Το χάσμα γενεών μπορεί να αποτυπωθεί με πολλούς τρόπους. Ενας από αυτούς είναι -μεταξύ αστείου και σοβαρού- πόσα μετρητά έχει κάποιος στην τσέπη του. Οι μεγαλύτερες ηλικίες φροντίζουν να έχουν πάντα μαζί το πορτοφόλι τους, οι μικρότερες φορτώνουν τα πάντα στο wallet. Δηλαδή στο ψηφιακό πορτοφόλι και το κινητό τους, όπου έχουν προπληρωμένες κάρτες και διάφορες εφαρμογές με τις οποίες μοιράζουν τον λογαριασμό με τις παρέες τους, αγοράζουν το εισιτήριο του λεωφορείου, ακόμα και τσίχλες στο περίπτερο. Το αποδεικνύουν τα πρόσφατα στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος, σύμφωνα με τα οποία η μέση αξία ανά συναλλαγή με χρεωστική κάρτα υποχώρησε στα 44 ευρώ και με πιστωτική κάρτα στα 45 ευρώ. Εκτιμάται, μάλιστα, πως σχεδόν οι μισές συναλλαγές μέσω POS είναι για ποσά έως 10 ευρώ.
Η εξοικείωση των νέων γενιών με το πλαστικό χρήμα είναι τόσο μεγάλη, που οδήγησε σε ένα φαινομενικά παράδοξο γεγονός: Οι νέοι ήταν οι πρώτοι που αντιλήφθηκαν το βάρος των τραπεζικών χρεώσεων και υιοθέτησαν πιο γρήγορα από τους -εμπειρότερους στη διαχείριση χρημάτων- γονείς τους λύσεις που τους απεγκλώβιζαν, όπως για παράδειγμα το σύστημα IRIS.
Φυσικά ένα κράτος δεν μπορεί να επαναπαύεται στα αντανακλαστικά ή τον χρηματοοικονομικό αλφαβητισμό των πολιτών του, ειδικά όταν πρόκειται για καταχρηστικές πρακτικές που επιβαρύνουν τον οικογενειακό προϋπολογισμό και εκτινάσσουν το κόστος ζωής. Είτε πρόκειται για την ακρίβεια στα σούπερ μάρκετ είτε για τις καταχρηστικές επιβαρύνσεις στις ηλεκτρονικές συναλλαγές. Οι υπερβολικές τραπεζικές χρεώσεις ήταν ένας γόρδιος δεσμός, που αφού δεν λύθηκε με πρωτοβουλία των τραπεζών, κόπηκε με συνοπτικές διαδικασίες από την κυβέρνηση. Οι «τίτλοι τέλους» για χρεώσεις σε πληρωμές λογαριασμών ρεύματος, τηλεφώνου και οφειλών προς το Δημόσιο ήταν -όπως θα έλεγε και μια ψυχή- δίκαιο και έγινε πράξη.
Υπάρχουν, βέβαια, ακόμα πολλά που πρέπει να γίνουν. Οπως η μείωση της «ψαλίδας» ανάμεσα στα επιτόκια καταθέσεων και δανείων, αλλά και το άνοιγμα της χρηματοδότησης τόσο προς επιχειρήσεις όσο και προς νέα ζευγάρια που παλεύουν να αγοράσουν ένα σπίτι. Η κυβέρνηση καλύπτει τον μισό δρόμο με προγράμματα όπως το «Σπίτι μου Ι και ΙΙ», αλλά η υπόλοιπη απόσταση πρέπει να καλυφθεί από τα πιστωτικά ιδρύματα. Και επειδή μιλάμε για χρηματοοικονομικές αγορές, στο τέλος της ημέρας το σύστημα θα αναγκαστεί να αυτοδιορθωθεί από τον ανταγωνισμό. Είτε αυτόν που δημιουργείται από πάνω προς τα κάτω, μέσω των εταιριών παροχής πιστώσεων, είτε από κάτω προς τα πάνω, από τις νέες γενιές καταναλωτών.
