Είναι ένα συνηθισμένο βράδυ σε μια ουκρανική πόλη. Ένας στρατιώτης έρχεται σε επαφή με μια γυναίκα μέσω εφαρμογής γνωριμιών. Εκείνη είναι ζεστή, προσεκτική και απαντά γρήγορα στα μηνύματά του.
Μέσα σε λίγες ημέρες δημιουργείται ένα κλίμα εμπιστοσύνης. Κάποια στιγμή, του προτείνει ένα μέρος για να συναντηθούν.
Αυτό που ο στρατιώτης δεν γνωρίζει είναι ότι πίσω από το προφίλ βρίσκεται ένας Ρώσος πράκτορας πληροφοριών. Οι φωτογραφίες της γυναίκας είναι κλεμμένες και το σημείο του ραντεβού έχει επιλεγεί προτού σταλεί ακόμη και το πρώτο μήνυμα, καθώς εκεί έχουν ήδη τοποθετηθεί εκρηκτικά. Το υποτιθέμενο ραντεβού είναι στην πραγματικότητα μια παγίδα.
Δεν πρόκειται για σενάριο κινηματογραφικής ταινίας. Πρόκειται για τεκμηριωμένη ρωσική τακτική που χρησιμοποιείται στο εσωτερικό της Ουκρανίας. Τέτοιου είδους παγίδες αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης ψηφιακής εκστρατείας, η οποία εκτείνεται από εφαρμογές ανταλλαγής μηνυμάτων και ιστοσελίδες αναζήτησης εργασίας μέχρι διαδικτυακές αγορές, κοινωνικά δίκτυα και εφαρμογές γνωριμιών. Και, όλο και συχνότερα, στο στόχαστρο μπαίνουν ακόμη και παιδιά.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία περιγράφεται συνήθως με τους όρους μιας συμβατικής στρατιωτικής σύγκρουσης: πύραυλοι, μη επανδρωμένα αεροσκάφη, πυροβολικό και μάχες στη γραμμή του μετώπου. Ωστόσο, από την άνοιξη του 2024, η Ρωσία διεξάγει, σύμφωνα με τις ουκρανικές αρχές, μια δεύτερη εκστρατεία, πολύ πίσω από τις γραμμές του μετώπου. Τα «όπλα» αυτής της εκστρατείας είναι οι εμπρησμοί, οι δολιοφθορές και οι τρομοκρατικές επιθέσεις.
Το βάρος της αντιμετώπισης αυτής της δραστηριότητας έχει πέσει σε μεγάλο βαθμό στην Εθνική Αστυνομία της Ουκρανίας. Τα στοιχεία που παρουσιάζει είναι ενδεικτικά: το 2025, μία στις δύο επιθέσεις που, σύμφωνα με τις ουκρανικές αρχές, σχεδιάζονταν από ρωσικές ειδικές υπηρεσίες αποτράπηκε πριν πραγματοποιηθεί.
Οι ρωσικές υπηρεσίες πληροφοριών φέρονται να αναζητούν ανθρώπους μέσα από τις ίδιες ψηφιακές πλατφόρμες που χρησιμοποιούν καθημερινά εκατομμύρια πολίτες: εφαρμογές ανταλλαγής μηνυμάτων, ιστοσελίδες εύρεσης εργασίας, διαδικτυακές αγορές, υπηρεσίες γνωριμιών και μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Σύμφωνα με τις ουκρανικές αρχές, Ρώσοι πράκτορες δημιουργούν συχνά ανώνυμους λογαριασμούς που εμφανίζονται ως πατριωτικά κινήματα, αντιπολεμικές πρωτοβουλίες ή ακόμη και ως οργανώσεις που συνδέονται με την ουκρανική αντιπολίτευση. Πίσω από αυτά τα προφίλ, ωστόσο, υποστηρίζεται ότι βρίσκονται ρωσικές υπηρεσίες πληροφοριών.
Η έκταση του φαινομένου αποτυπώνεται στους αριθμούς. Κατά τη διάρκεια του 2024 καταγράφηκαν 558 επιθέσεις εμπρησμού σε ολόκληρη την Ουκρανία. Η αστυνομία συνέλαβε 288 άτομα – 211 άνδρες, 12 γυναίκες και 65 ανηλίκους. Σύμφωνα με τις αρχές, σχεδόν όλοι είχαν στρατολογηθεί μέσω διαδικτύου με την υπόσχεση γρήγορου κέρδους.
Για τις ουκρανικές αρχές, τα περιστατικά αυτά δεν αντιμετωπίζονται ως απλές πράξεις βανδαλισμού ή ως επιπόλαιες ενέργειες νεαρών ανθρώπων, αλλά ως μέρος μιας οργανωμένης επιχείρησης που συνδέεται με τον πόλεμο.
Οι επιχειρήσεις αντιμετώπισης των δολιοφθορών επικεντρώθηκαν σταδιακά στο ψηφιακό περιβάλλον όπου πραγματοποιείται η στρατολόγηση. Στόχος είναι να εντοπίζονται οι εμπλεκόμενοι και να αποτρέπονται οι επιθέσεις ήδη από το στάδιο του σχεδιασμού. Την ίδια στιγμή, οι ουκρανικές αρχές ξεκίνησαν ενημερωτικές εκστρατείες τόσο στα εθνικά μέσα ενημέρωσης όσο και στα σχολεία, επιχειρώντας να προειδοποιήσουν κυρίως τους νεότερους για τις μεθόδους διαδικτυακής στρατολόγησης.
Ίσως η πλέον ανησυχητική διάσταση της εκστρατείας είναι η ηλικία ορισμένων από όσους στρατολογούνται. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζονται, ανάμεσά τους έχουν βρεθεί παιδιά ακόμη και 13 ετών.
Μόνο το 2025, η ουκρανική αστυνομία συνέλαβε 69 ανηλίκους για δραστηριότητες που σχετίζονταν με δολιοφθορές.
Χαρακτηριστική είναι υπόθεση που αποκάλυψε η αστυνομία στην περιοχή της Οδησσού. Μητέρα και κόρη φέρονται να είχαν πληρωθεί προκειμένου να πυρπολήσουν κρίσιμες υποδομές και οχήματα που ανήκαν σε μέλη των ουκρανικών υπηρεσιών.
Σύμφωνα με την έρευνα, η πρώτη επαφή είχε γίνει με την κόρη μέσω Telegram. Όταν η προσπάθειά της να προκαλέσει φωτιά σε σιδηροδρομική υποδομή απέτυχε, ενέπλεξε και τη μητέρα της. Στη συνέχεια, οι δύο τους έβαλαν φωτιά στο όχημα Ουκρανού στρατιώτη.
Από την αντιμετώπιση αυτής της μορφής υβριδικού πολέμου προκύπτουν πέντε βασικά συμπεράσματα.
Πρώτον, η πρόληψη πρέπει να βρίσκεται στο επίκεντρο. Η κατάσταση άρχισε να αλλάζει όταν οι ερευνητές σταμάτησαν να εξετάζουν κάθε εμπρηστική επίθεση ως μεμονωμένο περιστατικό και άρχισαν να χαρτογραφούν και να εξαρθρώνουν τα δίκτυα στρατολόγησης που βρίσκονταν πίσω από αυτές.
Δεύτερον, το ψηφιακό περιβάλλον αποτελεί πλέον βασικό πεδίο εγκληματικής δραστηριότητας. Η στρατολόγηση, η ανάθεση αποστολών και οι πληρωμές πραγματοποιούνται διαδικτυακά. Η δυνατότητα παρακολούθησης αυτού του περιβάλλοντος θεωρείται κρίσιμη, καθώς μπορεί να επιτρέψει στις αρχές να επέμβουν πριν μια επίθεση περάσει από τον σχεδιασμό στην εκτέλεση.
Τρίτον, η ενημέρωση του κοινού αποτελεί επιχειρησιακό εργαλείο. Στην Ουκρανία, η δημόσια αποκάλυψη του τρόπου στρατολόγησης, τόσο από τα μέσα ενημέρωσης όσο και μέσα στις σχολικές αίθουσες, φέρεται να περιόρισε τη δεξαμενή πιθανών στρατολογούμενων. Περισσότερα από 250 παιδιά προσήλθαν οικειοθελώς στις αρχές. Η ενημέρωση, επομένως, μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός πρόληψης.
Τέταρτον, οι αστυνομικοί και οι εγκαταστάσεις ασφαλείας πρέπει να αντιμετωπίζονται ως πιθανοί στόχοι. Παγιδευμένα οχήματα, εκρηκτικοί μηχανισμοί, ερωτικά δολώματα και ψεύτικες κλήσεις που μπορούν να οδηγήσουν σε ενέδρες συγκαταλέγονται στις τακτικές που έχουν καταγραφεί. Τα πρωτόκολλα ασφαλείας και η εκπαίδευση του προσωπικού πρέπει να προσαρμόζονται σε αυτές τις νέες απειλές.
Πέμπτον, καθοριστικός παράγοντας είναι η εμπιστοσύνη. Το μοντέλο στρατολόγησης εκμεταλλεύεται την κοινωνική απομόνωση, την οικονομική ανάγκη, την απογοήτευση και τα προσωπικά παράπονα. Όταν οι πολίτες –και κυρίως οι νέοι– εμπιστεύονται τις αρχές και είναι πρόθυμοι να απευθυνθούν σε αυτές, περιορίζεται σημαντικά το πεδίο δράσης μιας ξένης υπηρεσίας πληροφοριών.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά πλέον η παρουσία των σχολείων στον σχεδιασμό της πρόληψης. Η ενημέρωση των μαθητών, προσαρμοσμένη στην ηλικία τους, μπορεί να μετατρέψει μία από τις πλέον ευάλωτες ομάδες σε ένα άτυπο σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης.
Παράλληλα, η εμπιστοσύνη των πολιτών προς τις αρχές μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ουσιαστικό στοιχείο της ασφάλειας. Οι εθελοντικές αναφορές ύποπτων προσεγγίσεων συνέβαλαν, σύμφωνα με την ουκρανική εμπειρία, στη μετάβαση από την εκ των υστέρων αντιμετώπιση των επιθέσεων στην πρόληψή τους.
Αντίστοιχα, οι έρευνες για περιστατικά δολιοφθοράς δεν αρκεί να επικεντρώνονται αποκλειστικά στον άνθρωπο που εκτέλεσε την πράξη. Κρίσιμο είναι να εντοπίζονται ο στρατολόγος, το δίκτυο που βρίσκεται πίσω του και η αλυσίδα υποστήριξης που επιτρέπει την πραγματοποίηση της επίθεσης.
Η εκπαίδευση των αρχών ασφαλείας καλείται επίσης να προσαρμοστεί σε σενάρια που μέχρι πρόσφατα θα έμοιαζαν ασυνήθιστα: ενέδρες μεταμφιεσμένες σε κλήσεις ρουτίνας, μηχανισμοί που μεταφέρονται από μεσάζοντες και ψηφιακά δολώματα που στοχεύουν συγκεκριμένους στρατιωτικούς ή στελέχη των υπηρεσιών ασφαλείας.
Σύμφωνα με την ουκρανική αποτίμηση, η ρωσική εκστρατεία στο εσωτερικό της χώρας δεν έχει πετύχει τον βασικό της στόχο. Δεν έχει οδηγήσει σε κατάρρευση της δημόσιας τάξης ούτε έχει στρέψει την ουκρανική κοινωνία εναντίον του κράτους. Έχει, όμως, αναδείξει μια διαφορετική διάσταση του σύγχρονου πολέμου: ένα πεδίο μάχης που δεν περιορίζεται στα χαρακώματα, αλλά φτάνει μέχρι το κινητό τηλέφωνο, τις εφαρμογές γνωριμιών, τα κοινωνικά δίκτυα και τις σχολικές αίθουσες.
- Προειδοποίηση Μακρόν: Οι ρωσικές υβριδικές επιθέσεις εντείνονται
- Πριγκίπισσα Νταϊάνα: «Βόμβα» από τον αδελφό της για τον Κάρολο – «Λέω την αλήθεια»
- Πώς η Ρωσία κατασκοπεύει τους πολίτες της μέσα από μια εφαρμογή για κινητά
- Ρώμη: 13χρονος μαθητής μαχαίρωσε καθηγήτρια – Ήθελε να μεταδώσει live την επίθεση στο Telegram


