Καύσωνας και εντός των κατοικιών φαίνεται για σημαντική μερίδα των ελληνικών νοικοκυριών, καθώς οι θερμοκρασίες σε αρκετές περιπτώσεις φτάνει τους 38°C, όπως προκύπτει από έρευνα της Greenpeace και του Ελληνικού Ινστιτούτου Παθητικού Κτιρίου.
Μάλιστα, η έρευνα δείχνει ότι η θερινή ενεργειακή φτώχεια δεν αφορά μόνο τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά, αλλά αποτελεί δομικό χαρακτηριστικό του ελληνικού κτιριακού αποθέματος.
Ειδικότερα, το μεγαλύτερο μέρος του κτιριακού αποθέματος στη χώρα είναι παλιό (πάνω από τις μισές κατοικίες έχουν χτιστεί πριν από την εισαγωγή του Κανονισμού Θερμομόνωσης το 1979), δηλαδή σε μια περίοδο όπου η θερμική προστασία των κτιρίων δεν αποτελούσε κάποια βασική παράμετρο σχεδιασμού.
Σήμερα, η άνοδος της θερμοκρασίας, η συχνότερη εμφάνιση και η μεγαλύτερη διάρκεια των καυσώνων, σε συνδυασμό με τα χαρακτηριστικά του ελληνικού αστικού περιβάλλοντος, επιδεινώνουν ιδιαίτερα τις συνθήκες διαβίωσης μέσα στην κατοικία.
Σύμφωνα με την έρευνα, στη μεγάλη πλειονότητα των κατοικιών, οι εσωτερικές θερμοκρασίες υπερβαίνουν για μεγάλο μέρος του καλοκαιριού το ανώτατο όριο θερμικής άνεσης των 25°C, με μέσες τιμές που συχνά κυμαίνονται μεταξύ 28 και 31°C και μέγιστες που φτάνουν ή ξεπερνούν τους 34–38°C. Οι αποκλίσεις από τα όρια θερμικής άνεσης είναι μεγαλύτερες σε μεγάλες αστικές περιοχές όπως η Αθήνα και η Πάτρα, ενώ πιο ήπιες διακυμάνσεις καταγράφηκαν σε περιοχές με χαμηλότερα θερμικά φορτία, όπως η Κοζάνη.
Για την έρευνα επιλέχθηκε ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα 29 κατοικιών, κατανεμημένων σε έξι περιοχές, ώστε να καλύπτονται και οι τέσσερις κλιματικές ζώνες της Ελλάδας, όπως ορίζονται από τον Κανονισμό Ενεργειακής Απόδοσης Κτιρίων (ΚΕΝΑΚ)35: Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Ηράκλειο – Χανιά, Λάρισα – Καλαμπάκα και Κοζάνη.
Στο δείγμα περιλαμβάνονται τόσο διαμερίσματα πολυκατοικιών όσο και μονοκατοικίες, κατασκευασμένες πριν και μετά την εφαρμογή του Κανονισμού Θερμομόνωσης Κτιρίων (1979), καθώς και κατοικίες μεταγενέστερες του ΚΕΝΑΚ (2010). Συγκεκριμένα, το δείγμα περιλαμβάνει κατοικίες αμόνωτες, με ήπιες ενεργειακές παρεμβάσεις, σημαντικές ενεργειακές παρεμβάσεις και παθητικές.
Αναλυτικότερα, οι αμόνωτες κατοικίες αποτελούν τη σαφώς ευαλωτότερη κατηγορία κατοικιών στο δείγμα της έρευνας. Οι καταγραφές τους διακρίνονται από τις σταθερά υψηλές θερμοκρασίες, την περιορισμένη ή ανύπαρκτη νυχτερινή αποφόρτιση και σχεδόν την πλήρη έκθεση τους στις εξωτερικές συνθήκες. Σε πολλές περιπτώσεις, οι εσωτερικές θερμοκρασίες παραμένουν πάνω από 28-30°C ακόμη και τη νύχτα, δημιουργώντας συνθήκες μόνιμης θερμικής επιβάρυνσης. Η περιορισμένη χρήση κλιματισμού είναι αδύνατον να αντισταθμίσει την έλλειψη θερμικής προστασίας.
Οι κατοικίες που έχουν υποστεί ήπιας κλίμακας ενεργειακές παρεμβάσεις εμφανίζουν μόνο μερική βελτίωση, ενώ συχνά καταγράφουν εξίσου υψηλές μέγιστες θερμοκρασίες με τις αμόνωτες κατοικίες.
Αντίθετα, οι κατοικίες με σημαντικές ενεργειακές αναβαθμίσεις παρουσιάζουν πιο σταθερή θερμική συμπεριφορά και μειωμένες διακυμάνσεις, χωρίς ωστόσο να εξασφαλίζουν απολύτως συνθήκες άνεσης σε περιόδους καύσωνα.
Οι παθητικές κατοικίες αποτελούν την πιο αποτελεσματική κατηγορία, με θερμοκρασίες εντός ή πολύ κοντά στα όρια άνεσης και κατ’ επέκταση μειωμένες ανάγκες ψύξης, παρόλο που η απόδοσή τους παρουσιάζει μεταπτώσεις ανάλογα με τον τρόπο χρήσης τους.
Σε όλες τις περιοχές του δείγματος, η γενική εικόνα είναι σαφής. Τα περισσότερα σπίτια περνούν μεγάλο μέρος του καλοκαιριού πάνω από το ανώτατο όριο θερμικής άνεσης των 25°C, με μέσες τιμές που συχνά κινούνται μεταξύ 28-31°C και μέγιστες που αγγίζουν ή και ξεπερνούν τους 34-38°C. Οι πιο έντονες αποκλίσεις καταγράφονται στην Αθήνα και στην Πάτρα, ακολουθούν η Θεσσαλονίκη, η Λάρισα-Καλαμπάκα και η Κρήτη, ενώ η Κοζάνη αποτελεί τη μόνη περιοχή όπου ακόμη και τα αμόνωτα σπίτια εμφανίζουν σχετικά ελεγχόμενες θερμοκρασίες.
Πέρα από τη θερμοκρασία, η έρευνα κατέγραψε σημαντικά προβλήματα και στην ποιότητα του εσωτερικού αέρα, με ορισμένες κατοικίες να εμφανίζουν υψηλές συγκεντρώσεις CO₂ (άνω των 1000 ppm), ένδειξη ανεπαρκούς αερισμού. Παράλληλα, η σχετική υγρασία σε αρκετές περιπτώσεις υπερβαίνει τα επιθυμητά όρια, επιδεινώνοντας την αίσθηση δυσφορίας και δημιουργώντας πρόσθετους κινδύνους για την υγεία.
«Μοναδική ευκαιρία η επόμενη πενταετία»
«Η επόμενη πενταετία δημιουργεί μια μοναδική ευκαιρία για την Ελλάδα. Το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο, το νέο Εθνικό Σχέδιο Ανακαίνισης Κτιρίων και οι ευρωπαϊκές πολιτικές για τα κτίρια και την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή μπορούν να αποτελέσουν τη βάση μιας νέας πολιτικής που θα αντιμετωπίζει ταυτόχρονα τη στεγαστική κρίση, την ενεργειακή φτώχεια και την κλιματική κρίση» επισήμανε μεταξύ άλλων η υπεύθυνη προγραμμάτων του Ελληνικού Γραφείου της Greenpeace Μυρτώ Πισπίνη.
«Πέρυσι κάναμε μια έρευνα στην Αθήνα για την ενεργειακή φτώχεια με στόχευση στο ευάλωτο νοικοκυριό, ενώ φέτος η έρευνά μας, σε 6 πόλεις της Ελλάδας, στόχευε στο κτίριο, είτε αυτό είναι παλιό και αμόνωτο είτε είναι ένα παθητικό κτίριο. Από τις δυο έρευνες συμπεραίνεται ότι η ριζική ανακαίνιση είναι αυτή που φέρνει ουσιαστικό αποτέλεσμα στην αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας. Νομίζω πως γίνεται πλέον ξεκάθαρο ότι το παθητικό κτίριο δεν αποτελεί απλώς μια λύση ανάμεσα στις πολλές αλλά είναι μονόδρομος για να εξασφαλίσουμε πραγματική θερμική άνεση και ευημερία για όλους» τόνισε ο επικεφαλής του Ελληνικού Ινστιτούτου Παθητικού Κτιρίου Στέφανος Παλλαντζάς.




















