Ο κατηγορούμενος, όπως προκύπτει από τα μέχρι στιγμής στοιχεία της δικογραφίας, εμμένει στη θέση ότι ουδέποτε τελέστηκε εις βάρος της νύφης του οποιαδήποτε από τις πράξεις που του καταλογίζονται, χαρακτηρίζοντας το σύνολο των καταγγελιών αποκύημα της φαντασίας της.
Το ιστορικό της υπόθεσης
Η 33χρονη είχε προβεί σε καταγγελία εις βάρος του πεθερού της σε προγενέστερο χρόνο, περιγράφοντας ότι το πρώτο περιστατικό παρενόχλησης τοποθετείται χρονικά στο 2013, ενώ έκτοτε, όπως υποστήριξε, την πολιορκούσε με σεξουαλικά υπονοούμενα. Σε επόμενες καταθέσεις της προχώρησε σε αναλυτικότερες περιγραφές περιστατικών που, κατά τους ισχυρισμούς της, εκτείνονται σε διάστημα αρκετών ετών. Ο κατηγορούμενος είχε κληθεί σε ανωμοτί κατάθεση και είχε αρνηθεί τότε όσα του είχαν προσαφθεί, υποστηρίζοντας ότι η νύφη του είχε αποσύρει παλαιότερη μήνυση και είχε αναφέρει πως κατευθυνόταν από τον γιο του.
Η καταγγέλλουσα, από την πλευρά της, διατείνεται ότι, όταν τόλμησε να καταγγείλει τις πράξεις του, εκείνος με τη συνδρομή και άλλων προσώπων προέβη σε ψευδείς κατηγορίες εις βάρος της, με αποτέλεσμα, όπως υποστηρίζει, να στερηθεί τα ανήλικα τέκνα της. Το ζήτημα της επιμέλειας και της γονικής μέριμνας των παιδιών εκκρεμεί δικαστικά.
Οι κατηγορίες
Ειδικότερα διώκεται για βιασμό κατ’ εξακολούθηση, ενδοοικογενειακή προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας και ενδοοικογενειακή απειλή, με τις καταγγελίες να ανάγονται χρονικά από το έτος 2021.
Η 33χρονη ημεδαπή κατήγγειλε ότι ο πατέρας του συζύγου της την παρενοχλούσε από την αρχή του γάμου τους και πως, κατά τους ισχυρισμούς της, την ανάγκασε με τη χρήση βίας σε ερωτικές πράξεις, εκμεταλλευόμενος, όπως υποστηρίζει, τον φόβο της απέναντι σε απειλές ότι σε περίπτωση αντίστασης θα την κατήγγειλε στην Πρόνοια με αποτέλεσμα να χάσει τα παιδιά της.
Η ίδια περιέγραψε στις καταθέσεις της πλειάδα περιστατικών, με το πρώτο που χαρακτηρίζει ως βιασμό να τοποθετείται, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, στο έτος 2017. Σε διαφορετικές της καταθέσεις αναφέρθηκε σε θωπείες, σε εξαναγκασμό σε γενετήσιες πράξεις, αλλά και σε ένα περιστατικό που, όπως διατείνεται, βιντεοσκοπήθηκε με κινητό τηλέφωνο. Στις Αρχές προσκόμισε, σύμφωνα με πληροφορίες της «Δημοκρατικής», και έναν φορητό σκληρό δίσκο, ο οποίος κατά τους ισχυρισμούς της περιέχει οπτικοακουστικό υλικό που την εμφανίζει να δέχεται παρενόχληση.
Τι ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος – πεθερός
Ο 49χρονος, ήδη από τις πρώτες του εξηγήσεις, αρνήθηκε στο σύνολό τους τις αποδιδόμενες σε αυτόν πράξεις. Υποστήριξε ότι ουδέποτε απασχόλησε τις Αρχές, ότι μεγάλωσε την οικογένειά του παρέχοντάς της κάθε δυνατή στήριξη και ότι πληροφορήθηκε με έκπληξη τις καταγγελίες της νύφης του. Διατείνεται ότι παρείχε τόσο στον γιο του όσο και στη νύφη του οικονομική βοήθεια αλλά και φιλοξενία, ενώ ισχυρίζεται πως ο γιος του αντιμετώπισε στο παρελθόν ψυχολογικά προβλήματα, στα οποία ο ίδιος προσπάθησε να σταθεί αρωγός. Χαρακτήρισε δε τη νύφη του «μυθομανή», υποστηρίζοντας ότι οι καταθέσεις της εμφανίζουν αντιφάσεις και πως δεν υπάρχει αλληλουχία και συνοχή στα όσα φέρεται να περιέγραψε. Αναφορικά με τον ισχυρισμό περί υπάρξεως βίντεο που τον ενοχοποιεί, ο κατηγορούμενος υποστηρίζει ότι πρόκειται για παντελώς ανυποστήρικτη θέση, σημειώνοντας πως ακόμη και ο μάρτυρας τον οποίο επικαλείται η καταγγέλλουσα αρνείται κατηγορηματικά ότι είδε το επίμαχο υλικό.
Η κατάθεση του συζύγου
Ιδιαίτερο βάρος στην υπόθεση φέρει η κατάθεση που έδωσε ο 30χρονος σύζυγος της καταγγέλλουσας, ο οποίος είναι γιος του κατηγορουμένου. Όπως ανέφερε, αρχικά αδυνατούσε να πιστέψει ότι ο πατέρας του ασελγούσε στη σύζυγό του και θεώρησε πως επρόκειτο για παρεξήγηση. Σε μια αποστροφή του λόγου του πατέρα του, ωστόσο, αντιλήφθηκε, όπως υποστηρίζει, ότι εκείνος απευθυνόταν με σεξουαλικό υπονοούμενο στη σύζυγό του, γεγονός που οδήγησε σε έντονο διαπληκτισμό με συγγενικά πρόσωπα. Ο 30χρονος ισχυρίστηκε επίσης ότι φίλος του τον ειδοποίησε πως ο πατέρας του είχε αναρτήσει σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης βίντεο από το κινητό του, στο οποίο, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, φαίνεται να αγγίζει τη σύζυγό του.

