Χωρίς σκαλωσιές -έπειτα από 37 ολόκληρα χρόνια- είναι το πανέμορφο Αλκαζάρ, γνωστό και ως τέμενος Χαμζά Μπέη, καθώς ολοκληρώθηκαν οι εργασίες συντήρησης και αποκατάστασης ενός από τα σημαντικότερα και παλαιότερα ισλαμικά μνημεία της Θεσσαλονίκης, το οποίο πλέον ετοιμάζεται να ανοίξει ξανά στην πόλη και στους ανθρώπους της.
Το μνημείο, που βρίσκεται στη συμβολή των οδών Εγνατίας και Βενιζέλου, παρουσιάστηκε από την υπουργό Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη, ενώ από τον επόμενο μήνα αναμένεται να αποκτήσει νέα ζωή ως εκθεσιακός χώρος, μέσα από τη συνεργασία της Εφορείας Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης με το MOMus.
Η εικόνα του Αλκαζάρ χωρίς τις βαριές σκαλωσιές που για σχεδόν τέσσερις δεκαετίες είχαν γίνει αναπόσπαστο μέρος του αστικού τοπίου της Θεσσαλονίκης έχει ιδιαίτερη συμβολική αξία. «Νομίζω ότι τουλάχιστον δύο γενιές Θεσσαλονικέων και επισκεπτών δεν θυμόμαστε το συγκεκριμένο μνημείο χωρίς σκαλωσιές. Και μάλιστα βαριές σκαλωσιές, γιατί τα πολύ σοβαρά του ζητήματα ήταν τα στατικά», ανέφερε η κ. Μενδώνη, επισημαίνοντας ότι η Διεύθυνση Αναστήλωσης Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων κλήθηκε να αντιμετωπίσει ένα ιδιαίτερα απαιτητικό τεχνικά έργο και να το ολοκληρώσει μέσα σε λιγότερο από δύο χρόνια.

Το αποκατεστημένο τέμενος Χαμζά Μπέη εξωτερικά
Η αποκατάσταση, με προϋπολογισμό που ξεπερνά τα 9,9 εκατ. ευρώ και χρηματοδότηση από το Ταμείο Ανάκαμψης, δεν ήταν μια απλή υπόθεση συντήρησης. Στην πορεία των εργασιών αποκαλύφθηκαν νέα δεδομένα, τα οποία υποχρέωσαν τις αρμόδιες υπηρεσίες να προσαρμόσουν τις μελέτες και να επανεξετάσουν τεχνικές λύσεις. Μεταξύ αυτών ήταν ίχνη του προϋφιστάμενου μιναρέ στη νότια πλευρά, επί της οδού Εγνατίας, αλλά και δίκτυα κοινής ωφέλειας που επηρέασαν τον σχεδιασμό της θεμελίωσης. Παράλληλα, νέα αρχαιολογικά ευρήματα που εντοπίστηκαν μπροστά από το προστώο τους πρώτους μήνες του 2026 οδήγησαν σε αναπροσαρμογές της στατικής μελέτης ενίσχυσης. «Παρά τις μεγάλες τεχνικές προκλήσεις και τα νέα αρχαιολογικά δεδομένα που ήρθαν στο φως, οι υπηρεσίες μας αντέδρασαν με ταχύτητα και επιστημονική επάρκεια», υπογράμμισε η υπουργός Πολιτισμού, σημειώνοντας πως με τις τροποποιήσεις των μελετών προστατεύεται αποτελεσματικότερα το αυθεντικό υλικό του μνημείου. Οπως τόνισε, στόχος είναι το Αλκαζάρ να αποδοθεί στους κατοίκους και στους επισκέπτες «όχι ως ένα κλειστό μνημείο, αλλά ως έναν ζωντανό πυρήνα πολιτισμού που αναβαθμίζει συνολικά το ιστορικό της κέντρο».

Οι δυσκολίες

default
Ιδιαίτερη δυσκολία αποτέλεσε το γεγονός ότι κάτω από το μνημείο βρίσκεται ο σταθμός Βενιζέλου του Μετρό Θεσσαλονίκης. Οι κατασκευές που είχαν γίνει για την προστασία του σταθμού και των αρχαιοτήτων δημιούργησαν επιπρόσθετες προκλήσεις, μεταξύ άλλων και σε σχέση με τη συγκέντρωση υδάτων. Ο προϊστάμενος της Διεύθυνσης Αναστήλωσης Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων, Θεμιστοκλής Βλαχούλης, εξήγησε ότι «έχοντας τον σταθμό από κάτω ουσιαστικά, τα αρχαία ευρήματα και τα κελύφη που είχαν κατασκευαστεί για την προστασία του ίδιου του σταθμού του Μετρό είχαν δημιουργήσει και προβλήματα». Και έδωσε το στίγμα της φιλοσοφίας της επέμβασης: «Η αρχή της αναστήλωσης είναι να το κατασκευάσουμε όπως κατασκευάστηκε, όχι να το κάνουμε μπούνκερ».
Από το 1467

Η Υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη πραγματοποίησε αυτοψία στο Τεμένος Χαμζά Μπέη, γνωστό ως Αλκαζάρ, στη Θεσσαλονίκη. Το έργο της αποκατάστασης του μνημείου έχει αναλάβει από το ΥΠΠΟ, από πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης, η Διεύθυνση Αναστήλωσης Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων σε συνεργασία με τη Διεύθυνση Συντήρησης Αρχαίων και Νεώτερων Μνημείων και την Εφορεία Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης. Η Υπουργός ενημερώθηκε από τα αρμόδια στελέχη του ΥΠΠΟ και τον ανάδοχο για την εξέλιξη της υλοποίησης του, εξαιρετικά σύνθετου και απαιτητικού, έργου καθώς η μορφολογία του μνημείου έχει υποστεί σημαντικές αλλοιώσεις, λόγω των πολλών επεμβάσεων, σε διάφορες ιστορικές περιόδους.
(ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΥΠ. ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ/EUROKINISSI)
Το Τέμενος Χαμζά Μπέη αποτελεί τον παλαιότερο ισλαμικό ευκτήριο οίκο της Θεσσαλονίκης και χρονολογείται στο 1467. Δημιουργήθηκε με πρωτοβουλία της κόρης του στρατιωτικού διοικητή Χαμζά Μπέη και αποτελεί ένα ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό σύνολο, με αίθουσα προσευχής, περίστωο και αίθριο, που αντιστοιχούν σε διαφορετικές χρονολογικές φάσεις. Η αίθουσα προσευχής διαθέτει τετράγωνη κάτοψη και επιβλητικό μολυβδοσκέπαστο ημισφαιρικό θόλο, ενώ γύρω από αυτήν αναπτύσσεται το περίστωο με τις κιονοστοιχίες και τους βοηθητικούς χώρους. Στη νεότερη ιστορία του, το μνημείο απέκτησε μια εντελώς διαφορετική ταυτότητα, καθώς στην περίστυλη αυλή του λειτούργησε για δεκαετίες ο κινηματογράφος «Αλκαζάρ».





















