Σε νέα κλιμάκωση της ρητορικής του απέναντι στο Ιράν και όσους εμπλέκονται στις προσπάθειες για τη διαχείριση της κρίσης στα Στενά του Ορμούζ προχώρησε ο Ντόναλντ Τραμπ, απειλώντας ακόμη και το Ομάν με στρατιωτική επίθεση.
Ο Αμερικανός πρόεδρος προειδοποίησε ότι η χώρα του Κόλπου θα βρεθεί αντιμέτωπη με σφοδρούς βομβαρδισμούς εάν, όπως είπε, «μπει στη μέση» της αμερικανικής προσπάθειας απέναντι στο Ιράν.
Η δήλωση έγινε σε απάντηση ερώτησης του δημοσιογράφου του Fox News, Τρέι Γινγκστ, σχετικά με τις παράλληλες συνομιλίες που πραγματοποιούν το Ιράν και το Ομάν για το ζήτημα της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ.
Η απειλή Τραμπ προς το Ομάν
Ο Γινγκστ ανέφερε ότι ρώτησε τον Τραμπ για τις συζητήσεις μεταξύ Ιράν και Ομάν σχετικά με τον έλεγχο και τη διαχείριση της στρατηγικής θαλάσσιας οδού.
Η απάντηση του Αμερικανού προέδρου ήταν ιδιαίτερα επιθετική. Σύμφωνα με τον δημοσιογράφο, ο Τραμπ δήλωσε πως εάν το Ομάν «μπει στη μέση», οι ΗΠΑ θα το βομβαρδίσουν.
Η προειδοποίηση ήρθε την ώρα που το Ιράν και το Ομάν βρίσκονται σε συνομιλίες για μια προσωρινή ρύθμιση που θα μπορούσε να επιτρέψει την επαναφορά της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ.
Το Ομάν διαπραγματεύεται με το Ιράν για τα Στενά
Οι επαφές μεταξύ Τεχεράνης και Μουσκάτ αφορούν τη διαχείριση της κυκλοφορίας πλοίων από τα Στενά του Ορμούζ, μιας από τις σημαντικότερες θαλάσσιες οδούς για τη διεθνή αγορά ενέργειας.
Σύμφωνα με τις τελευταίες πληροφορίες, το Ιράν βρίσκεται κοντά σε συμφωνία με το Ομάν για την επανεκκίνηση της εμπορικής ναυσιπλοΐας μέσω του Στενού, με μια προσωρινή ρύθμιση που προβλέπει διαφορετικές διαδρομές για τα πλοία.
Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η κρίση στα Στενά έχει προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις στις διεθνείς αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου.
«Να μην αποκτήσει το Ιράν πυρηνικά όπλα»
Παρά την κλιμάκωση της ρητορικής του, ο Τραμπ επανέλαβε ότι βασικός στόχος της αμερικανικής πολιτικής παραμένει η αποτροπή της απόκτησης πυρηνικού όπλου από το Ιράν.
Σε ανάρτησή του στο Truth Social, ο Αμερικανός πρόεδρος τόνισε ότι πρωταρχικός στόχος είναι και θα παραμείνει να μην μπορέσει το Ιράν, «με κανέναν τρόπο, υπό καμία μορφή», να αποκτήσει πυρηνικό όπλο. Η συγκεκριμένη θέση αποτελεί βασικό επιχείρημα της Ουάσινγκτον για τη συνέχιση της πίεσης προς την Τεχεράνη.
Χωρίς συμφωνία μετά την παρέλευση των 60 ημερών
Την ίδια ώρα, οι ΗΠΑ και το Ιράν δεν κατάφεραν να αξιοποιήσουν την προθεσμία των 60 ημερών που είχε προβλεφθεί για την επίτευξη συμφωνίας σχετικά με τον περιορισμό του πυρηνικού προγράμματος της Τεχεράνης.
Η προθεσμία συνδεόταν με το μνημόνιο κατανόησης που είχε ανακοινώσει ο Τραμπ πριν από δύο μήνες, στο πλαίσιο της εκεχειρίας που είχε συμφωνηθεί τον Ιούνιο.
Ωστόσο, η συμφωνία αποδείχθηκε βραχύβια και δεν οδήγησε ούτε στο άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ ούτε στον τερματισμό της σύγκρουσης, η οποία πλέον διανύει τον έκτο μήνα της.
Η λήξη της προθεσμίας θεωρείται σε μεγάλο βαθμό συμβολική, καθώς τόσο ο Τραμπ όσο και η ιρανική ηγεσία έχουν αφήσει να εννοηθεί τις τελευταίες εβδομάδες ότι η συμφωνία ουσιαστικά δεν βρίσκεται πλέον σε ισχύ.
Παράλληλα, όμως, η εξέλιξη αναδεικνύει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο Αμερικανός πρόεδρος στην προσπάθειά του να επιτύχει τους στόχους που έχει θέσει για τον πόλεμο και το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.
Τα Στενά του Ορμούζ στο επίκεντρο της σύγκρουσης
Τα Στενά του Ορμούζ έχουν μετατραπεί σε ένα από τα βασικότερα σημεία αντιπαράθεσης μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης.
Από τα τέλη Ιουλίου δεν έχουν δημοσιοποιηθεί νέες αμερικανικές επιθέσεις εναντίον ιρανικών στόχων. Ωστόσο, σύμφωνα με αναλυτές, οι δύο πλευρές φαίνεται να προετοιμάζονται για μια παρατεταμένη αναμέτρηση οικονομικής πίεσης, η οποία θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να οδηγήσει σε νέα στρατιωτική κλιμάκωση.
Το Ιράν αξιοποιεί τον έλεγχό του στη στρατηγική θαλάσσια οδό, από την οποία διακινείται σημαντικό μέρος του παγκόσμιου πετρελαίου και φυσικού αερίου, προκειμένου να ασκήσει πίεση στις διεθνείς αγορές και στην αμερικανική κυβέρνηση.
Η οικονομική πίεση της Ουάσινγκτον
Από την πλευρά της, η κυβέρνηση Τραμπ έχει επαναφέρει τις πιέσεις προς την ιρανική οικονομία. Οι ΗΠΑ ανακάλεσαν τις εξαιρέσεις από τις κυρώσεις για το ιρανικό πετρέλαιο που είχαν δοθεί κατά τη διάρκεια της σύντομης εκεχειρίας, ενώ οι αμερικανικές δυνάμεις επανέφεραν τον ναυτικό αποκλεισμό των ιρανικών λιμανιών.
Στόχος της Ουάσινγκτον είναι η οικονομική πίεση να οδηγήσει την Τεχεράνη σε παραχωρήσεις.Η ιρανική ηγεσία, ωστόσο, εκτιμά ότι η χώρα μπορεί να αντέξει μεγαλύτερη οικονομική πίεση από τις ΗΠΑ, ιδιαίτερα καθώς ο Τραμπ εισέρχεται σε μια περίοδο πολιτικά κρίσιμη ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.
Η συμφωνία του Ιουνίου δεν έλυσε τα βασικά προβλήματα
Η εκεχειρία του Ιουνίου είχε ως στόχο να σταματήσει γρήγορα τις εχθροπραξίες, αφήνοντας για επόμενες διαπραγματεύσεις τα πιο δύσκολα ζητήματα.
Οι αναλυτές είχαν χαρακτηρίσει τη συμφωνία αόριστη και είχαν εκτιμήσει ότι μπορούσε να λειτουργήσει περισσότερο προς όφελος του Ιράν. Παράλληλα, είχε διατυπωθεί η εκτίμηση ότι ο Τραμπ επιδίωκε να τερματίσει έναν πόλεμο που γινόταν ολοένα και πιο αντιδημοφιλής και υπήρχε κίνδυνος να οδηγήσει τις ΗΠΑ σε βαθύτερη εμπλοκή στη Μέση Ανατολή.
Στο πλαίσιο της συμφωνίας, οι διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν αναβλήθηκαν για δύο μήνες, με την προοπτική να συνεχιστούν οι συνομιλίες. Ωστόσο, η αναμενόμενη αποκλιμάκωση δεν ήρθε.
Οι επιθέσεις που αναζωπύρωσαν την ένταση
Αμερικανοί αξιωματούχοι ήλπιζαν ότι η εκεχειρία θα οδηγούσε τουλάχιστον στην αποκατάσταση της κυκλοφορίας στα Στενά του Ορμούζ, ώστε να περιοριστούν οι πιέσεις που είχαν δημιουργηθεί στην παγκόσμια οικονομία. Αντί γι’ αυτό, η εκεχειρία κατέρρευσε σχεδόν αμέσως και το Ιράν προχώρησε στην επιβολή ελέγχου στη θαλάσσια οδό.
Ιρανοί αξιωματούχοι επικαλέστηκαν, μεταξύ άλλων, ασαφείς διατυπώσεις της συμφωνίας, υποστηρίζοντας ότι ορισμένα πλοία διέρχονταν παράνομα από τα Στενά χωρίς άδεια. Σε ορισμένες περιπτώσεις σημειώθηκαν πυρά εναντίον πλοίων, με τις αμερικανικές δυνάμεις να απαντούν με βομβαρδισμούς στο νότιο Ιράν. Έτσι δημιουργήθηκε ένας νέος κύκλος επιθέσεων και αντιποίνων.
Ο Τραμπ είχε εξετάσει νέα μεγάλη επίθεση
Η κλιμάκωση είχε οδηγήσει τον Τραμπ να εξετάσει τουλάχιστον δύο φορές το ενδεχόμενο μιας μεγάλης στρατιωτικής επίθεσης εναντίον του Ιράν.
Και στις δύο περιπτώσεις, ο Αμερικανός πρόεδρος τελικά έκανε πίσω. Σημαντικό ρόλο φέρεται να έπαιξαν οι εκκλήσεις περιφερειακών συμμάχων, μεταξύ των οποίων η Σαουδική Αραβία, η οποία έχει δεχθεί μεγάλο μέρος των ιρανικών στρατιωτικών αντιποίνων.
Παράλληλα, σύμβουλοι του Λευκού Οίκου είχαν προειδοποιήσει για τη μείωση των αποθεμάτων κρίσιμων πυρομαχικών, γεγονός που αποτελούσε έναν ακόμη παράγοντα που επηρέαζε τις αποφάσεις της αμερικανικής κυβέρνησης.
Η νέα απειλή προς το Ομάν έρχεται, επομένως, σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη συγκυρία, καθώς οι διπλωματικές προσπάθειες για το Ορμούζ συνεχίζονται, ενώ η αντιπαράθεση Ουάσινγκτον – Τεχεράνης παραμένει χωρίς οριστική λύση.






















