Όπως αποκάλυψε ο ιδιωτικός ερευνητής Γιώργος Τσούκαλης στο Star, η υπόθεση ξεκίνησε έπειτα από ενημέρωση που έλαβε από δημοσιογράφο, ο οποίος εντόπισε σχετικό βίντεο στην πλατφόρμα TikTok. «Με ενημέρωσε συνάδελφός σας, γνωρίζοντας τη δράση μου κατά της αρχαιοκαπηλίας, και μου ζήτησε να απευθυνθώ στις αρχές», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ο ίδιος, όπως είπε, προχώρησε άμεσα σε ενημέρωση του αρμόδιου τμήματος της αστυνομίας, με το οποίο συνεργάζεται εδώ και περίπου 35 χρόνια. Παράλληλα, εξέφρασε την ικανοποίησή του για την ταχύτητα αντίδρασης των αρχών, κάνοντας λόγο για «άριστη δουλειά» και «γρήγορα αντανακλαστικά».
Αναφερόμενος στο επίμαχο Ευαγγέλιο, ο κ. Τσούκαλης υπογράμμισε τη μεγάλη ιστορική και πολιτιστική του αξία, εξηγώντας ότι τα ευαγγέλια που τυπώθηκαν στη Βενετία τον 17ο και 18ο αιώνα —συχνά από Ηπειρώτες τυπογράφους— θεωρούνται ιδιαίτερα σημαντικά. Ωστόσο, όπως τόνισε, τέτοια αντικείμενα δεν μπορούν να αποτιμηθούν με οικονομικούς όρους.
«Η πολιτιστική κληρονομιά της Ελλάδας είναι οικουμενική και ανυπολόγιστης αξίας. Δεν μπορεί να μετρηθεί ούτε σε ευρώ ούτε σε δολάρια», δήλωσε. «Με ενημέρωσε συνάδελφός σας, γνωρίζοντας τη δράση μου κατά της αρχαιοκαπηλίας, και μου ζήτησε να απευθυνθώ στις αρχές»
Σε ό,τι αφορά τα έργα τέχνης που εντοπίστηκαν, ο ιδιωτικός ερευνητής σημείωσε ότι την τελική αξιολόγηση της αυθεντικότητας και της αξίας τους θα την κάνουν οι αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού. Παράλληλα, έθεσε ζητήματα σχετικά με τη νομιμότητα κατοχής και διάθεσης των έργων, επισημαίνοντας ότι, εφόσον πρόκειται για περιουσιακά στοιχεία, θα πρέπει να είναι δηλωμένα. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στα αντίγραφα έργων τέχνης, τονίζοντας ότι θα πρέπει να φέρουν σαφή σήμανση, ώστε να μην παρουσιάζονται ως αυθεντικά.
Ο κ. Τσούκαλης ξεκαθάρισε ότι δεν προχωρά σε κρίσεις ή καταδίκες, υπογραμμίζοντας ότι ο ρόλος του είναι να συμβάλλει στην καταπολέμηση της αρχαιοκαπηλίας. «Δεν είμαι από αυτούς που δικάζουν ανθρώπους. Έκανα το καθήκον μου ως πολίτης», σημείωσε.
Παράλληλα, τόνισε ότι η υπόθεση ενδέχεται να βασίζεται και σε προγενέστερες πληροφορίες που είχαν συλλέξει οι αρχές, ενώ επεσήμανε ότι η κοινωνία εμφανίζεται ολοένα και πιο ευαισθητοποιημένη απέναντι σε τέτοια φαινόμενα. Κλείνοντας, ο ιδιωτικός ερευνητής έκανε λόγο για μια διαχρονική «μάστιγα», υπογραμμίζοντας την ανάγκη εντατικοποίησης των προσπαθειών για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, η Ελλάδα αποτελεί «υπερδύναμη στον πολιτισμό» και αυτό είναι το στοιχείο που πρέπει να διαφυλαχθεί με κάθε τρόπο.
Γιώργος Τσαγκαράκης: Το email που σήμανε συναγερμό στην ΕΛΑΣ – Ποια κατηγορίες αντιμετωπίζει
Προθεσμία για να απολογηθεί την Τρίτη ζήτησε και πήρε ο Γιώργος Τσαγκαράκης, ο οποίος οδηγήθηκε στα δικαστήρια της πρώην σχολής Ευελπίδων λίγο μετά τις 13:00 το μεσημέρι του Σαββάτου (21/3).
Σε βάρος του ασκήθηκε δίωξη για πέντε βαριές κατηγορίες.
Σύμφωνα με τον δικηγόρο του, Κωνσταντίνο Γώγο, ο γνωστός γκαλερίστας αρνείται όλες τις κατηγορίες. Συγκεκριμένα, ο εισαγγελέας άσκησε σε βάρος του ποινική δίωξη πέντε αδικήματα:
- Υπεξαίρεση αρχαίου και νεότερων μνημείων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, τελεσθείσα κατά επάγγελμα
- Παράβαση της υποχρέωσης δήλωσης μνημείου.
- Διακεκριμένη περίπτωση κατασκευής-έκθεσης διακίνησης-διάθεσης-κατοχής έργων τέχνης με σκοπό παραπλάνησης, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας τελεσθείσα, κατά επάγγελμα και σε εμπορική κλίμακα, κατ εξακολούθηση,
- Απάτη με ζημιά ιδιαίτερα μεγάλη, κατά εξακολούθηση
- Διακεκριμένη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, κατ εξακολούθηση τελεσθείσα, κατ επάγγελμα.
Σε βάρος της υπαλλήλου του γκαλερίστα ασκήθηκε δίωξη για:
- Αποδοχή αρχαίου κινητού μνημείου, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που αποτελεί προϊόν εγκλήματος.
Η δικογραφία παραπέμφθηκε σε ανακριτή από τον οποίο οι κατηγορούμενοι ζήτησαν και έλαβαν προθεσμία να απολογηθούν την Τρίτη.
Η πώληση του Ευαγγελίου φαίνεται πως ήταν η κορυφή του «παγόβουνου» στην υπόθεση του γνωστού γκαλερίστα Γιώργου Τσαγκαράκη που συνελήφθη από τις αρχές και κατηγορείται πλέον για βαριά κακουργήματα. Σύμφωνα με το MEGA, ο Γιώργος Τσαγκαράκης είχε μπει στο «μικροσκόπιο» των αρχών από τις 24 Φεβρουαρίου 2026. Τότε, η ΕΛΑΣ έλαβε ένα ανώνυμο email ότι πρέπει να ελεγχθούν οι δραστηριότητες του γνωστού γκαλερίστα.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, ακολούθησε ακόμη ένα email, στις 6 Μαρτίου 2026, επώνυμο αυτή τη φορά, το οποίο ανέφερε ότι τουλάχιστον 7 πίνακες που είδε κάποιος να πωλούνται στην τηλεόραση, πρέπει να είναι πλαστοί. Κάπως έτσι, το ελληνικό FBI ξεκίνησε την έρευνα για τον Γιώργο Τσαγκαράκη και όταν προβλήθηκε η εκπομπή με το Ευαγγέλιο, ακολούθησε η έφοδος και η σύλληψή του. Ο συναγερμός σήμανε σύμφωνα με το MEGA, από έναν βυζαντινολόγο από την Κύπρο που είδε το Ευαγγέλιο στην τηλεόραση και ειδοποίησε το υπουργείο Πολιτισμού που με τη σειρά του έστειλε σήμα στην ΕΛ.ΑΣ.
Για το πώς ξετυλίχθηκε το κουβάρι της υπόθεσης και οι αρχές έφτασαν στη σύλληψη του Γιώργου Τσαγκαράκη, μίλησε η Κωνσταντία Δημογλίδου. Η εκπρόσωπος της ΕΛ.ΑΣ., σε δηλώσεις της στον ΣΚΑΙ ανέφερε ότι στις Μαρτίου έφτασε η πρώτη καταγγελία στην ΕΛ.ΑΣ.. «Πολύ πρόσφατα είχε δεχθεί η Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος μία καταγγελία για τον συγκεκριμένο και μάλιστα στις 6 Μαρτίου ήρθε η πρώτη καταγγελία στην ΕΛ.ΑΣ., όπου προφανώς προερχόταν από άτομα τα οποία γνωρίζουν κάποια θέματα Τέχνης και αρχαίων αντικειμένων», είπε αρχικά η Κωνσταντία Δημογλίδου.
Όπως ανέφερε η εκπρόσωπος της ΕΛ.ΑΣ., πριν το βίντεο με το Ευαγγέλιο του 1745, «κάποιος πολίτης επικοινώνησε ανώνυμα με την Αστυνομία και στη συνέχεια είχαμε και επώνυμη καταγγελία ότι ίσως κάποια από τα έργα που διαχειρίζεται και προωθεί ο άνθρωπος αυτός είναι πλαστά. Ήταν κάποιος άνθρωπος ο οποίος γνώριζε από έργα Τέχνης προφανώς για να κατανοήσει λεπτομέρειες καθώς κάτι τέτοιο είναι δύσκολο ακόμα και για τους αστυνομικούς που υπηρετούν στην Υπηρεσία παρόλο που έχουν τεράστια εμπειρία πλέον και μπορούν να αντιληφθούν την πλαστότητα ενός έργου. Βέβαια, αυτή η διαδικασία γίνεται με ειδικό πραγματογνώμονα ο οποίος πιστοποιεί την πλαστότητα ή τη γνησιότητα ενός έργου και φυσικά ειδικός πραγματογνώμονας για τα αρχαία αντικείμενα που βρέθηκαν στην κατοχή του για να μπορέσει να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της αρχαιοκαπηλίας».
«Οδηγήθηκε ήδη στον Ανακριτή μαζί με ένα ακόμη άτομο, το οποίο φέρεται να χρησιμοποιήθηκε ώστε να κρυφτεί το Ευαγγέλιο. Έχει παραπεμφθεί ήδη, αναμένουμε βέβαια τι θα υποστηρίξει στην απολογία του», πρόσθεσε.
Η κυρία Δημογλίδου επισήμανε ότι προς το παρόν ο γκαλερίστας δεν έχει αναφέρει στους αστυνομικούς πώς έφτασε στην κατοχή του. «Είναι κάτι που θα πρέπει να απαντήσει στις ανακριτικές Αρχές το πώς έφτασαν στην κατοχή του τα αρχαία αντικείμενα, καθώς και ποια ήταν η διαδικασία που ακολουθούνταν με τα πλαστά έργα τέχνης τα οποία βρέθηκαν σε έναν από τους χώρους που ερευνήθηκαν», συμπλήρωσε.
Η ΕΛΑΣ για τη σύλληψη του γνωστού γκαλερίστα
Η ΕΛΑΣ εξέδωσε ανακοίνωση σχετικά με τη σύλληψη γνωστού γκαλερίστα και μίας υπαλλήλου του, οι οποίοι κατηγορούνται, μεταξύ άλλων, για κατοχή και διάθεση προς πώληση πλαστών έργων τέχνης, αρχαίων μνημείων και εικόνων.
Όπως επισημαίνεται από την ΕΛΑΣ κατά τη συντονισμένη αστυνομική επιχείρηση της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος, που πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή 20 Μαρτίου, κατασχέθηκαν 321 έργα τέχνης, τέσσερις ξύλινες αρχαίες ιερές εικόνες, Ευαγγέλιο, τρεις αρχαίοι αμφορείς, αντικείμενα βυζαντινής περιόδου, μεγάλα χρηματικά ποσά, όπλο, φυσίγγια και ψηφιακά πειστήρια.
Επιπρόσθετα υπογραμμίζεται ότι σύμφωνα με τις αρμόδιες γνωματεύσεις, τα περισσότερα από τα έργα κρίθηκαν πλαστά και μέρος των κατασχεθέντων εμπίπτει στη νομοθεσία για την προστασία των αρχαιοτήτων και της πολιτιστικής κληρονομιάς.
Αναλυτικά η ανακοίνωση της ΕΛΑΣ για την υπόθεση:
«Από αστυνομικούς της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος συνελήφθησαν μεσημβρινές ώρες χθες, Παρασκευή 20 Μαρτίου 2026, σε περιοχή της Αττικής, -2- άτομα (άνδρας και γυναίκα), οι οποίοι κατηγορούνται ότι κατείχαν και διέθεταν προς πώληση πλαστά έργα τέχνης και άλλα αρχαία μνημεία και εικόνες.
Σε βάρος τους σχηματίσθηκε δικογραφία από την Υποδιεύθυνση Καταπολέμησης Διακίνησης και Εμπορίας Ανθρώπων και Αγαθών για -κατά περίπτωση- διακεκριμένη διακίνηση κατασκευασμένου έργου τέχνης, διακεκριμένη απάτη, υπεξαίρεση μνημείων, αποδοχή και διάθεση μνημείων που αποτελούν προϊόντα εγκλήματος, κατοχή αντιγράφων ή απομιμητικών μνημείων με σκοπό τη διάθεση ως γνήσια, καθώς και για παράβαση των νόμων για την πνευματική ιδιοκτησία, την προστασία των αρχαιοτήτων και εν γένει της πολιτιστικής κληρονομιάς και τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.
Προηγήθηκε εμπεριστατωμένη διερεύνηση καταγγελιών, σχετικά με συστηματική εξαπάτηση του φιλότεχνου κοινού μέσω τηλεοπτικών και διαδικτυακών δημοπρασιών πλαστών έργων τέχνης, καθώς και καταγγελία επιστήμονα και αρμόδιας Διεύθυνσης του Υπουργείου Πολιτισμού, σχετικά με διάθεση προς πώληση Ιερού Ευαγγελίου, το οποίο κρίθηκε ως συλλεκτικό και μοναδικό αντικείμενο.
Κατόπιν παραγγελίας αρμόδιου Εισαγγελέα και με ειδικές ανακριτικές τεχνικές, προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος, ως διαχειριστής εταιρείας-γκαλερί τέχνης, τουλάχιστον από τον Σεπτέμβριο του 2025, κατείχε και εξέθετε προς πώληση σε Ελλάδα και Κύπρο μέσω τηλεοπτικών εκπομπών, που παρουσίαζε ο ίδιος, καθώς και μέσω διαδικτυακού καταστήματος, κυρίως πλαστά έργα τέχνης, διάσημων Ελλήνων και ξένων ζωγράφων, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, αλλά και μνημεία, με σκοπό την αποκόμιση παράνομου οικονομικού οφέλους.
Στο πλαίσιο αυτό, πρωινές ώρες χθες 20-03-2026, πραγματοποιήθηκε συντονισμένη αστυνομική επιχείρηση, κατά την οποία διενεργήθηκαν έρευνες σε οικίες, αποθήκες, οχήματα και καταστήματα, όπου βρέθηκαν και κατασχέθηκαν:
* -321- έργα τέχνης,
* -4- ξύλινες αρχαίες Ιερές εικόνες,
* Ιερό Ευαγγέλιο,
* -3- αρχαίοι αμφορείς,
* οινοχόη και πίθος βυζαντινής περιόδου,
* -226.760- ευρώ,
* -32.607- δολάρια,
* περίστροφο,
* -45- φυσίγγια,
* -3- μονάδες αποθήκευσης ψηφιακών δεδομένων και
* πλήθος εγγράφων.
Μάλιστα, κατά τη διάρκεια μίας εκ των ανωτέρω ερευνών, προσέγγισε το σημείο η κατηγορούμενη, έχοντας στην κατοχή της το Ιερό Ευαγγέλιο που είχε παρουσιάσει σε δημοπρασία μέσω της εκπομπής του ο συγκατηγορούμενός της.
Αρμόδιοι υπάλληλοι της Εθνικής Πινακοθήκης εξέτασαν τα κατασχεθέντα και γνωμάτευσαν ότι πρόκειται στην πλειονότητά τους για πλαστά, ενώ αρχαιολόγος της Εφορείας Αρχαιοτήτων Πειραιώς και Νήσων διαπίστωσε ότι οι τέσσερις Ιερές εικόνες, τρεις από τις οποίες αναγνωρίστηκαν ως αντικείμενα που είχαν εκτεθεί προς δημοπρασία, το Ιερό Ευαγγέλιο και τρία από τα κατασχεθέντα αντικείμενα εμπίπτουν στις διατάξεις της νομοθεσίας για την προστασία των αρχαιοτήτων και εν γένει της πολιτιστικής κληρονομιάς.
Οι συλληφθέντες οδηγήθηκαν στην αρμόδια εισαγγελική Αρχή.»

