Βαδίζοντας προς τις εθνικές εκλογές είναι βέβαιο πως για πρώτη φορά στα χρόνια της Μεταπολίτευσης δεν θα υπάρξει μία μάχη δύο κομμάτων για την εξουσία, αλλά πως θα διεξαχθεί μία διπλή μάχη. Από τη μία πλευρά ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η Νέα Δημοκρατία θα έχουν ως στόχο την αυτοδυναμία για μία τρίτη κυβερνητική θητεία και από την άλλη πλευρά δυο-τρία κόμματα θα αντιπαρατεθούν με έπαθλο τη δεύτερη θέση.
ΑΥΤΗ η ιδιόμορφη συνθήκη αλλάζει και τους όρους της προεκλογικής περιόδου. Μπορεί φαινομενικά σύσσωμη η αντιπολίτευση να βάλλει κατά της κυβέρνησης, αλλά ο πραγματικός στόχος των κομμάτων είναι να καταφέρουν να προσπεράσουν τους ανταγωνιστές τους.
Η Νέα Δημοκρατία θα συνομιλήσει με τους πολίτες, με ένα ευρύτερο εκλογικό ακροατήριο που την «ακούει» και από το οποίο προέκυψαν οι εκλογικοί θρίαμβοι του 2019 και του 2023. Αυτό είναι και το κρίσιμο στοίχημα για την κεντροδεξιά παράταξη. Να καταφέρει να επαναπροσελκύσει όσους πολίτες αυτήν τη στιγμή έχουν απομακρυνθεί και βρίσκονται στη λεγόμενη «γκρίζα ζώνη» των δημοσκοπήσεων.
ΕΔΩ και καιρό, έχει ανοίξει μια συζήτηση γύρω από την «ψυχή» της κεντροδεξιάς παράταξης. Το οξύμωρο είναι πως αυτήν τη συζήτηση την άνοιξαν στελέχη που βρίσκονται εκτός παράταξης είτε τυπικά είτε ουσιαστικά. Ακόμα και οι πρώην πρόεδροι Κώστας Καραμανλής και Αντώνης Σαμαράς έχουν πάρει σαφείς αποστάσεις από τη Νέα Δημοκρατία με δική τους απόφαση και με διαρκείς παρεμβάσεις αντιπολιτεύονται την κυβέρνηση.
Η πραγματικότητα αποδεικνύει, όμως, πως την τελευταία δεκαετία η «ψυχή» της κεντροδεξιάς παράταξης ακουμπάει την «ψυχή» των πολιτών. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η Νέα Δημοκρατία κυριαρχούν στο πολιτικό σκηνικό εδώ και μία δεκαετία. Η κεντροδεξιά παράταξη προηγείται στις δημοσκοπήσεις από την άνοιξη του 2016, έχει κερδίσει σε όλες τις κάλπες από το 2019 έως σήμερα και, σύμφωνα με όλες τις δημοσκοπήσεις, προηγείται με νταμπλ σκορ από το δεύτερο κόμμα, ενώ οδεύουμε προς τις εθνικές εκλογές. Ποτέ άλλοτε στο παρελθόν η Νέα Δημοκρατία -ούτε κάποιο άλλο κόμμα- δεν είχε τέτοια αποδοχή και στήριξη από την κοινωνία.
ΤΟ ερώτημα που τίθεται τώρα είναι σαφές: Γιατί η μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού να δώσει μια τρίτη αυτοδυναμία, μια τρίτη κυβερνητική θητεία, στον Κυριάκο Μητσοτάκη και τη Νέα Δημοκρατία;
ΚΑΙ η απάντηση, όμως, είναι σαφής: Διότι, η Ελλάδα του 2026 απέχει έτη φωτός από την Ελλάδα του 2019. Από χώρα-παρίας στην Ε.Ε. έφτασε να κατέχει την προεδρία στο Eurogroup. Η οικονομία αναπτύσσεται με διπλάσιο ρυθμό σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Παράγονται υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα όχι με μνημονιακά χαράτσια όπως την προηγούμενη δεκαετία, αλλά με μια πολιτική μείωσης φόρων. Προσελκύονται σημαντικές επενδύσεις από το εξωτερικό. Αυξάνονται κάθε χρόνο οι μισθοί και οι συντάξεις. Επιτεύχθηκε μια ψηφιακή επανάσταση, με το Gov.gr, που γκρέμισε τη γραφειοκρατία. Το ΕΣΥ έχει μπει σε μια τροχιά αναβάθμισης υποδομών και υπηρεσιών. Ιδρύθηκαν, επιτέλους, μη κρατικά ΑΕΙ, ενώ τερματίστηκαν πολυετείς καταλήψεις μπαχαλάκηδων σε δημόσια πανεπιστήμια. Οι Ενοπλες Δυνάμεις έχουν αναβαθμίσει την ισχύ τους όσο ποτέ στο παρελθόν. Η διπλωματία και η φωνή της Ελλάδας παίζουν ρόλο όχι μόνο μέσα στην Ε.Ε., αλλά από την Ανατολική Μεσόγειο έως την Ινδία και, βέβαια, τις ΗΠΑ.
ΣΕ αυτά τα επτά χρόνια έγιναν λάθη; Υπήρξαν αστοχίες; Προφανώς. Κάποια, μάλιστα, απομάκρυναν ψηφοφόρους από την κεντροδεξιά παράταξη. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, όμως, σε αντίθεση με άλλους πρωθυπουργούς στο παρελθόν, τόλμησε, βγήκε μπροστά, παραδέχθηκε αυτά τα λάθη και τις αστοχίες και προχώρησε στις απαραίτητες διορθώσεις.
ΟΣΑ πέτυχε η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν ήταν ούτε εύκολα ούτε αυτονόητα. Κι ας φαίνονται τώρα έτσι. Υλοποίησε περισσότερα από όσα είχε υποσχεθεί. Οι πολίτες, όμως, θα δώσουν νέα ψήφο εμπιστοσύνης στις κάλπες όχι μόνο για όσα έγιναν όλα αυτά τα χρόνια, αλλά και επειδή ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η Νέα Δημοκρατία διαθέτουν αξιόπιστο και ρεαλιστικό σχέδιο διακυβέρνησης, για να χτιστεί η Ελλάδα της επόμενης δεκαετίας, η Ελλάδα του 2030.