Πρόκειται για αεροσυνοδό κυπριακής υπηκοότητας, η οποία φέρεται να ανήκε στο πλήρωμα που είχε μεταφέρει το αεροσκάφος στην Τουρκία και επρόκειτο να επιβιβαστεί στην πτήση που μετέφερε τον αρχηγό του λιβυκού στρατού, αντιστράτηγο Μοχάμεντ Αλί Αλ-Χαντάντ. Τελικώς, για λόγους που διερευνώνται, δεν επιβιβάστηκε στο μοιραίο αεροσκάφος, γεγονός που την έθεσε στο στόχαστρο της ΜΙΤ.
Σύμφωνα με πληροφορίες, έπειτα από εντολές του Γραφείου του γενικού εισαγγελέα Άγκυρας, στελέχη της τουρκικής υπηρεσίας πληροφοριών εντόπισαν την αεροσυνοδό στο ξενοδοχείο όπου διέμενε, την προσήγαγαν και τη μετέφεραν στη Διεύθυνση Ασφάλειας Άγκυρας. Εκεί ανακρίθηκε από το Τμήμα Αντιτρομοκρατίας, σε διαδικασία που πραγματοποιήθηκε με αυξημένη μυστικότητα.
Η διακριτικότητα αποδίδεται, σύμφωνα με τουρκικά δημοσιεύματα, στο γεγονός ότι η γυναίκα είναι πολίτης της Κυπριακής Δημοκρατίας, ώστε να αποφευχθούν ενδεχόμενες διπλωματικές επιπλοκές. Από την αρχική ανάκριση δεν προέκυψαν επιβαρυντικά στοιχεία σε βάρος της και αφέθηκε ελεύθερη, ωστόσο οι τουρκικές Αρχές φέρονται να συνεχίζουν τον έλεγχο των επαφών και των διασυνδέσεών της.
Υπενθυμίζεται ότι οι ελληνικές Αρχές είχαν ενημερωθεί επισήμως πως στο αεροσκάφος επέβαινε και Ελληνίδα αεροσυνοδός, στοιχείο που προσέδωσε επιπλέον διαστάσεις στην υπόθεση.
Η συντριβή του Falcon 50 στοίχισε τη ζωή στον αρχηγό του λιβυκού στρατού, μέλη της συνοδείας του, καθώς και στο πλήρωμα. Το αεροσκάφος φέρεται να έχασε την επικοινωνία λίγο μετά την απογείωσή του, ενώ βρισκόταν ακόμη στον εναέριο χώρο της Άγκυρας.
Όπως αναφέρουν τουρκικές πηγές, το «μαύρο κουτί» του αεροσκάφους αναμένεται να ανοιχθεί και να αναλυθεί από ανεξάρτητη επιτροπή ειδικών που εδρεύει στο Ηνωμένο Βασίλειο. Την ίδια ώρα, στο επίκεντρο των ερευνών βρίσκεται η επιλογή της λιβυκής αποστολής να ταξιδέψει με ιδιωτικό αεροσκάφος, καθώς και οι τροποποιήσεις που έγιναν στη σύνθεση των πληρωμάτων λίγο πριν από τη μοιραία πτήση.