Νέα συγκλονιστικά στοιχεία βλέπουν το φως της δημοσιότητας για τη δολοφονία του γνωστού ποινικολόγου Σταύρου Γεωργίου, ο οποίος βρέθηκε νεκρός στο γραφείο του, επί της οδού 3ης Σεπτεμβρίου, στο κέντρο της Αθήνας.
Οι αστυνομικοί του Τμήματος Ανθρωποκτονιών συνεχίζουν τις έρευνες, εξετάζοντας κάθε πιθανό σενάριο, ενώ στο επίκεντρο βρίσκονται οι τελευταίες κινήσεις του θύματος, το κινητό του τηλέφωνο και υλικό από κάμερες ασφαλείας της περιοχής.
Οι δίδυμες κόρες του τον αναζητούσαν για ώρες
Ο ποινικολόγος δεν είχε δώσει σημεία ζωής για πολλές ώρες, γεγονός που προκάλεσε έντονη ανησυχία στην οικογένειά του. Οι δύο 16χρονες δίδυμες κόρες του, αφού δεν κατάφεραν να επικοινωνήσουν μαζί του τηλεφωνικά, μετέβησαν αργά το βράδυ στο γραφείο του, όπου χρησιμοποιούσε και ως χώρο διαμονής.
Χωρίς να έχουν κλειδιά, χτυπούσαν επίμονα το κουδούνι και φώναζαν τον πατέρα τους, ελπίζοντας πως θα τους ανοίξει.
Η μαρτυρία του θυρωρού συγκλονίζει
Τις φωνές των δύο κοριτσιών άκουσε ένοικος της πολυκατοικίας, ο οποίος ειδοποίησε τον θυρωρό. Εκείνος μπήκε στο διαμέρισμα και βρέθηκε μπροστά σε μια εικόνα που, όπως περιγράφει, δεν θα ξεχάσει ποτέ.
«Άνοιξα την πόρτα του δωματίου, η οποία δεν ήταν κλειδωμένη. Την είχαν μισοκλείσει. Είδα το κρεβάτι άδειο και στη συνέχεια τον είδα ξαπλωμένο στο πάτωμα», ανέφερε, περιγράφοντας τις πρώτες στιγμές μετά την είσοδό του στον χώρο.
Ο ίδιος εξήγησε ότι δεν προχώρησε περισσότερο μέσα στο δωμάτιο, καθώς κατάλαβε αμέσως τι είχε συμβεί.
«Δεν μπήκα πιο μέσα, κατάλαβα τι μπορεί να έχει συμβεί. Τα κορίτσια έβαλαν τα κλάματα, βγήκαμε έξω, έκλεισα την πόρτα και ήρθε η αστυνομία. Ακόμα δεν έχω συνέλθει. Το σοκ ήταν μεγάλο και για εμένα και για τα κορίτσια», είπε χαρακτηριστικά.
Νεκρός μέσα σε λίμνη αίματος
Οι αστυνομικοί εντόπισαν τον Σταύρο Γεωργίου νεκρό στο υπνοδωμάτιο, σε εμβρυακή στάση και μέσα σε λίμνη αίματος. Τα ρούχα του βρίσκονταν πάνω σε καρέκλες, ενώ δεν υπήρχαν εμφανή ίχνη παραβίασης ή εικόνα που να παραπέμπει σε ληστεία.
Σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις του ιατροδικαστή, ο χρόνος θανάτου τοποθετείται στις πρωινές ώρες της ίδιας ημέρας.
Άγριος ξυλοδαρμός μέχρι θανάτου
Τα έως τώρα ευρήματα δείχνουν ότι ο γνωστός ποινικολόγος δεν δέχθηκε επίθεση με μαχαίρι ή πυροβόλο όπλο.
Αντίθετα, οι Αρχές εκτιμούν ότι υπέστη πολλαπλά και ιδιαίτερα σφοδρά χτυπήματα στο κεφάλι, πιθανότατα με γροθιές και κλωτσιές, ενώ εξετάζεται και το ενδεχόμενο να χτυπήθηκε με δύναμη πάνω σε έπιπλο του δωματίου. Οι κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις που υπέστη αποδείχθηκαν θανατηφόρες.
Στο μικροσκόπιο κινητό, κάμερες και προσωπικό περιβάλλον
Παρότι ο Σταύρος Γεωργίου είχε αναλάβει κατά το παρελθόν σειρά σοβαρών ποινικών υποθέσεων, οι αστυνομικοί δεν θεωρούν προς το παρόν ότι το κίνητρο σχετίζεται άμεσα με την επαγγελματική του δραστηριότητα.
Η εικόνα του χώρου στρέφει τις έρευνες κυρίως προς προσωπικές διαφορές, χωρίς ωστόσο να αποκλείεται κανένα ενδεχόμενο.
Το Τμήμα Ανθρωποκτονιών αναζητά το κινητό τηλέφωνο του θύματος, το οποίο δεν έχει εντοπιστεί, ενώ συλλέγει βιντεοληπτικό υλικό από κάμερες ασφαλείας της περιοχής και καταθέσεις προσώπων από το στενό και ευρύτερο περιβάλλον του, προκειμένου να χαρτογραφήσει τις τελευταίες ώρες πριν από το έγκλημα.
Η ανακοίνωση της Ένωσης Ποινικολόγων
Την ίδια ώρα, βαθιά θλίψη για τον θάνατο του Σταύρου Γεωργίου εκφράζει με ανακοίνωσή της η Ένωση Ποινικολόγων και Μάχιμων Δικηγόρων, της οποίας ο εκλιπών ήταν ενεργό μέλος.
Όπως αναφέρει το Διοικητικό Συμβούλιο, ο Σταύρος Γεωργίου υπηρέτησε επί δεκαετίες τη μαχόμενη δικηγορία, αφήνοντας το προσωπικό του αποτύπωμα στην ποινική δικαιοσύνη και συμμετέχοντας ενεργά στις δράσεις και τις διεκδικήσεις του κλάδου. Παράλληλα, επισημαίνεται ότι με την επιστημονική του κατάρτιση, τη μαχητικότητα και τη διαρκή παρουσία του στις δικαστικές αίθουσες κέρδισε τον σεβασμό συναδέλφων, δικαστικών λειτουργών και πολιτών.
Η Ένωση τονίζει ότι η είδηση του θανάτου του συγκλονίζει ολόκληρη τη νομική κοινότητα, ενώ σημειώνει πως η απώλεια ενός λειτουργού της Δικαιοσύνης υπό συνθήκες που διερευνώνται από τις Αρχές προκαλεί εύλογη ανησυχία και έντονο προβληματισμό.
Παράλληλα, εκφράζει την εμπιστοσύνη της στις διωκτικές και δικαστικές Αρχές ότι θα διερευνήσουν την υπόθεση με πληρότητα και ταχύτητα, ώστε να αποδοθούν οι ευθύνες όπου υπάρχουν, ενώ υπογραμμίζει ότι η τραγική αυτή υπόθεση αναδεικνύει την ανάγκη ουσιαστικής προστασίας όλων των λειτουργών της Δικαιοσύνης.
Κλείνοντας, το Διοικητικό Συμβούλιο εκφράζει τα θερμά συλλυπητήριά του στην οικογένεια και τους οικείους του εκλιπόντος, τονίζοντας πως η Ένωση αποχαιρετά «έναν άξιο συνάδελφο και συνοδοιπόρο», η απουσία του οποίου αφήνει δυσαναπλήρωτο κενό στη μάχιμη ποινική δικηγορία.






















