Εν όψει του πακέτου μέτρων για νοικοκυριά και επιχειρήσεις που ετοιμάζεται για να ανακοινωθεί από τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη στη Διεθνή Εκθεση Θεσσαλονίκης (ΔΕΘ) στις αρχές Σεπτεμβρίου, η κυβέρνηση έχει θέσει σε μία από τις βασικές προτεραιότητές της τα μέτρα στήριξης για τους συνταξιούχους.
Η επιλογή αυτή δεν είναι τυχαία, καθώς στο οικονομικό επιτελείο έχουν φτάσει στοιχεία που δείχνουν ότι η αποκατάσταση των απωλειών εισοδήματος για τους συνταξιούχους από τη 10ετή λιτότητα των Μνημονίων υστερεί σημαντικά έναντι των μισθωτών.
Την περίοδο 2019-2026 η ονομαστική αύξηση για τον μέσο μισθό πλήρους απασχόλησης ήταν 28,5%, στον κατώτατο έφτασε στο 39,4%, ενώ στις συντάξεις οι αυξήσεις που άρχισαν να καταβάλλονται από το 2023 και μετά έφτασαν σωρευτικά στο 16,3%.
Την ίδια περίοδο ο σωρευτικός πληθωρισμός κινήθηκε περίπου στο 20%.
Στην πράξη, η αύξηση του μέσου μισθού πλήρους απασχόλησης και του κατώτατου μισθού υπερκάλυψε τον πληθωρισμό, ενώ στις συντάξεις οι αυξήσεις ήταν κάτω από τον πληθωρισμό σχεδόν κατά 5%. Το πρόβλημα είναι εντονότερο στους συνταξιούχους που είχαν προσωπική διαφορά, καθώς δεν πήραν όλες τις αυξήσεις της περιόδου.
Με αυτά τα δεδομένα, το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης, σύμφωνα με αποκλειστικές πληροφορίες του «Ε.Τ.», έχει ανοίξει το κεφάλαιο της αποκατάστασης των εισοδηματικών απωλειών που έχουν υποστεί οι συνταξιούχοι με μέτρα μόνιμου χαρακτήρα.
Προτάσεις
Σύμφωνα με πληροφορίες, ανάμεσα στις προτάσεις που συζητούνται και κοστολογούνται περιλαμβάνονται:
- Η δημιουργία ενός ειδικού μηχανισμού προστασίας συντάξεων από τον πληθωρισμό βασικών αγαθών. Ο μηχανισμός προστασίας των συντάξεων από τον υψηλό πληθωρισμό θα μπορούσε να ενεργοποιηθεί φέτος με μία επιπλέον αύξηση της τάξης του 2,5%. Ο γενικός πληθωρισμός μπορεί να κινείται στο 5% αλλά δεν αποτυπώνει το πραγματικό κόστος ζωής των ηλικιωμένων, που είναι υψηλότερο, καθώς οι επιμέρους δείκτες τιμών σε είδη που έχουν ανάγκη (τρόφιμα, ενέργεια, φάρμακα, αλλά και ενοίκιο) είναι πάνω από τον πληθωρισμό. Ο μηχανισμός αυτός θα μπορούσε να καλύπτει με μία πρόσθετη αύξηση ένα μέρος από τη διαφορά μεταξύ της αύξησης των συντάξεων και του δείκτη ακρίβειας σε συγκεκριμένα προϊόντα και υπηρεσίες. Για να προχωρήσει μια τέτοια πρόταση, θα πρέπει να καταργηθεί η ρήτρα του νόμου Κατρούγκαλου που προβλέπει ότι η ετήσια αύξηση στις συντάξεις δεν μπορεί να ξεπερνά το ύψος του πληθωρισμού.
- Η χορήγηση νέας αύξησης στο μόνιμο επίδομα των συνταξιούχων. Το ποσό από 250 ευρώ πέρυσι αυξάνεται στα 300 ευρώ για φέτος και δίδεται σε περισσότερους συνταξιούχους. Υπάρχουν, όμως, σκέψεις για νέα έξτρα αύξηση, ώστε το ποσό που θα πληρωθούν οι συνταξιούχοι φέτος τον Νοέμβριο (δύο μήνες μετά τη ΔΕΘ) να είναι ενδεχομένως στα 400 ευρώ.
- 3. Η μείωση των εισφορών-κρατήσεων σε κύριες ή και σε επικουρικές συντάξεις. Το σενάριο που ήδη επεξεργάζεται το οικονομικό επιτελείο περιλαμβάνει την αναμόρφωση της Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (ΕΑΣ) που επιβάλλεται σε όλο το ποσό για κύριες συντάξεις άνω των 1.400 ευρώ και σε επικουρικές άνω των 300 ευρώ. Για τις κύριες συντάξεις εξετάζεται να αφαιρούνται τα 1.400 ευρώ από το συνολικό ποσό της σύνταξης και η κράτηση να υπολογίζεται στο υπερβάλλον, δηλαδή σε σύνταξη 2.200 ευρώ η κράτηση να επιβάλλεται στα 800 ευρώ (2.200-1.400=800) και όχι στο σύνολο των 2.200 ευρώ που ισχύει τώρα. Για τις επικουρικές μελετάται ακόμη και η κατάργηση της εισφοράς. Η μείωση των κρατήσεων στην ΕΑΣ, ωστόσο, έχει ένα μειονέκτημα, καθώς δεν αφορά όλους τους συνταξιούχους, αλλά 400.000 συνταξιούχους που μετά τον νόμο Κατρούγκαλου (μετά τις 13/5/2016) παίρνουν εθνική και ανταποδοτική σύνταξη πάνω από 1.400 ευρώ και άλλους 250.000 συνταξιούχους με επικουρική πάνω από 300 ευρώ. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, και ανάλογα με τα δημοσιονομικά περιθώρια οι όποιες μειώσεις της ΕΑΣ στις κύριες ή και πλήρης κατάργησή της στις επικουρικές θα δώσουν ανάσα σε εκατοντάδες χιλιάδες συνταξιούχους.
Το επικρατέστερο σενάριο, πάντως (σ.σ.: και το πιο απλό στην υλοποίησή του), είναι να δοθεί μία έξτρα αύξηση στις συντάξεις με ρήτρα πληθωρισμού που θα ενεργοποιείται κάθε χρόνο από τη στιγμή που ο πληθωρισμός υπερβαίνει κάποιο όριο. Το κόστος της πρότασης αυτής ανέρχεται περίπου στα 500 εκατ. ευρώ και καλύπτει-ικανοποιεί το σύνολο των συνταξιούχων.
Δεν αναπληρώθηκαν οι μειώσεις
Οι κύριες συντάξεις υπέστησαν αθροιστικές περικοπές που σε πολλές κατηγορίες έφτασαν το 20%-45% την περίοδο 2010-2018. Μέχρι το 2022 οι συντάξεις ήταν παγωμένες, γιατί υπήρχε η ρήτρα από το Μνημόνιο του 2015 που απαγόρευε τις αυξήσεις. Από το 2023 και μετά δόθηκαν αυξήσεις 7,75% το 2023, 3% το 2024, 2,4% το 2025 και το 2026.
Ωστόσο, για έναν συνταξιούχο που έχασε το 30% της σύνταξής του, οι αυξήσεις δεν έχουν καλύψει ούτε το μισό μέρος της απώλειας. Κάποιος συνταξιούχος, για παράδειγμα, που έπαιρνε 1.500 ευρώ και μετά τα Μνημόνια η σύνταξη μειώθηκε στα 1.050 ευρώ, με τις αυξήσεις που άρχισε να παίρνει από το 2023 και μετά έφτασε να λαμβάνει σύνταξη 1.213 ευρώ. Η απώλεια από τα Μνημόνια είναι 450 ευρώ και έως τώρα πήρε πίσω τα 163 ευρώ με αυξήσεις. Η αναπλήρωση των απωλειών είναι μόλις στο 35% και μένει ένα 65% της απώλειας που δεν έχει αποκατασταθεί.
Αν προστεθεί και η παράμετρος του πληθωρισμού που «τρώει» τις αυξήσεις, τότε το αποτέλεσμα στην αγοραστική δύναμη των συνταξιούχων είναι αρνητικό.
Στους μισθούς συμβαίνει κάτι ανάλογο αλλά με καλύτερους όρους. Οι απώλειες από τις μειώσεις των Μνημονίων έχουν αποκατασταθεί πάνω από το μισό και σε κάθε περίπτωση σε μεγαλύτερο ποσοστό από τις συντάξεις. Ωστόσο, σε πραγματικούς όρους (αγοραστική δύναμη) οι απώλειες εισοδήματος παραμένουν κοντά στο 30% σε σχέση με το 2009.
Φρένο στις περικοπές για τις χηρείας
Στην κυβερνητική ατζέντα δεν αποκλείεται να υπάρχουν και συμπληρωματικά μέτρα για επιμέρους κατηγορίες συνταξιούχων, όπως οι συντάξεις χηρείας στις οποίες επικρέμαται η «δαμόκλειος σπάθη» αναδρομικών μειώσεων από το 70% της σύνταξης του θανόντος στο 35%. Η ηγεσία του υπουργείου Εργασίας κρατά σε αγωνία αυτήν τη στιγμή 117.000 συνταξιούχους χηρείας που δεν ξέρουν αν θα τους καταλογιστούν ή όχι αυτές οι περικοπές. Για να ακυρωθούν, θα πρέπει να τροποποιηθεί ο νόμος Κατρούγκαλου, που δεν έχει γίνει από το υπουργείο Εργασίας. Τα στελέχη του, ωστόσο, διαβεβαιώνουν ότι «δεν θα γίνουν περικοπές». Αν δεν γίνουν οι περικοπές, τότε ανοίγει αυτόματα θέμα ακύρωσης και επιστροφής των ίδιων μειώσεων που έχουν υποστεί 12.000 συντάξεις χηρείας του Δημοσίου, οι οποίες από το 35% θα πρέπει να επανέλθουν στο 70% της σύνταξης του θανόντος. Ούτε εδώ το υπουργείο Εργασίας έχει σαφή θέση και η τελική απόφαση για το τι μέλλει γενέσθαι μένει να ανακοινωθεί, πιθανότατα, στη ΔΕΘ.
Το σχέδιο, πάντως, που εξετάζεται είναι να μείνουν στο 70% οι 117.000 συντάξεις χηρείας του ιδιωτικού τομέα χωρίς περικοπή και να επανέλθουν στο 70% οι κομμένες συντάξεις χηρείας του Δημοσίου. Το ερώτημα είναι αν στις συντάξεις χηρείας του Δημοσίου θα πληρωθούν αναδρομικά τα ποσά που κόπηκαν μετά το 2020.

