Υπήρχαν στη ζωή του Κωνσταντίνου Καραμανλή πολλά πράγματα που δεν πέρασαν ποτέ στο φως.
Ο άνθρωπος που έζησε για πάνω από τέσσερις δεκαετίες στο επίκεντρο της ελληνικής πολιτικής πραγματικότητας, φρόντιζε σχολαστικά να κρατά κλειστή την πόρτα της προσωπικής του ζωής. Για τους δημοσιογράφους της εποχής, η ιδιωτική πλευρά του Καραμανλή ήταν περίπου απαγορευμένη περιοχή. Υπήρχε όμως ένας ψίθυρος που επέμενε επί χρόνια: η σχέση του με τη Μαρίνα Δημητροπούλου, την όμορφη Ελληνίδα που έγινε γνωστή αρχικά ως μανεκέν με το όνομα Μαρίνα Ντέλφη και αργότερα ως δημοσιογράφος μόδας της «Vogue».

Εμφανίζεται στα ελληνικά καλλιστεία το 1956 ως Μαρίνα Ντέλφη και εντυπωσιάζει με την ομορφιά και τη φινέτσα της. (Οι φωτογραφίες προέρχονται από δημοσιεύματα και φωτογραφικά αρχεία της εποχής. Έχουν υποστεί ψηφιακή αποκατάσταση, χρωματική επεξεργασία και βελτίωση της ευκρίνειάς τους με τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης, χωρίς αλλοίωση του ιστορικού περιεχομένου).
Για χρόνια η σχέση αυτή ήταν απλώς μια φήμη. Το 1975 όμως έγινε πρωτοσέλιδο θέμα στον ιταλικό Τύπο, και πολλά χρόνια αργότερα, όταν η ίδια η Μαρίνα μίλησε δημόσια, η ιστορία απέκτησε μια εντελώς διαφορετική διάσταση. Όχι όμως και επίσημη επιβεβαίωση από τον ίδιο τον Καραμανλή. Αυτή δεν ήρθε ποτέ.
Η Μαρίνα Δημητροπούλου γεννήθηκε στη Ρουμανία, και το πλήρες της όνομα είναι Πολυξένη-Μαρίνα. Ο πατέρας της εργαζόταν ως αρχειοφύλακας στο υπουργείο Εξωτερικών και είχε ζήσει για χρόνια στο Βουκουρέστι, όπου και παντρεύτηκε. Η οικογένεια εγκατέλειψε τη Ρουμανία στα τέλη της δεκαετίας του ’40, καθώς η χώρα περνούσε οριστικά στη σοβιετική σφαίρα επιρροής. Αρχικά βρέθηκαν στην Ελλάδα και στη συνέχεια εγκαταστάθηκαν στο Παρίσι.

Η οικογενειακή της ιστορία είχε και μια ιδιαίτερη, σχεδόν μυθιστορηματική, πλευρά. Λέγεται, ότι η Μαρίνα συνδεόταν από την πλευρά του πατέρα της με την ιστορική βυζαντινή οικογένεια των Κατακουζηνών. Το όνομα, ωστόσο, είχε χαθεί, καθώς, σύμφωνα με παλαιότερα δημοσιεύματα, δεν υπήρχαν πλέον άνδρες απόγονοι που θα το διατηρούσαν. Ένας θείος της, ο τελευταίος άνδρας απόγονος, σκοτώθηκε σε πυρκαγιά στη Ρουμανία και μαζί του χάθηκε το οικογενειακό όνομα, αλλά και η περιουσία. Η ίδια, πάντως, δεν έπαψε ποτέ να αναφέρεται με περηφάνεια στην καταγωγή της.
Στο Παρίσι η Δημητρακοπούλου σπούδασε Νομικά και Ιστορία της Τέχνης. Η ζωή, όμως, είχε άλλα σχέδια. Η ομορφιά της την οδήγησε στον χώρο της μόδας. Τα καλοκαίρια ερχόταν στην Ελλάδα και το 1956 πήρε μέρος στα καλλιστεία για την ανάδειξη της Σταρ Ελλάς, χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο Μαρίνα Ντέλφη. Εκεί ξεχώρισε ως δεύτερη Μις Ελλάς και σύντομα έγινε ένα από τα γνωστά πρόσωπα της αθηναϊκής πασαρέλας.
Ήταν η εποχή που τα μοντέλα αποκαλούνταν ακόμη «μανεκέν» και η κοσμική Αθήνα ήταν ένας μικρός, κλειστός κόσμος. Η Δημητρακοπούλου ξεχώριζε όχι μόνο για την ομορφιά της αλλά και για την καλλιέργεια και την αρχοντική της παρουσία. Όσοι την γνώρισαν τότε την περιγράφουν ως μια γυναίκα που δεν περιοριζόταν στην εμφάνιση. Μιλούσε ξένες γλώσσες, είχε σπουδάσει Νομικά και αγαπούσε ιδιαίτερα την τέχνη και τον βυζαντινό πολιτισμό.

Την εποχή που εργαζόταν ως μανεκέν.
Κάπου εκεί, στα τέλη της δεκαετίας του ’50, το όνομά της διασταυρώνεται με εκείνο του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Κατά τη δική της μεταγενέστερη αφήγηση, η γνωριμία έγινε το 1958, όταν εκείνος ήταν ήδη ο πανίσχυρος 51χρονος πρωθυπουργός της Ελλάδας και εκείνη ακόμη φοιτήτρια. Η γνωριμία αυτή, όπως υποστήριξε αργότερα η ίδια, επρόκειτο να καθορίσει ολόκληρη τη ζωή της.
Η γνωριμία τους έγινε ενώ ο Καραμανλής ήταν ήδη παντρεμένος από το 1951 με την Αμαλία Μεγαπάνου. Η τυπική αίτηση διαζυγίου έγινε το 1970 και αυτό εκδόθηκε τελικά το 1972 αφού η συμβίωσή δύο έντονων προσωπικοτήτων όπως αυτοί είχε παρουσιάσει σοβαρές δυσκολίες. Η Δημητρακοπούλου, πάντως, όταν αργότερα κατηγορήθηκε ότι μπήκε ανάμεσα στο ζευγάρι, έδωσε τη δική της απάντηση, με τρόπο απόλυτο: «Στενοχωρήθηκα ιδιαίτερα όταν με κατηγόρησαν ότι μπήκα ανάμεσα σε ένα ευτυχισμένο ανδρόγυνο. Ξεχνάνε όμως ότι αυτοί οι δύο άνθρωποι δεν τα πήγαν καλά στο γάμο τους από την εποχή που εγώ γνώρισα τον Κώστα και θα χώριζαν οι δρόμοι τους ούτως ή άλλως». Η δική της εκδοχή αναφέρει πως ο γάμος του Καραμανλή βρισκόταν ήδη σε κρίση όταν εκείνη τον γνώρισε και ο χωρισμός του ζευγαριού θα ερχόταν ανεξάρτητα από τη δική της παρουσία.
Στα επόμενα χρόνια η Δημητροπούλου κινείται ανάμεσα στην Αθήνα και το Παρίσι. Εργάζεται για ένα διάστημα στον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού ως διερμηνέας της ρουμανικής γλώσσας, απομακρύνεται από τις πασαρέλες και στη συνέχεια επιστρέφει στον χώρο της μόδας από ένα πολύ πιο απαιτητικό και διεθνές πόστο. Αυτό της δημοσιογράφου της «Vogue», όπου γράφει πολυσέλιδα ρεπορτάζ μόδας και τέχνης, ενώ συνεργάζεται με σημαντικούς φωτογράφους της εποχής.
Και τότε συμβαίνει η μεγάλη ανατροπή. Η τρικυμιώδης πολιτική περίοδος, υποχρεώνει τον Κωνσταντίνο Καραμανλή να εγκαταλείψει αιφνίδια τη χώρα τον Νοέμβριο του 1963 και να εγκατασταθεί στο Παρίσι. Είναι η αρχή της μακράς αυτοεξορίας του. Η πολιτική του καριέρα έχει υποστεί μια από τις μεγαλύτερες καμπές της και ο άνθρωπος που για χρόνια ήταν πρωθυπουργός της χώρας βρίσκεται πλέον μακριά από αυτήν, χωρίς αξίωμα και μη γνωρίζοντας αν και πότε θα επιστρέψει.

Σε δεξίωση στο παρισινό «Maxim’s», δίπλα στη κορυφαία Γαλλίδα ηθοποιό Ζαν Μορό.
Σύμφωνα με την αφήγηση που αποδόθηκε στη Δημητρακοπούλου, εκεί ακριβώς η σχέση τους αποκτά την πραγματική της μορφή. Η τελευταία εγκαταλείπει τα πάντα στην Ελλάδα και τον ακολουθεί στο Παρίσι. Το ιταλικό περιοδικό «Τζέντε», στο δημοσίευμά του του 1975, έγραφε ότι η Δημητροπούλου του συμπαραστάθηκε επί έντεκα χρόνια. Περιέγραφε μια γυναίκα που βρισκόταν κοντά στον εξόριστο πολιτικό, τον βοηθούσε στην εργασία του και ταξίδευε μαζί του. Το ίδιο δημοσίευμα υποστήριζε ότι οι δυο τους είχαν πραγματοποιήσει πολλά ταξίδια, ιδιαίτερα στην Ιταλία, όπου η Μαρίνα είχε μάθει άριστα ιταλικά.
Το «Τζέντε» εμφάνιζε τη Δημητρακοπούλου να μιλά σε Γάλλους φίλους της για τον Καραμανλή με τρόπο που δεν άφηνε περιθώριο αμφιβολίας για τα αισθήματά της. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, εκείνη έλεγε ότι ποτέ δεν είχε αισθανθεί τόσο κοντά του όσο τότε που δεν ήταν πλέον «επίσημο πρόσωπο». Και πίστευε ότι, όταν θα ερχόταν η ώρα της επιστροφής, ο άνθρωπος που θα μπορούσε να εκπροσωπήσει την Ελλάδα θα ήταν εκείνος.
Η εικόνα που δημιουργείται είναι παράδοξη: ο Καραμανλής, αποτραβηγμένος από την ενεργό ελληνική πολιτική, και δίπλα του μια νέα γυναίκα με δική της μόρφωση, επαγγελματική πορεία και κοινωνική ζωή, να μοιράζεται μαζί του τα χρόνια της εξορίας. Κι όμως, η σχέση δεν οδηγείται ποτέ στον γάμο. Αργότερα η Μαρίνα θα αποδώσει στον Καραμανλή μια χαρακτηριστική φράση: «Ας ζούμε κρυμμένοι για να ζούμε ευτυχισμένοι».

Λέγεται ότι αυτό το πορτρέτο της Μαρίνας Δημητροπούλου αποτελούσε τη φωτογραφία που άρεσε περισσότερο στον Κωνσταντίνο Καραμανλή.
Ίσως αυτή η φράση να συμπυκνώνει καλύτερα από οτιδήποτε άλλο το παράδοξο αυτής της ιστορίας. Ο ένας είχε ανάγκη να προστατεύσει τη δημόσια εικόνα του. Η άλλη φαίνεται πως αποδέχθηκε ότι η θέση της δίπλα του δεν θα μπορούσε να είναι ποτέ επίσημη.
Το 1974 ο Καραμανλής επιστρέφει θριαμβευτικά στην Αθήνα μετά την πτώση της δικτατορίας. Μέσα σε λίγες ώρες από εξόριστος πολιτικός γίνεται και πάλι ο άνθρωπος γύρω από τον οποίο περιστρέφεται ολόκληρη η χώρα. Η ζωή του περνά από την ιδιωτικότητα στην απόλυτη δημοσιότητα. Η Δημητρακοπούλου επιστρέφει και εκείνη στην Αθήνα, αλλά όχι δίπλα του.
Η ίδια επιστρέφει στην κοσμική αθηναϊκή ζωή, συναντά ξανά τους παλιούς φίλους της και εμφανίζεται σε κοινωνικές εκδηλώσεις. Ταυτόχρονα, όμως, η ιστορία που θα αποκαλυφθεί λίγο αργότερα από το «Τζέντε» μοιάζει να έχει ήδη δημιουργήσει έναν αόρατο διαχωρισμό: ο Καραμανλής βρίσκεται πλέον στο κέντρο της πολιτικής σκηνής και η Μαρίνα παραμένει στο περιθώριο.
Η εικόνα που σκιαγραφεί καλύτερα τη σχέση τους εκείνα τα χρόνια, είναι το βράδυ της τελευταίας προεκλογικής ομιλίας του Κωνσταντίνου Καραμανλή στην πλατεία Συντάγματος. Ενώ το πλήθος παραληρεί, κάπου απέναντι, στο μπαλκόνι του ξενοδοχείου «Μεγάλη Βρετανία», μια γυναίκα φορώντας μαύρη φούστα και χρυσαφί πουκάμισο παρακολουθεί την ομιλία συγκινημένη και μόνη.
Το «Τζέντε» έγραψε ότι κοιτούσε τον θριαμβευτή με μάτια γεμάτα δάκρυα. Οι φίλοι της, σύμφωνα με το ιταλικό δημοσίευμα, συμμερίζονταν εκείνο το βράδυ τόσο τη χαρά όσο και το δράμα της: είχε ζήσει μαζί του τα χρόνια της εξορίας, αλλά τώρα δεν μπορούσε να συμμετάσχει επίσημα στον θρίαμβό του.
Προφανώς αυτή η εικόνα δεν αποτελεί τεκμήριο μιας σχέσης, αλλά απέκτησε τεράστια συμβολική δύναμη επειδή περιέγραφε ακριβώς το παράδοξο που θα ακολουθούσε: ο Καραμανλής επέστρεφε στην Ιστορία και η γυναίκα που, σύμφωνα με τη δική της μεταγενέστερη μαρτυρία, είχε σταθεί επί δεκαετίες στο πλευρό του, έπρεπε να παραμείνει εκτός του επίσημου κάδρου.
Για πρώτη φορά ένα ξένο έντυπο δεν περιορίζεται σε ψιθύρους αλλά παρουσιάζει ως πραγματικότητα έναν πολυετή ερωτικό δεσμό ανάμεσα στον πρωθυπουργό και τη Μαρίνα Δημητροπούλου. Το δημοσίευμα προκαλεί αναστάτωση, αλλά δεν συνοδεύεται από φωτογραφία του ζευγαριού. Δεν υπάρχει κάποια δημόσια δήλωση του Καραμανλή. Δεν εμφανίζεται κάποιος επώνυμος άνθρωπος του περιβάλλοντός του να επιβεβαιώνει τη σχέση. Ελληνικό δημοσίευμα της εποχής επισημαίνει αυτή την απουσία αποδεικτικών στοιχείων, και σημειώνει ότι κανείς δεν είχε δει τη Μαρίνα μαζί με τον πρωθυπουργό μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα.
Από το περιβάλλον του Καραμανλή οι πληροφορίες αντιμετωπίζονται ως μυθεύματα και λασπολογία, ενώ γίνεται λόγος για προσπάθεια να πληγεί ο πρωθυπουργός. Σε κάθε περίπτωση ο πρωθυπουργός Καραμανλής δεν βγαίνει ποτέ ο ίδιος να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει δημοσίως τη σχέση. Η σιωπή του αφήνει χώρο για τους ψιθύρους, αλλά δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη. Η υπόθεση θα μπορούσε να είχε τελειώσει εκεί, όπως τόσες άλλες ιστορίες που γεννήθηκαν στους διαδρόμους της πολιτικής και στα σαλόνια της κοσμικής Αθήνας. Αλλά δεν τελείωσε.

Στα χρόνια της ωριμότητάς της.
Γιατί περίπου ένα τέταρτο του αιώνα αργότερα μίλησε η ίδια η Μαρίνα. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 έδωσε στον «Ταχυδρόμο» και στον Νίκο Φρονιμόπουλο μια συνέντευξη που έμελλε να αλλάξει την ιστορία της υπόθεσης. Ήταν η δική της εκδοχή, έπειτα από δεκαετίες σιωπής. Σε αυτή δεν μίλησε για μια σύντομη γνωριμία, ένα παλιό φλερτ που είχε τελειώσει στο Παρίσι, αλλά αναφέρθηκε σε μια σχέση που, όπως υποστήριξε, δεν τελείωσε ποτέ.
Για εκείνη, τα χρόνια δεν είχαν διαγράψει τον δεσμό. «Ο Κώστας μπήκε στη ζωή μου σε τρυφερή ηλικία», ανέφερε. Και ακριβώς αυτή η ηλικία, σύμφωνα με την ίδια, εξηγούσε γιατί η σχέση είχε διατηρήσει μέσα της κάτι από τον αρχικό ρομαντισμό. Η ίδια θεωρούσε ότι ένας τόσο μεγάλος και μακροχρόνιος δεσμός μπορούσε να ξεπεράσει ακόμη και τη διάρκεια ενός γάμου. Η πιο καθοριστική της φράση ήταν ίσως η τελευταία: ήταν πεπεισμένη, είπε, ότι η σχέση της με αυτόν τον άνθρωπο «δεν τελείωσε ποτέ».
Έτσι, η ιστορία απέκτησε δύο διαφορετικές αλήθειες. Η πρώτη είναι η δημόσια και τεκμηριωμένη: το 1975 ένα ιταλικό περιοδικό δημοσίευσε ένα εκτενές ρεπορτάζ περί σχέσης Καραμανλή-Δημητροπούλου, προκαλώντας αναστάτωση στην Αθήνα. Η δεύτερη είναι η προσωπική μαρτυρία της ίδιας της γυναίκας: ότι η σχέση υπήρξε, ότι διήρκεσε επί δεκαετίες και ότι δεν σταμάτησε ποτέ.

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής με την επί δύο δεκαετίες σύζυγό του, Αμαλία Μεγαπάνου.
Ανάμεσα στις δύο ιστορίες υπάρχει ένας άνθρωπος που δεν μίλησε. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής. Και ίσως αυτό να είναι το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο ολόκληρης της ιστορίας. Ένας πολιτικός που μπορούσε να μιλά επί ώρες για την Ελλάδα, την Ευρώπη, την οικονομία, τη δημοκρατία και το μέλλον της χώρας, δεν είπε δημοσίως σχεδόν τίποτε για την πιο επίμονη ιστορία της προσωπικής του ζωής.
Δεν παντρεύτηκαν. Δεν φωτογραφήθηκαν δημοσίως ως ζευγάρι. Δεν εμφανίστηκαν ποτέ μαζί σε επίσημη εκδήλωση ως σύντροφοι. Κι όμως, η Μαρίνα υποστήριξε μέχρι το τέλος ότι ο δεσμός υπήρξε και ότι άντεξε σχεδόν σαράντα χρόνια. Η ιστορία, λοιπόν, δεν είναι μόνο για έναν πρωθυπουργό και μια όμορφη γυναίκα. Είναι κυρίως για μια σχέση που έπρεπε να υπάρξει χωρίς να φαίνεται.
Για έναν άνδρα που είχε μετατρέψει την ιδιωτικότητα σε ασπίδα και για μια γυναίκα που, σύμφωνα με τη δική της αφήγηση, αποδέχθηκε να ζήσει πίσω από αυτή την ασπίδα. Και είναι επίσης μια ιστορία για την Ελλάδα μιας άλλης εποχής. Μια Ελλάδα όπου ένας πρωθυπουργός έπρεπε να εμφανίζεται αψεγάδιαστος, η προσωπική ζωή των πολιτικών θεωρούνταν επικίνδυνο πεδίο και μια φήμη για ερωτικό δεσμό μπορούσε να αντιμετωπιστεί ως πολιτικό χτύπημα. Έτσι, η ιστορία της Μαρίνας Δημητροπούλου έμεινε για δεκαετίες ανάμεσα στη φήμη, στη σιωπή και τη σκιά, όπου, σύμφωνα με τη δική της αφήγηση, είχε επιλέξει η ίδια να ζήσει.























