Ο Γενικός Δείκτης του Ελληνικού Χρηματιστηρίου, έστω και με διακυμάνσεις ανάλογα με τις εξελίξεις στον Περσικό Κόλπο, τις τιμές του πετρελαίου και τις αποδόσεις στην αγορά ομολόγων, κινείται σε νέα υψηλά 201 μηνών.
Η διάθεση ανάληψης επενδυτικού κινδύνου σε ελληνικές μετοχές και ομόλογα βρέθηκε, σύμφωνα με τα στοιχεία των πρόσφατων αντλήσεων κεφαλαίων, στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων δύο δεκαετιών.
Από την άλλη, όλα τα παραπάνω, δυστυχώς, αφορούν ένα σχετικά μικρό κομμάτι του χρηματιστηριακού ταμπλό και, κυρίως, μετοχές που δραστηριοποιούνται τα ξένα χαρτοφυλάκια, τα οποία, επί καθημερινής βάσεως απασχολούν, minimum, το 70% του τζίρου και τα οποία ασχολούνται με μικρό αριθμό εισηγμένων και δεν ενδιαφέρονται για νέους «επενδυτικούς προορισμούς».
Και αυτό γιατί πρωτεύον κριτήριο για τους ξένους είναι η συναλλακτική δραστηριότητα και η εύκολη «επιβίβαση και αποβίβαση» σε μία μετοχή.
Η εικόνα των τελευταίων, πολλών, ημερών σε μεσαία και πολύ περισσότερο σε μικρότερη κεφαλαιοποίηση είναι «ηχηρή απάντηση» σε όσους δήλωναν βέβαιοι για τη σταδιακή διάχυση του αγοραστικού ενδιαφέροντος σε μεγαλύτερο κομμάτι του ταμπλό, κάτι που μέχρι τώρα δεν διαφαίνεται.
Ασφαλώς και υπάρχουν και οι εξαιρέσεις, όπου με το αποδεδειγμένο ενδιαφέρον των βασικών μετόχων, οι μετοχές τους βρίσκονται σε πολυετή ή ιστορικά υψηλά, αλλά αυτές απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα.
«Αργά…»
Σύμφωνα με έμπειρο αναλυτή, «αργά αλλά σταθερά η εγχώρια αγορά συνεχίζει να μεταλλάσσεται. Τα “μεγάλα χαρτιά” θα συνεχίσουν να μεγαλώνουν και οι “μικρομεσαίοι” του ταμπλό, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, θα παραμένουν στο περιθώριο του ενδιαφέροντος, με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται».
«Αν και ο χαμηλός βαθμός συμμετοχής των συναλλαγών σε τίτλους μεσαίας και χαμηλής κεφαλαιοποίησης συνιστά μια χρόνια παθογένεια του Ελληνικού Χρηματιστηρίου, που συνδέθηκε με την ολοένα και μεγαλύτερη συμμετοχή αλλοδαπών επενδυτών την τελευταία 15ετία, αλλά και με άλλους λόγους που αφορούν τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των εταιριών και τη χαμηλή εμπορευσιμότητα πολλών τίτλων, η τρέχουσα, δραματικά, χαμηλή συμμετοχή της μεσαίας και της μικρής κεφαλαιοποίησης δεν πρέπει να συνεχιστεί. Καθώς νομοτελειακά θα οδηγήσει σε ένα Χρηματιστήριο όπου εταιρίες με εξαιρετικά θεμελιώδη και ευοίωνες προοπτικές δεν θα μπορούν να περιλαμβάνονται στο ραντάρ των επενδυτών, των διεθνών και των Ελλήνων», όπως σημειώνει ο κ. Τζάνας (σύμβουλος Διοίκησης Κύκλος ΑΧΕΠΕΥ).
Ποιότητα
«Η υποτονική εικόνα δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι εταιρίες της μεσαίας – μικρής κεφαλαιοποίησης υστερούν σε ποιότητα. Αντιθέτως, αρκετές διαθέτουν ισχυρά θεμελιώδη μεγέθη, σταθερή κερδοφορία και υγιείς ισολογισμούς. Ωστόσο, παραμένουν εκτός του επενδυτικού ενδιαφέροντος, καθώς η ειδησεογραφία και οι αναλύσεις επικεντρώνονται σχεδόν αποκλειστικά στα “μεγαλύτερα ονόματα” του ταμπλό, ενώ για τις υπόλοιπες μετοχές η ελλιπής επικοινωνία με την αγορά, η απουσία ενεργού επενδυτικού διαλόγου και η περιορισμένη προβολή των επιχειρηματικών εξελίξεων ενισχύουν την αδιαφορία των επενδυτών», όπως τονίζει ο Συμεών Μαυρουδής (διαχειριστής χαρτοφυλακίου Fast Finance ΑΕΠΕΥ).
«Άγνωστες»
«Η απουσία τακτικής επενδυτικής ενημέρωσης, η έλλειψη παρουσιάσεων αποτελεσμάτων, τηλεδιασκέψεων και συμμετοχής σε εγχώρια ή διεθνή roadshows οδηγεί πολλές εταιρίες στο να παραμένουν ουσιαστικά άγνωστες σε ξένους διαχειριστές κεφαλαίων. Στις διεθνείς αγορές, η προβολή μιας επενδυτικής ιστορίας είναι σχεδόν εξίσου σημαντική με την ίδια την επιχειρηματική επίδοση. Είναι ενδεικτικό ότι την τελευταία ημέρα των προθεσμιών ανακοίνωσης των εξαμηνιαίων ή των ετήσιων αποτελεσμάτων ένα σταθερό πλήθος που αφορά 30% των εισηγμένων εταιριών “στριμώχνεται” για να δημοσιεύσει οικονομικές καταστάσεις, πολλές φορές και εκπρόθεσμα. Σε μια αγορά που το θεσμικό στοιχείο έχει κυρίαρχο λόγο, τέτοιου είδους πρακτικές εκπέμπουν αρνητικά μηνύματα για την οργάνωση, τον προγραμματισμό και συνολικά την ποιότητα της εταιρικής διακυβέρνησης. Η αξιοπιστία χτίζεται σταδιακά, αλλά μπορεί να χαθεί πολύ γρήγορα όταν η πληροφόρηση είναι αποσπασματική ή καθυστερημένη. Τα τελευταία χρόνια η αναβάθμιση της ελληνικής αγοράς, οι εισροές από παθητικά κεφάλαια και οι μεγάλες εταιρικές πράξεις κατεύθυναν το μεγαλύτερο μέρος των νέων κεφαλαίων προς τις τράπεζες και τους μεγάλους ομίλους, αφήνοντας την περιφέρεια με αισθητά μικρότερη επενδυτική προσοχή. Η αγορά έχει γίνει πιο απαιτητική, με τους επενδυτές να αναζητούν πλέον όχι μόνο ισχυρά οικονομικά αποτελέσματα, αλλά και βάθος, ρευστότητα, διαφάνεια και συνεπή επικοινωνία», όπως εκτιμά ο Μάνος Χατζηδάκης (υπεύθυνος τμήματος ανάλυσης Beta Sec.).


