ΔΕΝ ΔΙΑΘΕΤΟΥΝ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ

Βρούτσης στον «Ε.Τ.»: Ο Πολάκης επιβεβαιώνει το πραγματικό πρόσωπο του ΣΥΡΙΖΑ

24/02/19 • 10:45 | UPD 24/02/19 • 10:45

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΧΟΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ

Τα όσα τραγικά συμβαίνουν σήμερα στην πολιτική ζωή του τόπου, με βουλευτές και υπουργούς του ΣΥΡΙΖΑ, ευτελίζουν τους θεσμούς, προσβάλλουν το Κοινοβούλιο και απομακρύνουν τους πολίτες από την πολιτική.

αι Κοινωνικής Αλληλεγγύης της Ν.Δ., Γιάννης Βρούτσης, σε συνέντευξη στον Ελεύθερο Τύπο της Κυριακής καταλογίζει στον ΣΥΡΙΖΑ «έντονα χαρακτηριστικά καθεστωτικής αντίληψης». Μιλά, επίσης, για την αγορά εργασίας, τον κατώτατο μισθό, την κοινωνική πολιτική, αλλά και το ζήτημα των αναδρομικών.

Πώς σχολιάζετε όσα λαμβάνουν χώρα σε σχέση με την υπόθεση του δανείου του κ. Πολάκη; Γιατί η Ν.Δ. υποστηρίζει ότι «ο κ. Πολάκης είναι ο καθρέφτης του κ. Τσίπρα»;

Τα όσα τραγικά συμβαίνουν σήμερα στην πολιτική ζωή του τόπου, με βουλευτές και υπουργούς του ΣΥΡΙΖΑ, ευτελίζουν τους θεσμούς, προσβάλλουν το Κοινοβούλιο και απομακρύνουν τους πολίτες από την πολιτική. Η απαράδεκτη συμπεριφορά και οι ενέργειες του κ. Πολάκη επιβεβαιώνουν το πραγματικό πρόσωπο του ΣΥΡΙΖΑ. Ενα πρόσωπο που, παρά τις μεταμορφώσεις του, παραμένει το ίδιο αυταρχικό, προσβλητικό απέναντι στους θεσμούς, αλαζονικό και με έντονα χαρακτηριστικά καθεστωτικής αντίληψης. Αυτός είναι ο ΣΥΡΙΖΑ.

Σας προβληματίζει που η εντεινόμενη πολιτική αντιπαράθεση ίσως οδηγήσει, τελικά, σε εκλογική αναμέτρηση με κυρίαρχες τις αλληλοκατηγορίες και όχι τις προτάσεις για λύσεις στα προβλήματα της κοινωνίας;

Βεβαίως και με προβληματίζει, όμως δεν με αιφνιδιάζει. Η πολιτική επιδίωξη του ΣΥΡΙΖΑ, όλο το προηγούμενο διάστημα αλλά και τώρα, κινείται μεθοδικά προς την κατεύθυνση του διχασμού, της δημιουργίας εχθρών και του κοινωνικού αυτοματισμού.

Δυστυχώς, το επίπεδο της πολιτικής ζωής και αντιπαράθεσης -με ευθύνη του ΣΥΡΙΖΑ- έχει πέσει στο χειρότερο σημείο από ποτέ. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν διαθέτει πολιτικά επιχειρήματα και θα επιδιώξει να μετατρέψει τον πολιτικό διάλογο σε «λασπομαχία», κάνοντας προσωπικές επιθέσεις στους πολιτικούς του αντιπάλους.

Είναι, λοιπόν, ευθύνη της Ν.Δ., αλλά και όλων μας που αγωνιζόμαστε στην πρώτη γραμμή της πολιτικής να αντισταθούμε στο λαϊκισμό, στο διχασμό, να υπερασπιστούμε τους θεσμούς και να προστατεύσουμε τη δημοκρατία. Δεν θα επιτρέψουμε η Ελλάδα να γίνει Βενεζουέλα…

Η κυβέρνηση επικαλείται σημαντική μείωση της ανεργίας, αλλά τα στοιχεία ΕΡΓΑΝΗ φανερώνουν αρνητικές επιδόσεις. Ποια είναι, τελικά, η σημερινή εικόνα στην αγορά εργασίας;

Η εικόνα στην αγορά εργασίας δεν είναι ούτε ικανοποιητική ούτε και στο επίπεδο που θα έπρεπε να έχει φτάσει. Τα χαρακτηριστικά της σήμερα είναι χαμηλοί μισθοί (317 ευρώ 1 στους 3 – σύμφωνα με τον ΕΦΚΑ), απόλυτη κυριαρχία των ευέλικτων μορφών απασχόλησης στις νέες προσλήψεις από το 2015 και μετά (στοιχεία ΕΡΓΑΝΗ) και επιπλέον διατήρηση υψηλού ποσοστού ανεργίας στο 19,5% το 2018, αντί για 15% (ΜΠΔΣ 2014-2018).

Η πρωτοφανής ανεργία που κατέγραψε ο ΟΑΕΔ τον Δεκέμβριο του 2018, με 1.116.816 ανέργους, συνδυαστικά με τις 22.333 χαμένες θέσεις απασχόλησης τον Ιανουάριο του 2019 (2η χειρότερη επίδοση μετά το 2013) αποτελούν πρόδρομα αρνητικά σήματα για την αγορά εργασίας.

Σε κάθε περίπτωση, για να επιτευχθεί πραγματική, βιώσιμη, διαρκής αύξηση των θέσεων απασχόλησης και του πραγματικού εισοδήματος των εργαζομένων, πρέπει να αλλάξει το μίγμα πολιτικής με μείωση φόρων και εισφορών, επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων, αποκρατικοποιήσεις, μικρότερο και αποτελεσματικότερο κράτος.

Η κυβέρνηση θεωρεί την αύξηση του κατώτατου μισθού ως επίτευγμά της. Τι απαντά σε αυτό η Ν.Δ.;

Μόνο επίτευγμα δεν αποτελεί. Πώς θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κάποιος την αξιοποίηση και την εφαρμογή ενός νόμου, που όταν ήρθε στη Βουλή ο ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο τον καταψήφισε, αλλά και τον κατήγγειλε ως νόμο-«γαλέρα» και «εργασιακό Μεσαίωνα»; Την ίδια στιγμή οργάνωνε συγκεντρώσεις στην πλατεία Συντάγματος εναντίον του νόμου, δεσμευόμενος την άμεση κατάργησή του.

Η αύξηση του κατώτατου μισθού ήταν επιβεβλημένη με το Ν. 4172/2013, αναγκαία και δίκαιη για τους εργαζομένους. Επρεπε, όμως, να γίνει με ήπιο τρόπο και σε βάθος 3ετίας -από 1.1.2017- π.χ. με σταδιακή αύξηση 4%, 3,5% και 3,5%, συνδυαστικά με μείωση εισφορών και φόρων και όχι με απότομη αύξηση 11%, όπως έγινε για προεκλογικούς λόγους.

ΣΥΡΙΖΑ και Ν.Δ. μιλούν για ενίσχυση των πιο αδύναμων, αλλά οι πολιτικές τους δεν συμπίπτουν. Σε τι διαφέρει, τελικά, η αντίληψη των δύο κομμάτων για την κοινωνική πολιτική;

Η κοινωνική πολιτική της Ν.Δ. δεν έχει καμία σχέση με αυτή του ΣΥΡΙΖΑ. Από τη μια, ο ΣΥΡΙΖΑ επιδιώκει διαμέσου των χαμηλών επιδομάτων να καθιερώσει ως κυρίαρχη την επιδοματική πολιτική, δημιουργώντας και μοιράζοντας φτώχεια. Μια πολιτική, που στηρίζεται στην υπερφορολόγηση, στις εξοντωτικές εισφορές και τους χαμηλούς μισθούς, με στόχο όλοι να γίνουν φτωχότεροι και να εκλιπαρούν για ένα μικρό επίδομα.

Από την άλλη, στη Ν.Δ. στοχεύουμε στη στήριξη των αδυνάτων και στην άσκηση ρεαλιστικής κοινωνικής πολιτικής, μέσα από τη δημιουργία πλούτου, που θα δημιουργηθεί από νέες επενδύσεις, νέες επιχειρήσεις, χαμηλότερη φορολογία και εισφορές και με ανάπτυξη.

Απαιτείται, λοιπόν, μια οικονομία εύρωστη, που να μπορεί να στηρίξει και να διαθέσει πόρους για τους αδύναμους.
Σε κάθε περίπτωση, η μεγαλύτερη κοινωνική μεταρρύθμιση στη χώρα μας έγινε από την κυβέρνηση Σαμαρά και το υπουργείο Εργασίας. Το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα δημιουργήθηκε από εμάς και καταψηφίστηκε και πολεμήθηκε λυσσαλέα από τον ΣΥΡΙΖΑ.

Από την έντυπη έκδοση του Ελεύθερου Τύπου της Κυριακής

Copy link
Powered by Social Snap