Το προεδρικό όνειρο της Λεπέν είναι μετέωρο από τον περασμένο Μάρτιο, οπότε και κρίθηκε ένοχη για υπεξαίρεση κονδυλίων από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Πρωτοβάθμιο δικαστήριο τής επέβαλε πενταετή αποκλεισμό από τα δημόσια αξιώματα και τετραετή ποινή φυλάκισης, με τα δύο έτη με αναστολή.
Μαζί με 24 πρώην ευρωβουλευτές, βοηθούς και λογιστές, καθώς και το ίδιο το κόμμα, η τρεις φορές υποψήφια για την προεδρία κρίθηκε ένοχη για τη λειτουργία ενός συστήματος που χρησιμοποιούσε κονδύλια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την πληρωμή προσωπικού.
Η Λεπέν έκανε λόγο για «κυνήγι μαγισσών» και, μαζί με άλλους 11, άσκησε έφεση, αρνούμενη κατά τη διάρκεια της δεύτερης δίκης ότι το κόμμα της διέθετε οποιοδήποτε σύστημα υπεξαίρεσης των αρκετών εκατομμυρίων ευρώ που αφορούσε η υπόθεση και δηλώνοντας ότι ενήργησε με «απόλυτη καλή πίστη».
Οι εισαγγελείς υποστήριξαν ότι η ίδια «επαγγελματικοποίησε» μια μέθοδο υπεξαίρεσης κονδυλίων της ΕΕ, την οποία είχε ξεκινήσει ο πατέρας της, Ζαν-Μαρί Λεπέν, αφότου ανέλαβε το κόμμα από εκείνον το 2011. Ζητούν να διατηρηθεί ο πενταετής αποκλεισμός της και η ποινή φυλάκισής της να οριστεί στα τέσσερα έτη, με τα τρία με αναστολή.
Τώρα, η απόφαση του εφετείου θα καθορίσει εάν ο ακροδεξιός Εθνικός Συναγερμός (RN) θα οδηγηθεί στις γενικές εκλογές του επόμενου έτους από τη 57χρονη Λεπέν, ή από τον νεαρό προστατευόμενό της, τον 30χρονο Ζορντάν Μπαρντελά.
Με το κόμμα της να έχει άνετο προβάδισμα στις δημοσκοπήσεις, η Λεπέν, η οποία ήρθε τρίτη στην κούρσα του 2012 και έχασε στον δεύτερο γύρο από τον Μακρόν το 2017 και το 2022, επιμένει ότι είναι προετοιμασμένη για κάθε ενδεχόμενο. Αλλά ακόμα κι αν αποκλειστεί από τις εκλογές, παραμένει ασαφές αν θα πληγούν οι πιθανότητες του κόμματός της, δεδομένου ότι ο Μπαρντελά, ο οποίος έχει οριστεί ως αντικαταστάτης της και έχει καταγράψει εξίσου ισχυρά ποσοστά σε ορισμένες πρώτες δημοσκοπήσεις.
Όμως ενδεχόμενος αποκλεισμός της από τις προεδρικές εκλογές, ακόμα κι αν δεν είχε αντίκτυπο στο κόμμα της, θα αποτελούσε μεγάλο πλήγμα για την ίδια. «Θα ήταν ένα είδος προσωπικού πένθους αν συνέβαινε», δήλωσε στους δημοσιογράφους ο βουλευτής του Εθνικού Συναγερμού, Τομά Μενάζ, σύμφωνα με τον Guardian.
Τα σενάρια

Το καλύτερο σενάριο για τη Λεπέν –το οποίο θεωρείται ως το λιγότερο πιθανό– θα ήταν η αθώωση. Η ίδια αναγνώρισε «ένα λάθος» κατά τη διάρκεια της εκδίκασης της έφεσης, λέγοντας ότι ορισμένοι υπάλληλοι που πληρώνονταν ως βοηθοί στην ΕΕ είχαν εργαστεί στη Γαλλία, αλλά δήλωσε ότι πίστευε πως μια τέτοια εργασία επιτρεπόταν.
Το δικαστήριο θα μπορούσε επίσης να κρίνει τη Λεπέν ένοχη, αλλά να μειώσει τον αποκλεισμό από τα δημόσια αξιώματα σε δύο χρόνια ή λιγότερο, ή να τον άρει εντελώς. Επειδή το πρωτοβάθμιο δικαστήριο διέταξε την άμεση εκτέλεση της ποινής, η Λεπέν εκτίει τον αποκλεισμό αυτό από τις 31 Μαρτίου του περασμένου έτους.
Συνεπώς, ένας αποκλεισμός δύο ετών ή λιγότερο θα έληγε πριν από τον πρώτο γύρο των εκλογών, που είναι προγραμματισμένος για τις 18 Απριλίου 2027 – αν και αυτό δεν σημαίνει ότι θα ήταν οπωσδήποτε υποψήφια, καθώς οποιαδήποτε ποινή φυλάκισης ή ηλεκτρονική επιτήρηση θα παρεμπόδιζε σοβαρά την ικανότητά της να διεξάγει προεκλογική εκστρατεία.
Το εφετείο θα μπορούσε επίσης να διατάξει την άμεση εκτέλεση οποιουδήποτε εκλογικού αποκλεισμού, όπως έκανε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Θεωρητικά, η Λεπέν θα μπορούσε στη συνέχεια να προσφύγει στο ανώτατο δικαστήριο της Γαλλίας, το Ακυρωτικό Δικαστήριο, το οποίο έχει δηλώσει στο παρελθόν ότι θα αποφανθεί πριν από τις εκλογές.
Ωστόσο, η ίδια έχει δηλώσει παλαιότερα ότι θα ήταν απίθανο να προχωρήσει περαιτέρω την έφεσή της, επιχειρηματολογώντας ότι η αβεβαιότητα θα έθετε σε κίνδυνο τις πιθανότητες του κόμματός της. «Δεν μπορείς να ξεκινήσεις μια προεδρική εκστρατεία την τελευταία στιγμή», δήλωσε η Λεπέν κατά τη διάρκεια της δίκης στο εφετείο.
Εμπειρία ή δημοτικότητα;

Δεν είναι σαφές αν η ακροδεξιά θα έχει καλύτερες πιθανότητες να κερδίσει την γαλλική προεδρία με την Λεπέν στο τιμόνι της. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ο Μπαρντελά είναι λίγο πιο δημοφιλής από τη Λεπέν. Μια δημοσκόπηση της γαλλικής εταιρείας ερευνών Ifop τον περασμένο μήνα έδειξε ότι ο Μπαρντελά θα κέρδιζε τον πρώτο γύρο των εκλογών με ποσοστό έως και 37%.
Αν και η δημοσκόπηση έδειξε επίσης ότι η Λεπέν θα κέρδιζε τον πρώτο γύρο, το ανώτατο ποσοστό της έφτανε το 32%.
Οι δημοσκοπήσεις διίστανται ως προς το πιθανό αποτέλεσμα του δεύτερου γύρου, με ορισμένες να δείχνουν ότι η Λεπέν θα κέρδιζε έναντι του ριζοσπάστη αριστερού ηγέτη Ζαν-Λυκ Μελανσόν, καθώς και των κεντρώων πρώην πρωθυπουργών Γκαμπριέλ Ατάλ και Εντουάρ Φιλίπ.
Ωστόσο, άλλες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ο Φιλίπ –ο οποίος φλερτάρει επίσης τους κεντροδεξιούς ψηφοφόρους– θα έβγαινε νικητής σε έναν δεύτερο γύρο απέναντι σε οποιονδήποτε από τους δύο υποψηφίους της ακροδεξιάς.
Ο πρώτος γύρος των εκλογών είναι προγραμματισμένος για τις 18 Απριλίου 2027. Εάν κανένας υποψήφιος δεν εξασφαλίσει περισσότερο από το 50% των ψήφων, οι δύο κορυφαίοι διεκδικητές της προεδρίας θα αναμετρηθούν σε έναν δεύτερο γύρο στις 2 Μαΐου.
Όποιο πλεονέκτημα κι αν έχει ο Μπαρντελά σε δημοτικότητα, τού λείπει η εμπειρία. Η ηλικία του και το γεγονός ότι δεν έχει δοκιμαστεί σε εκλογικές μάχες προσθέτουν αβεβαιότητα ως προς την ικανότητά του να διατηρήσει τη δυναμική του στους επόμενους μήνες. Δεν είναι σαφές αν οι Γάλλοι ψηφοφόροι είναι έτοιμοι να εμπιστευτούν έναν 30χρονο για να διοικήσει μια πυρηνική δύναμη και τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης.
Για τη Λεπέν, το ζήτημα είναι πιο προσωπικό. Εάν η στέρηση του δικαιώματος του εκλέγεσθαι επικυρωθεί, θα είναι ένα καταστροφικό πλήγμα για μια πολιτικό που πέρασε πάνω από μια δεκαετία προσπαθώντας να καθαρίσει την εικόνα του κόμματος που κληρονόμησε από τον πατέρα της και να το μετατρέψει σε μια κυρίαρχη δύναμη στη γαλλική πολιτική σκηνή. Τώρα που ο Εθνικός Συναγερμός βρίσκεται πιο κοντά στην εξουσία από ποτέ, ίσως να μην είναι εκείνη που θα δρέψει τους καρπούς.
Επιπλέον, ενώ τα στελέχη του κόμματος επιμένουν ότι ο Μπαρντελά και η Λεπέν είναι ενωμένοι και θα έκαναν εκστρατεία ως ομάδα, όποιος κι αν είναι ο υποψήφιος του Εθνικού Συναγερμού, έχουν εμφανιστεί εντάσεις μεταξύ των δύο, κυρίως όσον αφορά την οικονομική πολιτική, με τον Μπαρντελά να υποστηρίζει μια πολύ πιο ελεύθερη αγορά.

