Σύμφωνα με πληροφορίες των Financial Times, σε διπλωματικό επίπεδο εξετάζεται το ενδεχόμενο ορισμού ενός ειδικού ευρωπαίου απεσταλμένου που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως απευθείας δίαυλος επικοινωνίας με τον Ρώσο πρόεδρο Πούτιν. Στις συζητήσεις έχουν ακουστεί τα ονόματα της πρώην καγκελαρίου της Γερμανίας Μέρκελ και του πρώην πρωθυπουργού της Ιταλίας και πρώην επικεφαλής της ΕΚΤ Ντράγκι.
Η συζήτηση αυτή αντανακλά μια ευρύτερη ανησυχία εντός της ΕΕ: ότι χωρίς δική της διπλωματική παρουσία στις μελλοντικές διαπραγματεύσεις για την Ουκρανία, η Ευρώπη κινδυνεύει να περιοριστεί σε ρόλο παρατηρητή, παρότι επηρεάζεται άμεσα από τις συνέπειες του πολέμου σε επίπεδο ασφάλειας, οικονομίας και ενέργειας.
Οι σχετικές διεργασίες αναμένεται να απασχολήσουν και την άτυπη σύνοδο των υπουργών Εξωτερικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που θα πραγματοποιηθεί στην Κύπρο την επόμενη εβδομάδα. Το κλίμα φαίνεται να ευνοεί περισσότερο από ό,τι στο παρελθόν μια ευρωπαϊκή πρωτοβουλία διαλόγου με τη Ρωσία, ιδιαίτερα καθώς η Ουάσιγκτον εμφανίζεται πλέον λιγότερο αρνητική απέναντι σε μια τέτοια προοπτική.
Παρά ταύτα, δεν υπάρχει ακόμη κοινή γραμμή μεταξύ των κρατών-μελών. Ορισμένες κυβερνήσεις, κυρίως από την Ανατολική Ευρώπη, αντιμετωπίζουν με επιφύλαξη οποιαδήποτε προσπάθεια επαναπροσέγγισης με τη Μόσχα, ενώ άλλες θεωρούν πως χωρίς απευθείας επαφή με το Κρεμλίνο η Ευρώπη θα δυσκολευτεί να επηρεάσει τις εξελίξεις όταν ανοίξει ουσιαστικά η συζήτηση για το τέλος του πολέμου.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση εμφανίζεται ολοένα και πιο ανήσυχη ότι κινδυνεύει να μείνει εκτός των εξελίξεων γύρω από τον πόλεμο στην Ουκρανία, καθώς οι μέχρι τώρα αμερικανικές πρωτοβουλίες για κατάπαυση του πυρός δεν έχουν οδηγήσει σε ουσιαστική πρόοδο. Βασικό εμπόδιο παραμένουν οι ρωσικές απαιτήσεις σε εδαφικά ζητήματα, τις οποίες το Κίεβο απορρίπτει κατηγορηματικά, με αποτέλεσμα το διπλωματικό αδιέξοδο να συνεχίζεται.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, στις Βρυξέλλες ενισχύεται η άποψη ότι η Ευρώπη πρέπει να αποκτήσει δικό της άμεσο δίαυλο επικοινωνίας με τη Μόσχα, προκειμένου να μη βρεθεί αντιμέτωπη με μια ενδεχόμενη συμφωνία που θα διαμορφωθεί χωρίς ουσιαστική ευρωπαϊκή συμμετοχή. Σύμφωνα με τους Financial Times, αρκετές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εξετάζουν πλέον σοβαρά το ενδεχόμενο ορισμού ειδικού εκπροσώπου που θα μπορούσε να συνομιλήσει απευθείας με τον Ρώσο πρόεδρο Πούτιν.
Ο Ζελένσκι ζητά ισχυρή ευρωπαϊκή παρουσία
Το Κίεβο αντιμετωπίζει θετικά αυτή την προοπτική. Ο Ουκρανός πρόεδρος Ζελένσκι έχει τονίσει ότι η Ευρώπη πρέπει να διαθέτει ισχυρή παρουσία στις διαπραγματεύσεις, υπογραμμίζοντας πως οι αποφάσεις για την ασφάλεια της ηπείρου δεν μπορούν να λαμβάνονται χωρίς ευρωπαϊκή συμμετοχή. Ουκρανικές πηγές φέρονται να θεωρούν ως πιθανή λύση είτε μια προσωπικότητα διεθνούς κύρους όπως ο Μάριο Ντράγκι είτε κάποιον εν ενεργεία Ευρωπαίο ηγέτη με ισχυρό πολιτικό βάρος.
Ο ρόλος του Ντράγκι
Ανάμεσα στα πρόσωπα που συζητούνται περισσότερο είναι ο Ντράγκι και η Μέρκελ . Ο πρώην επικεφαλής της ΕΚΤ θεωρείται από αρκετές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις πιο ασφαλής και ισορροπημένη επιλογή, χάρη στην τεχνοκρατική του εικόνα, τη διεθνή αξιοπιστία του και την αποδοχή που διατηρεί σε πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Αντίθετα, η Μέρκελ παραμένει μια πιο αμφιλεγόμενη περίπτωση. Παρότι θεωρείται από τους λίγους Ευρωπαίους ηγέτες που γνώριζαν σε βάθος τον Πούτιν και διατηρούσαν απευθείας επαφή μαζί του, αρκετοί —ιδιαίτερα στη Γερμανία και την Ανατολική Ευρώπη— της αποδίδουν ευθύνες για την ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης από τη Ρωσία τα προηγούμενα χρόνια.
Η ίδια η Μέρκελ παραδέχθηκε πρόσφατα ότι είναι λάθος η Ευρώπη να απουσιάζει από τις διαπραγματεύσεις, αν και άφησε να εννοηθεί πως ίσως πιο κατάλληλοι για έναν τέτοιο ρόλο είναι ενεργοί πολιτικοί ηγέτες, καθώς —όπως σημείωσε— ο Πούτιν δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα σε συνομιλητές που βρίσκονται ακόμη στην εξουσία.
Από τη ρωσική πλευρά, το Κρεμλίνο δείχνει να παρακολουθεί θετικά τις συζητήσεις για επανέναρξη διαύλων επικοινωνίας με την Ευρώπη. Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου Πεσκοφ δήλωσε ότι ο Ρώσος πρόεδρος «απέχει μόνο ένα τηλεφώνημα» από τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, ενώ ο ίδιος ο Πούτιν έχει αφήσει να εννοηθεί ότι θα δεχόταν συνομιλίες με Ευρωπαίο εκπρόσωπο, αρκεί να μην έχει υιοθετήσει ακραία εχθρική στάση απέναντι στη Ρωσία.
Πίσω όμως από αυτή τη συζήτηση αποκαλύπτεται και μια βαθύτερη ευρωπαϊκή αμηχανία. Η ΕΕ εξακολουθεί να εμφανίζεται διχασμένη ως προς το πώς πρέπει να αντιμετωπιστεί η Ρωσία αλλά και ποια θα μπορούσε να είναι μια ρεαλιστική κατάληξη του πολέμου στην Ουκρανία. Έτσι, το πραγματικό δίλημμα για την Ευρώπη είναι αν θα προσπαθήσει να αποκτήσει αυτόνομο ρόλο στις μελλοντικές διαπραγματεύσεις ή αν θα περιοριστεί στο να παρακολουθεί άλλες δυνάμεις να καθορίζουν τις εξελίξεις.

