07/01/17 • 08:00 | UPD 08/01/17 • 14:36

Μόνος αισιόδοξος, στο κάδρο της ελληνικής μιζέριας,ο πρωθυπουργός

Η μέση διάρκεια των κυβερνήσεων της κρίσης είναι δύο χρόνια και η στιγμή πλησιάζει για την κυβέρνηση Τσίπρα. Στο Μέγαρο Μαξίμου θα ήθελαν να γιορτάσουν την 25η Ιανουαρίου πανηγυρικά, προβάλλοντας την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης και την έναρξη ενός κύκλου θετικών ειδήσεων για την ελληνική οικονομία. Αλλά δεν είναι καθόλου βέβαιοι ότι ο σχεδιασμός θα αποδώσει.

Στην πραγματικότητα, δεν ξέρουν πόσες πιθανότητες έχουν να τα καταφέρουν γιατί έχει κοπεί η επικοινωνία με τους θεσμικούς πιστωτές και δεν υπάρχει εικόνα των προθέσεων των βασικών πρωταγωνιστών, ειδικά του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και του ΔΝΤ. Θα γίνει ένας συμβιβασμός σε βάρος μας ή θα γίνει μια σύγκρουση που θα αποκλιμακωθεί υπέρ μας; Το ερώτημα γίνεται βασανιστικό όσο περνά ο καιρός χωρίς ενδείξεις παρασκηνιακής διαπραγμάτευσης.

Είναι κάπως σαν να έχουν παγώσει όλα ενώ δεν υπάρχει χρόνος για καθυστερήσεις, αφού το σημαντικό ορόσημο είναι η 9η Μαρτίου, όταν ο Μάριο Ντράγκι θα έχει τη δυνατότητα να βάλει τη χώρα μας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, εφόσον έχει ολοκληρωθεί η δεύτερη αξιολόγηση και έχουν παρθεί αποφάσεις για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους. Τίποτα, όμως, δεν εγγυάται πως δεν θα χαθεί αυτό το τρένο, το οποίο έχει τεράστια σημασία για τη ρευστότητα των ελληνικών τραπεζών και επομένως των ελληνικών επιχειρήσεων και της πραγματικής οικονομίας.

Τα πρώτα σημάδια θα φανούν στο Euro Working Group της 12ης Ιανουαρίου και ακόμη περισσότερο στο Eurogroup της 26ης Ιανουαρίου, όπου αναμένεται να ανοίξει τα χαρτιά του ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών. Αν εκεί δεν υπάρξει κάποια θετική εξέλιξη, η υπόθεση θα παραπεμφθεί στο επόμενο Eurogroup το τρίτο δεκαήμερο του Φεβρουαρίου και τότε η προθεσμία θα έχει γίνει κυριολεκτικά ασφυκτική γιατί θα μένουν μόνο λίγες μέρες μέχρι τις αποφάσεις Ντράγκι.

Στο μεταξύ, θα έχει διαμορφωθεί μια νέα κατάσταση στο Κυπριακό με τις συνομιλίες της 9ης-12ης Ιανουαρίου στη Γενεύη. Αν έχει διαμορφωθεί το περίγραμμα κάποιας λύσης, αυτό θα έχει πολύ θετική επίδραση στη διαπραγμάτευση της κυβέρνησης με τους πιστωτές, καθώς το Βερολίνο έχει ισχυρή επιθυμία για μια υπέρβαση που θα διευκόλυνε τις ευρωτουρκικές σχέσεις και επομένως τη διαχείριση της προσφυγικής κρίσης.

Αν απλώς συμφωνηθεί ένα νέο χρονοδιάγραμμα συνομιλιών, χωρίς σκληρό παιχνίδι καταλογισμού ευθυνών, τότε η επίδραση δεν θα είναι ουσιώδης. Αν, όμως, υπάρξει σοβαρή εμπλοκή και ένταση στις σχέσεις Αθήνας-Αγκυρας και Αθήνας-Λευκωσίας, τότε η επόμενη μέρα μπορεί να γίνει εξαιρετικά δύσκολη για την ευάλωτη οικονομικά και εκτεθειμένη στο προσφυγικό χώρα μας.

Οι συναντήσεις που θα έχει ο πρωθυπουργός τη Δευτέρα με τους πολιτικούς αρχηγούς έχουν σημασία γιατί θα κληθούν όλοι να πάρουν θέση, η οποία δεν αποκλείεται να μην αντιπροσωπεύει όλα τα στελέχη του κόμματός τους, με ό,τι αυτό θα σημαίνει για τις εσωκομματικές ισορροπίες στη συνέχεια. Αλλωστε, ούτε η ενδοκυβερνητική συνοχή στο θέμα του Κυπριακού είναι δεδομένη, αφού οι ΑΝ.ΕΛ. του Πάνου Καμμένου κινούνται σε άλλη γραμμή από το Μέγαρο Μαξίμου ζητώντας απόσυρση όλων των κατοχικών στρατευμάτων εδώ και τώρα, δηλαδή πριν από την πραγματοποίηση δημοψηφισμάτων εφόσον προκύψει κάποια συμφωνία μέχρι το τέλος του μήνα ή λίγο αργότερα.

Μετά τις γιορτές

Από το Μέγαρο Μαξίμου εκπέμπεται, σταθερά, αισιοδοξία. Και είναι ίσως μια άμυνα αφού κατά τ’ άλλα η επικαιρότητα είναι απολύτως αρνητική για την κυβέρνηση. Κυριαρχεί η συζήτηση για τις νέες ρυθμίσεις που αφορούν τους ελεύθερους επαγγελματίες και για τους νέους φόρους που κάνουν ακόμη πιο δύσκολη την καθημερινότητα της κοινωνικής πλειοψηφίας. Η χορήγηση του επιδόματος στους χαμηλοσυνταξιούχους έδωσε μια μικρή ανάσα στην κυβέρνηση, σύμφωνα με κάποιες δημοσκοπήσεις, όμως πρόκειται για μια μάλλον συγκυριακή βελτίωση, αφού η γενική εικόνα είναι ότι η κατάσταση των περισσότερων δεν βελτιώνεται.

Για την κυβέρνηση θα ήταν καλό να φύγει η συζήτηση από τις νέες επιβαρύνσεις στα εισοδήματα και να στραφεί το δημόσιο ενδιαφέρον στα «μεγάλα», όπως θα ήταν μια ουσιαστική ρύθμιση του χρέους, η μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων ή κάποιο αναπτυξιακό πρόγραμμα. Ομως δεν είμαστε εκεί αλλά στο ακριβώς αντίθετο σημείο, πλήρης αβεβαιότητα και δικαιολογημένη ανασφάλεια για όσα έπονται.

Πληροφορίες που έχουν ανησυχήσει την Αθήνα αναφέρουν ότι η γερμανική κυβέρνηση έχει αποφασίσει να ζητήσει από την Ολομέλεια της Βουλής την έγκριση της εκταμίευσης των επόμενων δόσεων για τη χώρα μας και όχι από την αρμόδια επιτροπή όπως συνέβαινε μέχρι σήμερα. Αν αυτό συμβεί, θα πρόκειται για ένα σοβαρό κοινοβουλευτικό γεγονός, το οποίο θα συνδέεται με τις γερμανικές εκλογές του Σεπτεμβρίου και επομένως θα υπάρχει μεγάλη πολιτική φόρτιση. Ο πρόεδρος της Ν.Δ. Κυριάκος Μητσοτάκης θα έχει ενημέρωση για όλα αυτά από την ίδια την Γερμανίδα καγκελάριο Ανγκελα Μέρκελ στη συνάντηση που θα έχουν στο Βερολίνο στις 13 Φεβρουαρίου.

Εφιαλτικό σενάριο

Το χειρότερο που θα μπορούσε να συμβεί είναι να πηγαίνουμε από αναβολή σε αναβολή, με διαρκείς παρατάσεις των εκκρεμοτήτων, και να σερνόμαστε μέχρι το καλοκαίρι, όταν οι εξωτερικές δανειακές υποχρεώσεις είναι τέτοιες που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν χωρίς την εκταμίευση των δόσεων που συνδέονται με την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης. Σε μια τέτοια περίπτωση, η κυβέρνηση θα βρεθεί σε απόλυτο αδιέξοδο, γιατί η ρήξη με τους πιστωτές θα μπορούσε να φέρει τη χώρα μπροστά στον γκρεμό της χρεοκοπίας.

Το κλειδί των εξελίξεων βρίσκεται στα χέρια της ηγεσίας του ΔΝΤ, που αν επιμείνει στην απαίτηση για νομοθέτηση μέτρων 4-5 δισ. ευρώ για την περίοδο μετά το 2018 είναι σαν να εξωθεί την κυβέρνηση σε εκλογές, αφού οι 153 δεν θα άντεχαν να σηκώσουν το βάρος της μείωσης κύριων συντάξεων και των απολύσεων στο Δημόσιο.

Στο επιτελείο του πρωθυπουργού εξακολουθούν να ελπίζουν ότι γίνεται να αποφύγουν τις εκλογές μέσα στο 2017 και κάποιοι πιστεύουν ότι δεν έχει χαθεί εντελώς η δυνατότητα μιας σύμπλευσης με τη Δημοκρατική Συμπαράταξη, αν παραστεί «εθνική ανάγκη». Αυτή τη στιγμή τίποτα δεν δείχνει ότι το ΠΑΣΟΚ υπό τη Φ. Γεννηματά είναι έτοιμο να προσφέρει στήριξη στην κυβέρνηση αν χρειαστεί, αλλά αντίθετα η θέση τους είναι ότι θα πρέπει να συγκροτηθεί κυβέρνηση εθνικής ενότητας, με τη συμμετοχή δηλαδή και της Νέας Δημοκρατίας.

Τέτοια σενάρια συζητιούνται και στις Βρυξέλλες και σε εγχώριους οικονομικούς κύκλους, έχουν γίνει μάλιστα και βολιδοσκοπήσεις πολιτικών αρχηγών, χωρίς ωστόσο να προκύπτει κάποιο αποτέλεσμα.

Η αλήθεια είναι ότι οι έξω δεν ασχολούνται πια με το ελληνικό ζήτημα όσο στο παρελθόν και αυτό σημαίνει ότι έχει υποχωρήσει ακόμη και η ίντριγκα που γνωρίζουμε από προηγούμενες φάσεις της κρίσης, με την έννοια ότι δεν πολυανακατεύονται στην ελληνική πολιτική κουζίνα. Παρακολουθούν από απόσταση και με μια μάλλον ειλικρινή αδιαφορία που έχει το περιεχόμενο ότι αν θέλετε να σωθείτε κινήστε γη και ουρανό, αν περιμένετε να σας σώσουμε ενώ μένετε ακίνητοι, ατυχήσατε.

Ο φρούδες ελπίδες, ο Τραμπ και ο εγχώριος ευρωσκεπτικισμός

Στον ΣΥΡΙΖΑ εξακολουθούν να επενδύουν σε μια δυνητική παρέμβαση της Ανγκελα Μέρκελ, για γεωπολιτικούς κυρίως λόγους, όμως οι δεσμοί μεταξύ Αθήνας-Βερολίνου έχουν αποδυναμωθεί και η επικείμενη ανάληψη των καθηκόντων του στον Λευκό Οίκο από τον Ντόναλντ Τραμπ μας φέρνει σε ακόμη δυσχερέστερη θέση. Αποκλείεται να είναι τόσο θετικός όσο ο Μπαράκ Ομπάμα και επομένως να πιέσει το ΔΝΤ και τη Μέρκελ να δώσουν οπωσδήποτε μια λύση στο ελληνικό πρόγραμμα, ενώ δεν είναι καν βέβαιο ότι θα ασχοληθεί σοβαρά.

Οι δημοσκοπήσεις που δείχνουν ότι ανεβαίνει ο ευρωσκεπτικισμός της ελληνικής κοινής γνώμης είναι ένα ακόμη γκρίζο κομμάτι στο κάδρο της ελληνικής μιζέριας που μεγαλώνει όσο περνάει ο καιρός.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΠΑΝΟΥ

aspanou@e-typos.com

Από την έντυπη έκδοση του Ελεύθερου Τύπου της Κυριακής 

Δημοφιλή