Εφορία: Μια οικονομία δύο εντελώς διαφορετικών ταχυτήτων αποτυπώνουν τα τελευταία στοιχεία για τα ληξιπρόθεσμα χρέη προς το Δημόσιο. Από τη μία πλευρά βρίσκονται εκατομμύρια φορολογούμενοι με σχετικά μικρές οφειλές και, από την άλλη, ένας πολύ περιορισμένος αριθμός μεγαλοοφειλετών στους οποίους συγκεντρώνεται το μεγαλύτερο μέρος του χρέους.
Τα στοιχεία της Τριμηνιαίας Έκθεσης Σεπτεμβρίου 2026 του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή είναι αποκαλυπτικά: στο τέλος Ιουλίου τα ληξιπρόθεσμα χρέη προς τη Φορολογική Διοίκηση ανέρχονταν σε 109,77 δισ. ευρώ, ενώ οι οφειλέτες έφθαναν τους 3.985.112.
Η εικόνα, ωστόσο, είναι πολύ πιο σύνθετη από το συνολικό ποσό. Από τα σχεδόν 110 δισ. ευρώ, 30,50 δισ. ευρώ ή 27,78% έχουν χαρακτηριστεί ανεπίδεκτα είσπραξης, ενώ το «πραγματικό» ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο περιορίζεται στα 79,27 δισ. ευρώ.
Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι ότι μόλις 5,31 δισ. ευρώ, δηλαδή 6,70% του πραγματικού ληξιπρόθεσμου χρέους, βρίσκεται σε ρύθμιση.
Η «ακτινογραφία» των 109,77 δισ. ευρώ
Σε ετήσια βάση το συνολικό ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο εμφανίζεται μειωμένο κατά 2,06 δισ. ευρώ, από 111,83 δισ. ευρώ τον Ιούλιο του 2025 σε 109,77 δισ. ευρώ τον Ιούλιο του 2026.
Η μείωση αυτή, όμως, χρειάζεται προσεκτική ανάγνωση. Η έκθεση επισημαίνει ότι σημαντικό μέρος της μεταβολής συνδέεται με τον χαρακτηρισμό παλαιών οφειλών ως ανεπίδεκτων είσπραξης. Μόνο τον Νοέμβριο του 2025, οφειλή 5,51 δισ. ευρώ από πρόστιμα ΚΒΣ ενός και μόνο οφειλέτη χαρακτηρίστηκε ανεπίδεκτη είσπραξης. Συνολικά οι ανεπίδεκτες είσπραξης οφειλές αυξήθηκαν μέσα σε έναν χρόνο κατά 4,14 δισ. ευρώ.
Το πραγματικό ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο –δηλαδή μετά την αφαίρεση των ανεπίδεκτων είσπραξης οφειλών– μειώθηκε κατά περίπου 6,20 δισ. ευρώ και διαμορφώθηκε στα 79,27 δισ. ευρώ.
Παράλληλα, μέσα στην εξεταζόμενη περίοδο δημιουργήθηκαν νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές 9,86 δισ. ευρώ, ενώ άλλα 2,60 δισ. αφορούσαν οφειλές που βεβαιώθηκαν μεταγενέστερα. Από την άλλη πλευρά, εισπράξεις και διαγραφές ανήλθαν συνολικά σε 14,52 δισ. ευρώ.
30,5 δισ. ευρώ θεωρούνται ουσιαστικά μη εισπράξιμα
Το μέγεθος των ανεπίδεκτων είσπραξης χρεών είναι ίσως ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της έκθεσης.
Τα 30,50 δισ. ευρώ αφορούν περιπτώσεις στις οποίες, υπό τις προϋποθέσεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων, η είσπραξη κρίνεται αντικειμενικά αδύνατη. Ενδεικτικά, πρόκειται για οφειλέτες και συνυπόχρεους χωρίς περιουσιακά στοιχεία, αφού έχουν προηγηθεί οι προβλεπόμενες διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης.
Έτσι, πίσω από τον ονομαστικό «λογαριασμό» των 109,77 δισ. ευρώ, η ΑΑΔΕ έχει στην πραγματικότητα να διαχειριστεί ένα ενεργότερο απόθεμα χρέους περίπου 79,27 δισ. ευρώ.
Και ακόμη και μέσα σε αυτό το ποσό, η εισπραξιμότητα παρουσιάζει τεράστιες αποκλίσεις.
Από μόλις 26,12 δισ. προέρχεται το 92% των εισπράξεων
Από τα 79,27 δισ. ευρώ του πραγματικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου, τα 52,69 δισ. ευρώ ή 66,46% είναι φορολογικές οφειλές. Άλλα 17,31 δισ. ευρώ ή 21,84% αφορούν πρόστιμα –φορολογικά και μη– και 9,27 δισ. ευρώ ή 11,70% μη φορολογικές οφειλές, όπως δάνεια, δικαστικά έξοδα και καταλογισμούς.
Όμως και τα 52,69 δισ. των φορολογικών οφειλών δεν έχουν την ίδια πιθανότητα είσπραξης. Από αυτά, 8,12 δισ. ευρώ προέρχονται από αφερέγγυους οφειλέτες, ενώ άλλα 18,45 δισ. ευρώ αφορούν οφειλές των οποίων οι δόσεις έχουν λήξει πριν από περισσότερο από μία δεκαετία.
Απομένει έτσι ένα «σκληρό» εισπράξιμο κομμάτι 26,12 δισ. ευρώ, από το οποίο, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΑΑΔΕ που παραθέτει η έκθεση, προέρχεται το 91,99% των εισπράξεων. Δηλαδή σχεδόν το σύνολο των εισπράξεων προέρχεται από ποσό που αντιστοιχεί μόλις στο 32,95% του πραγματικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου.
Πρωταθλητής των χρεών ο ΦΠΑ
Η ανάλυση ανά φόρο δείχνει πού δημιουργείται ο μεγαλύτερος όγκος των φορολογικών ληξιπρόθεσμων οφειλών.
Στην πρώτη θέση βρίσκεται ο ΦΠΑ με χρέη 24,86 δισ. ευρώ, που αντιστοιχούν στο 47,18% των πραγματικών φορολογικών οφειλών.
Ακολουθεί ο φόρος εισοδήματος με 42,22%, δηλαδή περίπου 22,24 δισ. ευρώ, ενώ οι φόροι περιουσίας αντιπροσωπεύουν μόλις το 5,23%, με οφειλές 2,76 δισ. ευρώ.
Με άλλα λόγια, ΦΠΑ και φόρος εισοδήματος συγκεντρώνουν μαζί σχεδόν εννέα στα δέκα ευρώ των πραγματικών φορολογικών οφειλών.
Σχεδόν 4 εκατομμύρια ΑΦΜ χρωστούν στην Εφορία
Στο τέλος Ιουλίου του 2026 η ΑΑΔΕ μετρούσε 3.985.112 οφειλέτες, φυσικά και νομικά πρόσωπα. Σε σχέση με ένα χρόνο νωρίτερα ο αριθμός τους μειώθηκε κατά 16.682.
Η εικόνα άλλαξε, ωστόσο, αισθητά μέσα σε μόλις έναν μήνα: σε σχέση με την 1η Ιουλίου 2026 οι οφειλέτες αυξήθηκαν κατά 129.337, κυρίως λόγω της αύξησης των οφειλών από φόρο εισοδήματος και ΦΠΑ, εξέλιξη που η έκθεση συνδέει με τη λήξη της πρώτης δόσης του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων.
Η κατανομή των οφειλετών ανά ύψος χρέους δείχνει τη μεγάλη συγκέντρωση στις χαμηλές κλίμακες:
| Ύψος οφειλής | Αριθμός οφειλετών |
| Κάτω από 50 € | 794.796 |
| 50 – 500 € | 1.413.654 |
| 500 – 10.000 € | 1.368.835 |
| 10.000 – 100.000 € | 344.537 |
| 100.000 – 1 εκατ. € | 52.838 |
| Άνω του 1 εκατ. € | 10.452 |
| Σύνολο | 3.985.112 |
Οι 10.452 μεγαλοοφειλέτες χρωστούν 81,62 δισ. ευρώ
Οι οφειλέτες με χρέη άνω του 1 εκατ. ευρώ είναι μόλις 10.452, δηλαδή περίπου 0,26% του συνόλου, αλλά στα ΑΦΜ τους είναι συγκεντρωμένα 81,62 δισ. ευρώ, ή 74,36% ολόκληρου του ληξιπρόθεσμου υπολοίπου.
Στον αντίποδα, το 89,77% των οφειλετών χρωστά έως 10.000 ευρώ. Πρόκειται για περίπου 3,58 εκατ. ΑΦΜ, τα οποία όμως αντιπροσωπεύουν μόλις το 3,57% του συνολικού χρέους.
Συνολικά, το 96,43% των ληξιπρόθεσμων οφειλών προέρχεται από χρέη άνω των 10.000 ευρώ.
Αυτό σημαίνει ότι άλλο πράγμα είναι ο αριθμός των φορολογουμένων που εμφανίζονται ως οφειλέτες και άλλο η πραγματική κατανομή του χρέους: οι μικροοφειλέτες είναι εκατομμύρια, αλλά η μεγάλη μάζα των δισεκατομμυρίων βρίσκεται σε λίγες χιλιάδες μεγάλες οφειλές.
43,65 δισ. χρωστούν φυσικά πρόσωπα – 66,12 δισ. οι επιχειρήσεις και λοιπά νομικά πρόσωπα
Ανάλογη διαφοροποίηση προκύπτει μεταξύ φυσικών και νομικών προσώπων.
Τα φυσικά πρόσωπα χρωστούν 43,65 δισ. ευρώ, δηλαδή το 39,76% του συνολικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου, ενώ τα νομικά πρόσωπα χρωστούν 66,12 δισ. ευρώ ή 60,24%.
Στις μικρές οφειλές κυριαρχούν συντριπτικά τα φυσικά πρόσωπα. Στα χρέη κάτω των 10.000 ευρώ, 3.229.092 φυσικά πρόσωπα αποτελούν το 90,27% των οφειλετών αυτής της κλίμακας.
Στις πολύ μεγάλες οφειλές, όμως, η εικόνα αντιστρέφεται. Από τα χρέη άνω του 1 εκατ. ευρώ, 55,73 δισ. ευρώ ή 68,28% ανήκουν σε νομικά πρόσωπα. Οι μεγαλοοφειλέτες-νομικά πρόσωπα αυτής της κατηγορίας είναι μόλις 6.554.
Μόνο 5,31 δισ. ευρώ σε ρύθμιση
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον αποκτούν τα στοιχεία ενόψει της συζήτησης για τη διαχείριση του ιδιωτικού χρέους.
Από τα 79,27 δισ. ευρώ πραγματικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου, μόλις 5,31 δισ. ευρώ βρίσκονται σε ρύθμιση. Πρόκειται για ποσοστό μόλις 6,70%.
Τα υψηλότερα ποσοστά ρύθμισης εμφανίζονται στις μεσαίες κλίμακες χρέους. Για τα φυσικά πρόσωπα το υψηλότερο ποσοστό καταγράφεται στις οφειλές από 500 έως 10.000 ευρώ, στο 16,63%, και ειδικά στην κλίμακα 2.000–3.000 ευρώ φθάνει το 19,48%.
Στα νομικά πρόσωπα, το υψηλότερο ποσοστό ρύθμισης –25,70%– εμφανίζεται στις οφειλές από 10.001 έως 100.000 ευρώ και φθάνει το 27,15% στην επιμέρους κατηγορία 10.001–20.000 ευρώ.
Αντίθετα, τα ποσοστά ρύθμισης υποχωρούν τόσο στις πολύ μικρές όσο και στις πολύ μεγάλες οφειλές.






















