Ισχυρή αύξηση κερδοφορίας, που επιβεβαιώνει ότι ο μετασχηματισμός της σε έναν σύγχρονο καθετοποιημένο ενεργειακό και τεχνολογικό όμιλο αποδίδει, παρουσίασε η ΔΕΗ το πρώτο τρίμηνο του 2026. Με αιχμή τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, τις επενδύσεις στα δίκτυα, τη δυναμική ανάπτυξη της Fibergrid αλλά και το νέο επενδυτικό άνοιγμα σε data centers και ψηφιακές υποδομές, ο όμιλος εμφανίζει πλέον σαφή αλλαγή κλίμακας και προσανατολισμού.
Το προσαρμοσμένο EBITDA ανήλθε στα 0,7 δισ. ευρώ, αυξημένο κατά 51% σε ετήσια βάση, ενώ τα προσαρμοσμένα καθαρά κέρδη μετά τα δικαιώματα μειοψηφίας διαμορφώθηκαν στα 234 εκατ. ευρώ, σχεδόν τριπλάσια έναντι του αντίστοιχου περσινού τριμήνου. Σύμφωνα με τη διοίκηση, η επίδοση αυτή στηρίχθηκε στην αυξημένη παραγωγή από ΑΠΕ, στις ευνοϊκές καιρικές συνθήκες αλλά και στη συνολική ανθεκτικότητα του καθετοποιημένου μοντέλου της εταιρείας.
Επενδύσεις με επίκεντρο τις ΑΠΕ
Οι συνολικές επενδύσεις ανήλθαν σε 0,5 δισ. ευρώ, με το 82% να κατευθύνεται σε έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, ευέλικτης παραγωγής και δικτύων διανομής. Η εγκατεστημένη ισχύς ΑΠΕ έφθασε τα 7,2 GW, ενώ ακόμη 6,7 GW βρίσκονται υπό κατασκευή, έτοιμα προς κατασκευή ή σε διαγωνιστική διαδικασία.
Στην τηλεδιάσκεψη με τους αναλυτές, η διοίκηση περιέγραψε τη στρατηγική ανάπτυξης των ΑΠΕ ως ένα μεγάλο διαφοροποιημένο χαρτοφυλάκιο έργων σε πολλές αγορές ταυτόχρονα. Όπως ανέφερε, η λογική είναι ότι κάποια έργα θα καθυστερούν ή δεν θα υλοποιούνται, ωστόσο η συνολική «δεξαμενή» έργων λειτουργεί ως μηχανισμός απορρόφησης του ρίσκου και διασφαλίζει την επίτευξη των στόχων του 2030.
Η παραγωγή από ΑΠΕ αυξήθηκε κατά 140% και διαμορφώθηκε στις 3,6 TWh, καλύπτοντας πλέον το 56% της συνολικής παραγωγής της ΔΕΗ. Ως αποτέλεσμα, η ένταση εκπομπών CO₂ μειώθηκε κατά 36%, στους 0,35 τόνους ανά παραγόμενη MWh, αποτυπώνοντας τη συνεχιζόμενη μετάβαση σε καθαρότερο ενεργειακό μείγμα.
Το σήμα για τις τηλεπικοινωνίες
Ξεχωριστό ενδιαφέρον είχε η τοποθέτηση της διοίκησης για τις τηλεπικοινωνίες και ειδικά για τα σενάρια εισόδου στην κινητή τηλεφωνία. Η ΔΕΗ ξεκαθάρισε ότι δεν σχεδιάζει να δραστηριοποιηθεί ως πάροχος κινητής λιανικής, διαψεύδοντας ουσιαστικά τα σχετικά σενάρια της αγοράς.
Ωστόσο, επιβεβαίωσε ότι εξετάζει ενεργά τις δυνατότητες fixed wireless broadband, δηλαδή ασύρματης σταθερής πρόσβασης στο internet, ως συμπληρωματικής τεχνολογίας προς το δίκτυο οπτικής ίνας της Fibergrid. Σύμφωνα με τη διοίκηση, η συμμετοχή στη διαβούλευση για το φάσμα έχει καθαρά διερευνητικό χαρακτήρα και στόχο να αξιολογηθεί αν η τεχνολογία αυτή μπορεί να αξιοποιηθεί σε περιοχές όπου η ανάπτυξη FTTH είναι δυσκολότερη ή λιγότερο αποδοτική οικονομικά.
Παραμένει ανοιχτό αν η εταιρεία θα κινηθεί μέσω απόκτησης δικού της φάσματος ή μέσω συνεργασιών χονδρικής, με τη διοίκηση να σημειώνει ότι αυτή ακριβώς η αξιολόγηση βρίσκεται σήμερα σε εξέλιξη.
Η Fibergrid συνεχίζει παράλληλα την ταχεία ανάπτυξή της, καλύπτοντας πλέον 1,8 εκατ. νοικοκυριά και επιχειρήσεις στην Ελλάδα, αυξημένα κατά 86% σε ετήσια βάση. Περισσότερα από 1 εκατ. νοικοκυριά είναι ήδη διαθέσιμα για άμεση σύνδεση, ενώ οι πελάτες ξεπέρασαν τις 12.000 στο πρώτο τρίμηνο. Η διοίκηση επιβεβαίωσε επίσης ότι η διάθεση υπηρεσιών φωνής παραμένει εντός χρονοδιαγράμματος για το καλοκαίρι.
Αισιοδοξία για τη συνέχεια του έτους
Παρά τη διατήρηση των στόχων για προσαρμοσμένο EBITDA 2,4 δισ. ευρώ και καθαρά κέρδη 0,7 δισ. ευρώ το 2026, η διοίκηση εμφανίστηκε ιδιαίτερα αισιόδοξη για την πορεία του έτους, επισημαίνοντας ότι οι βασικοί άξονες ανάπτυξης – ΑΠΕ, δίκτυα, τηλεπικοινωνίες και νέες ψηφιακές υποδομές – κινούνται εντός ή και πάνω από τον προγραμματισμό.
«Παραμένουμε αισιόδοξοι για την επίτευξη των οικονομικών μας στόχων για το 2026. Όραμά μας είναι η ΔΕΗ να ηγείται της ενεργειακής μετάβασης στην Κεντρική και Νοτιοανατολική Ευρώπη. Επεκτείνουμε το αποτύπωμά μας ώστε να αποτελέσουμε πυλώνα ενεργειακής ασφάλειας και βιωσιμότητας για ολόκληρη την περιοχή, δημιουργώντας αξία για τους πολίτες, τις επιχειρήσεις και τους μετόχους μας», ανέφερε ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ΔΕΗ, Γιώργος Στάσσης, κλείνοντας την τηλεδιάσκεψη με τους αναλυτές.
Η στάση αυτή συνοδεύεται, πάντως, από προσεκτική παρακολούθηση της ευρωπαϊκής αγοράς φυσικού αερίου, καθώς η μεταβλητότητα στις τιμές ενέργειας παραμένει σημαντικός παράγοντας αβεβαιότητας για το δεύτερο εξάμηνο του έτους.

