Η ίδια είχε καταδικαστεί το 2025 από Δικαστήριο της Έδεσσας σε 8ετή κάθειρξη για θανατηφόρα έκθεση και έκτοτε παρέμενε στη φυλακή.
Ανατρέποντας την παραπάνω απόφαση το Εφετείο έκανε δεκτούς τους ισχυρισμούς της ότι δεν εξέθεσε επί σκοπού το βρέφος σε κίνδυνο για τη ζωή του, ούτε αντιλήφθηκε τη σοβαρότητα των τραυμάτων του, μετά την πτώση, ενεργώντας ουσιαστικά σε πλάνη, ετυμηγορία που την οδηγεί σε καθεστώς ελευθερίας.
«Το παιδί δεν έδειξε κάποια σημάδια για να ανησυχήσουμε, ούτε είχε εξωτερικές κακώσεις. Το τάισα άλλες δύο φορές μετά, ήταν ευδιάθετο», είπε -μεταξύ άλλων- στην απολογία της, τονίζοντας ότι είναι πολύτεκνη και στοργική μητέρα (αυτό ήταν το 5ο παιδί της).
Ως μάρτυρας κατέθεσε παιδίατρος του Γενικού Νοσοκομείου Νάουσας, ο οποίος ανέφερε ότι το βρέφος διακομίστηκε χωρίς σφυγμό και με ακαμψία. Όπως σημείωσε ήταν πλέον αργά για να αντιστραφεί η κατάσταση. Σύμφωνα με τα ιατροδικαστικά ευρήματα, το παιδί υπέστη κάταγμα ινιακού οστού (δηλαδή στο πίσω μέρος του κρανίου) και εσωτερική αιμορραγία.