονικές παθογένειες που δεν ξεριζώσαμε ακόμα. Και παρά τις δυσκολίες, παρά τις αντιδράσεις, είμαι σίγουρος ότι Ελληνίδες και οι Έλληνες θα στηρίξουν αυτή την προσπάθεια. Προσπάθεια εκσυγχρονισμού και αναβάθμισης της δημόσιας ζωής.
Η χώρα θα νικήσει ό,τι έρχεται από το χθες και την κρατά πίσω. Και η πορεία της στο εξής θα είναι μόνο μπροστά, με πρώτο και καθοριστικό σταθμό τις εκλογές του 2027».
Καραμανλής – Αραμπατζή: Στη διάθεση των Αρχών
Δύο περιπτώσεις που ξεχωρίζουν και έχουν σηματοδοτήσει πολιτικές εξελίξεις από όλες όσες βρίσκονται εντός της δικογραφίας είναι εκείνες του πρώην υπουργού Μεταφορών Κώστα Αχ. Καραμανλή και της πρώην υφυπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Φωτεινής Αραμπατζή.
Ο κ. Καραμανλής εμφανίζεται στη δικογραφία να μη μιλά ο ίδιος, αλλά γίνεται αναφορά στο πλαίσιο στιχομυθίας ανάμεσα στον τότε πρόεδρο του ΟΠΕΚΕΠΕ Δημήτρη Μελά και συνεργάτη του τότε υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης, Σπήλιο Λιβανό. Ο ίδιος το Σάββατο με δήλωσή του ανακοίνωσε ότι δεν θα είναι υποψήφιος στις επόμενες εκλογές, δήλωσε αθώος και πως θα το αποδείξει, αλλά δεν εμφανίστηκε διατεθειμένος να παραδώσει την έδρα του.
«Θέτω τον εαυτό μου στη διάθεση των αρμόδιων αρχών μαζί με τους συναδέλφους μου βουλευτές, με τους οποίους φερόμαστε ως εμπλεκόμενοι στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ. Είμαι αθώος και θα αποδείξω την αθωότητά μου όπου κληθώ. Θα συνεχίσω να τιμώ την εντολή των συμπολιτών μου, ως οφείλω, μέχρι τη λήξη της θητείας της παρούσας Βουλής. Επειδή, όμως, η πολιτική για εμένα δεν είναι αυτοσκοπός, δηλώνω ότι δεν προτίθεμαι να είμαι υποψήφιος στις προσεχείς εκλογές», ήταν η χαρακτηριστική δήλωση του κ. Καραμανλή. «Σωστά έπραξε», ήταν το σχόλιο κυβερνητικών πηγών.
Οσον αφορά στην κ. Φωτεινή Αραμπατζή, από τα έγγραφα φαίνεται ότι η πρώην υφυπουργός δείχνει ειδικό ενδιαφέρον για την πληρωμή συγκεκριμένου παραγωγού, για τον οποίο ένα «καραμανλικό στέλεχος» πήγε από το γραφείο της και ζήτησε να τον βοηθήσουν. Η κ. Αραμπατζή προέβη χθες σε δημόσια τοποθέτηση, ζητώντας τη σύσταση Προκαταρκτικής Επιτροπής για να αποδειχθεί, όπως αναφέρει, ότι οι κατηγορίες εναντίον της είναι αβάσιμες.
«Θέτω τον εαυτό μου, χωρίς καμία επιφύλαξη, στη διάθεση κάθε αρμόδιας Αρχής, προκειμένου να διερευνηθεί πλήρως η υπόθεση που με αφορά στη δεύτερη δικογραφία για τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Ζητώ μάλιστα από τους συναδέλφους μου να ψηφίσουν τη σύσταση Προκαταρκτικής Επιτροπής, έτσι ώστε να αποδειχθεί ότι οι κατηγορίες εναντίον μου είναι παντελώς αστήρικτες και άδικες», επεσήμανε η ίδια.
Μετά τις εκλογές η όποια αλλαγή
Στο θέμα αναφέρθηκε ο Παύλος Μαρινάκης, ξεκαθαρίζοντας πως «μιλάμε για μια πρόταση η οποία θα ξεκινήσει να συζητείται προεκλογικά, αλλά η όποια αλλαγή θα είναι μετά τις εκλογές». «Άρα μιλάμε για κάτι το οποίο αν ισχύσει θα ισχύσει για μετά τις εκλογές» επανέλαβε. Επισήμανε ακόμη πως η πρόταση αυτή θα πρέπει να ενταχθεί στην ευρύτερη Συνταγματική Αναθεώρηση, «άρα απαιτούνται και οι προβλεπόμενες αυξημένες πλειοψηφίες σε μια εκ των δύο κοινοβουλευτικών περιόδων».
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος έδωσε και το πλαίσιο για το πώς μπορεί να εφαρμοστεί η πρόταση του πρωθυπουργού στην πράξη: «Μιλάμε για αναστολή της βουλευτικής ιδιότητας για έναν βουλευτή ο οποίος θα επιλέγεται από τον εκάστοτε πρωθυπουργό ως υπουργός. Για όσο διάστημα είναι υπουργός δεν θα είναι βουλευτής και θα αντικαθίσταται από τον αντίστοιχο επιλαχόντα στην ίδια εκλογική περιφέρεια. Αν γίνει ένας ανασχηματισμός και φύγει από τη θέση του υπουργού θα επανέρχεται στη θέση του βουλευτή. Αντίστοιχα θα μπορεί να είναι εκ νέου υποψήφιος» διευκρίνισε.

