Μικρή δημοσκοπική ανάκαμψη καταγράφει ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου, καθώς το Ισραήλ εισέρχεται στην τελική ευθεία για τις εκλογές της 27ης Οκτωβρίου.
Παρά τη βελτίωση των ποσοστών του, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός εξακολουθεί να βρίσκεται μακριά από τον στόχο των 61 εδρών στην Κνεσέτ, που απαιτούνται για τον σχηματισμό κυβέρνησης.
Ο Νετανιάχου έχει ήδη ξεκινήσει την προεκλογική του εκστρατεία, επιχειρώντας να κινητοποιήσει κυρίως τη βάση του Likud και να ανακτήσει ψηφοφόρους που έχουν απομακρυνθεί από το κόμμα.
Με δυναμική εκκίνηση η προεκλογική εκστρατεία
Η πρώτη δημόσια εμφάνιση του Νετανιάχου για την προεκλογική περίοδο έγινε την Τετάρτη στο εμπορικό κέντρο «Μάλχα» της Ιερουσαλήμ. Η επιλογή δεν ήταν τυχαία, καθώς πρόκειται για έναν ιδιαίτερα δημοφιλή χώρο, όπου ο πρωθυπουργός έτυχε θερμής υποδοχής.
Μία ημέρα αργότερα, το σκηνικό επαναλήφθηκε σε δημοφιλές καφέ της παραθαλάσσιας πόλης Μπατ Γιαμ, η οποία αποτελεί παραδοσιακό προπύργιο του Likud.
Οι κινήσεις αυτές εντάσσονται στην προσπάθεια του πρωθυπουργού να εμφανιστεί ως ο πολιτικός που εξακολουθεί να διαθέτει ισχυρή λαϊκή βάση, παρά τις απώλειες που έχει καταγράψει τα τελευταία χρόνια.
Ισχυρός στα «κάστρα» του Likud
Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ο Νετανιάχου εξακολουθεί να θεωρείται ο προτιμώμενος πρωθυπουργός σε περιοχές όπου το Likud διατηρεί ισχυρή παρουσία.
Αυτό ισχύει ακόμη και σε περιοχές κοντά στα βόρεια και νότια σύνορα του Ισραήλ, οι οποίες υπέστησαν σοβαρές καταστροφές κατά τον πρόσφατο πόλεμο.
Οι υποστηρικτές του πιστώνουν στον Νετανιάχου τα πολιτικά και στρατιωτικά αποτελέσματα της περιόδου των συγκρούσεων με τη Χαμάς, το Ιράν και τη Χεζμπολάχ στον Λίβανο.
Η άλλη πλευρά, όμως, του καταλογίζει ότι δεν κατάφερε να αποτρέψει την επίθεση της Χαμάς το 2023, αλλά ούτε και να πετύχει την «ολική νίκη» στη Γάζα και απέναντι στο Ιράν, την οποία είχε θέσει ως στόχο.
Το κόστος της συμμαχίας με την ακροδεξιά
Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα για τον Νετανιάχου είναι η απώλεια στήριξης από το πολιτικό κέντρο. Η επιλογή του να στηρίξει την κυβερνητική του πλειοψηφία στη συνεργασία με την ακροδεξιά και τους υπερορθόδοξους έχει ενισχύσει τη θέση του στο δεξιό ακροατήριο, έχει όμως ταυτόχρονα απομακρύνει μετριοπαθείς ψηφοφόρους.
Το αποτέλεσμα αποτυπώνεται στις δημοσκοπήσεις, όπου τα ποσοστά του παραμένουν αισθητά χαμηλότερα σε σχέση με τις εκλογές του 2022.
Παρά τις απώλειες, πάντως, ο Νετανιάχου παραμένει ο σημαντικότερος πολιτικός παίκτης στο Ισραήλ και ο βασικός στόχος της αντιπολίτευσης.
Η αντιπολίτευση ψάχνει κοινό βηματισμό
Το πρόβλημα για τους αντιπάλους του είναι ότι δεν έχουν καταφέρει μέχρι σήμερα να παρουσιάσουν ένα απολύτως ενιαίο πολιτικό μέτωπο.
Ο Νετανιάχου έχει τον απόλυτο έλεγχο του δεξιού, ακροδεξιού και υπερορθόδοξου χώρου, την ώρα που οι ιδεολογικές και πολιτικές διαφορές ανάμεσα στα κόμματα της αντιπολίτευσης δυσκολεύουν τη δημιουργία ενός κοινού προεκλογικού αφηγήματος.
Μέχρι πριν από μερικούς μήνες, ο πρώην πρωθυπουργός και επίσης δεξιός πολιτικός Ναφτάλι Μπένετ προηγούνταν στις δημοσκοπήσεις. Ωστόσο, μετά τη συνεργασία του τον Απρίλιο με τον κεντρώο Γιαΐρ Λαπίντ, υποχώρησε και πλέον βρίσκεται πίσω από τον πρώην αρχηγό του ισραηλινού στρατού, Γκάντι Αιζενκοτ.
Ο Νετανιάχου στρέφεται στους απογοητευμένους ψηφοφόρους
Ισραηλινές πολιτικές πηγές αναφέρουν ότι το βασικό βάρος της προεκλογικής εκστρατείας του Νετανιάχου θα πέσει στους ψηφοφόρους του Likud που έχουν απογοητευτεί και σκέφτονται να στραφούν αλλού.
Το σχέδιο προβλέπει ότι στις περίπου δέκα εβδομάδες που απομένουν μέχρι τις κάλπες, ο πρωθυπουργός θα επικεντρωθεί κυρίως στα παραδοσιακά προπύργια της δεξιάς.
Αντίθετα, αναμένεται να αποφύγει περιοχές με έντονη παρουσία του κέντρου ή της αριστεράς, όπου η υποδοχή του είναι πιθανό να είναι περισσότερο εχθρική.
Στο ίδιο πλαίσιο, αναμένεται να δώσει ιδιαίτερο βάρος σε συνεντεύξεις σε μέσα ενημέρωσης που απευθύνονται στο δεξιό ακροατήριο, όπως είχε κάνει και στην προηγούμενη προεκλογική του εκστρατεία.
Το «χαρτί» της Χαμάς και η κόντρα με τον Τραμπ
Ένα από τα βασικά ζητήματα στα οποία αναμένεται να επενδύσει πολιτικά ο Νετανιάχου είναι η αντιμετώπιση της Χαμάς.
Υψηλόβαθμος υπουργός του Likud δήλωσε στο Al-Monitor ότι ο πρωθυπουργός αντιλαμβάνεται πως, περίπου δυόμισι μήνες πριν από τις εκλογές, πρέπει να εμφανιστεί αποφασιστικός στο συγκεκριμένο ζήτημα, ακόμη και αν αυτό τον φέρει σε αντιπαράθεση με τον Ντόναλντ Τραμπ.
Μάλιστα, σύμφωνα με τον ίδιο υπουργό, μια τέτοια αντιπαράθεση μπορεί να λειτουργήσει υπέρ του Νετανιάχου, καθώς του επιτρέπει να ενισχύσει τη θέση του απέναντι στο ακροδεξιό εκλογικό σώμα και να διαφοροποιηθεί από τον Γκάντι Αιζενκοτ.
Ο φόβος της διαρροής προς τον Μπεν-Γβίρ
Το επιτελείο του Ισραηλινού πρωθυπουργού γνωρίζει ότι η προεκλογική εξίσωση έχει και έναν ακόμη κίνδυνο: τη μετακίνηση ψηφοφόρων του Likud προς ακόμη πιο δεξιές πολιτικές επιλογές.
Ο υπουργός του Likud εκτίμησε ότι ο Νετανιάχου γνωρίζει πως οποιαδήποτε υπερβολική επίδειξη επιείκειας μπορεί να οδηγήσει ψηφοφόρους προς τον υπουργό Εθνικής Ασφάλειας Ιταμάρ Μπεν-Γβίρ και το κόμμα του, την «Εβραϊκή Δύναμη».
Έτσι, το επόμενο διάστημα αναμένεται να κινηθεί σε μια λεπτή πολιτική ισορροπία: από τη μία να διατηρήσει την εικόνα του ηγέτη που μπορεί να κυβερνήσει και να διαχειριστεί τις σχέσεις με τις ΗΠΑ και, από την άλλη, να μην αφήσει χώρο στην ακροδεξιά να εμφανιστεί ως η πιο «σκληρή» επιλογή για τους ψηφοφόρους της δεξιάς.




















