Σε εμφάνισή του στο Meet the Press του NBC News ο Μπέσεντ υποβάθμισε τις απειλές της Ευρωπαϊκής Ένωσης περί ακύρωσης της εμπορικής συμφωνίας που είχε επιτευχθεί πέρυσι με την κυβέρνηση Τραμπ, επισημαίνοντας ότι η συμφωνία «δεν έχει οριστικοποιηθεί» και ότι «μια έκτακτη ενέργεια μπορεί να είναι εντελώς διαφορετική από μια άλλη εμπορική συμφωνία». Ο υπουργός ανέφερε επίσης ότι ο Αμερικανός πρόεδρος «αξιοποιεί τις εξουσίες έκτακτης ανάγκης για να το κάνει αυτό», περιγράφοντας την τακτική ως χρήση στρατηγικής επιρροής για να πετύχει τους στόχους του.
Το Σάββατο ο Τραμπ ανακοίνωσε την επιβολή δασμών 10% σε προϊόντα από οκτώ ευρωπαϊκές χώρες από την 1η Φεβρουαρίου, με πρόβλεψη αύξησης στο 25% τον Ιούνιο εφόσον δεν επιτευχθεί συμφωνία για την «αγορά της Γροιλανδίας». Η κίνηση προκάλεσε έντονες αντιδράσεις: ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν χαρακτήρισε το μέτρο «απαράδεκτο» και δήλωσε ότι θα ζητήσει την ενεργοποίηση του ισχυρότερου μηχανισμού αντιποίνων της ΕΕ. Ο Μπέσεντ αντιμετώπισε αυτές τις αντιδράσεις ως διαπραγματευτικό πλαίσιο, υποστηρίζοντας ότι ο πρόεδρος χρησιμοποιεί τους δασμούς και τις απειλές για να ασκήσει πίεση και να διαπραγματευτεί όρους που θεωρεί κρίσιμους για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ.
Στο υπόβαθρο της διεκδίκησης ο Μπέσεντ επισήμανε τον αυξανόμενο γεωπολιτικό ανταγωνισμό στην Αρκτική, τις στρατιωτικές προεκτάσεις που συνδέονται με νέες υποδομές και τα σχέδια της διοίκησης για την ανάπτυξη της αντιπυραυλικής ασπίδας «Golden Dome». Ο υπουργός ανέφερε την προηγούμενη ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης από τη Ρωσία ως παράγοντα που, κατά την εκτίμηση της αμερικανικής κυβέρνησης, επιδείνωσε την ευάλωτη θέση της ηπείρου σε περιόδους έντασης· «η Ρωσία», είπε, «χρηματοδότησε τις ρωσικές επιχειρήσεις κατά της Ουκρανίας».
Σε ερώτηση για το αν η σκληρή ρητορική αποτελεί απλώς διαπραγματευτική τακτική ή ειλημμένη πολιτική, ο Μπέσεντ άφησε ανοιχτό ότι ο πρόεδρος δεν προτίθεται να αλλάξει γραμμή, επαναλαμβάνοντας ότι «Οι Ευρωπαίοι εκπέμπουν αδυναμία, οι ΗΠΑ εκπέμπουν ισχύ».
Πρόσθεσε ότι «Πρώτα απ’ όλα, η εμπορική συμφωνία δεν έχει οριστικοποιηθεί» και επεσήμανε ότι ο Τραμπ «αξιοποιεί τις εξουσίες έκτακτης ανάγκης για να το κάνει αυτό». Εξήγησε ακόμη ότι τέτοιες νομικές και οικονομικές κινήσεις έχουν στόχο να ενισχύσουν το διαπραγματευτικό πλεονέκτημα των ΗΠΑ. Αντιμετωπίζοντας τις ανησυχίες ορισμένων ευρωπαίων ηγετών ότι μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να οδηγήσει στη διάλυση του ΝΑΤΟ μετά από περισσότερα από 70 χρόνια, ο Μπέσεντ περιέγραψε το δίλημμα ως «ψευδές» και εκτίμησε ότι οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θα κατανοήσουν την ανάγκη διατήρησης της αμερικανικής ομπρέλας ασφαλείας.