Πέθανε σε ηλικία 97 ετών η Γιαγιόι Κουσάμα, η Ιαπωνέζα εικαστικός που μετέτρεψε τις παραισθήσεις της σε τέχνη και έκανε τα πουά, τις κολοκύθες και τα δωμάτια με τους καθρέφτες αναγνωρίσιμα σε ολόκληρο τον κόσμο.
Η Κουσάμα πέθανε στις 14 Αυγούστου σε νοσοκομείο του Τόκιο, χωρίς να ανακοινωθεί η αιτία του θανάτου της. Η είδηση έγινε γνωστή σχεδόν δύο εβδομάδες αργότερα από τις εταιρείες που διαχειρίζονται το έργο της. «Σε όλη τη διάρκεια μιας εξαιρετικής ζωής, αφιερωμένης ολοκληρωτικά στην καλλιτεχνική δημιουργία, η Κουσάμα ακολούθησε μια διεθνώς αναγνωρισμένη πορεία ως πρωτοπόρος καλλιτέχνις της avant-garde», αναφέρεται στην επίσημη ανακοίνωση. Οι συνεργάτες της ανέφεραν ότι συνέχισε να ζωγραφίζει μέχρι τις τελευταίες ημέρες της ζωής της, «χωρίς ποτέ να αφήσει το πινέλο της».
Οι εικόνες που έβλεπε από παιδί
Η Γιαγιόι Κουσάμα γεννήθηκε στις 22 Μαρτίου 1929 στο Ματσουμότο της Ιαπωνίας, σε μια συντηρητική οικογένεια εμπόρων σπόρων και φυτών.
Japanese artist Yayoi Kusama, famous for covering her colorful installation designs with polka dots, has died at 97. https://t.co/mJY4tG8Fnc pic.twitter.com/5IzUhc2h1i
— CNN (@CNN) August 27, 2026
Από μικρή ηλικία άρχισε να βλέπει παραισθήσεις με λάμψεις, λουλούδια, δίχτυα και κουκκίδες που κάλυπταν τα αντικείμενα και τον χώρο γύρω της. Οι εικόνες αυτές έγιναν αργότερα η βάση της εικαστικής της γλώσσας. Η ίδια είχε περιγράψει ότι κάποτε είδε τα κόκκινα λουλούδια ενός τραπεζομάντιλου να εξαπλώνονται στην οροφή, στα παράθυρα, στις κολόνες και πάνω στο σώμα της. Τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα δεν αποτελούσαν απλώς ένα αισθητικό τέχνασμα. Ηταν ο τρόπος της να αντιμετωπίζει τον φόβο και τις εικόνες που την κατέκλυζαν. «Βλέπω ακόμη παραισθήσεις. Οι κουκκίδες πετούν παντού, στο φόρεμά μου, στο πάτωμα, στα πράγματα που κρατώ, σε όλο το σπίτι, στην οροφή. Και εγώ τις ζωγραφίζω», είχε δηλώσει το 2017, σύμφωνα με το Reuters.

REUTERS/Luke MacGregor/File Photo
Η φυγή στη Νέα Υόρκη
Απογοητευμένη από τους περιορισμούς της ιαπωνικής κοινωνίας και την αντιμετώπιση των γυναικών, έφυγε για τις ΗΠΑ σε ηλικία 27 ετών. Εγκαταστάθηκε αρχικά στο Σιάτλ και στη συνέχεια στη Νέα Υόρκη, όπου άρχισε να γίνεται γνωστή στα τέλη της δεκαετίας του 1950. Δημιούργησε πίνακες με αμέτρητες επαναλαμβανόμενες γραμμές και κουκκίδες, μαλακά γλυπτά καλυμμένα με φαλλικά σχήματα και αντισυμβατικές περφόρμανς. Συμμετείχε επίσης στο αντιπολεμικό κίνημα της δεκαετίας του 1960, οργανώνοντας εκδηλώσεις κατά του πολέμου στο Βιετνάμ. Το 1965 παρουσίασε το πρώτο από τα περίφημα «Infinity Mirror Rooms». Με καθρέφτες, φώτα και επαναλαμβανόμενα αντικείμενα, δημιούργησε την ψευδαίσθηση ενός χώρου χωρίς αρχή και τέλος. Παρότι κινούνταν στον ίδιο καλλιτεχνικό κύκλο με δημιουργούς όπως ο Αντι Γουόρχολ και ο Κλες Ολντενμπουργκ, η ίδια θεωρούσε ότι οι ιδέες της υιοθετούνταν από άνδρες συναδέλφους της, οι οποίοι αποκτούσαν πολύ μεγαλύτερη αναγνώριση.

REUTERS/Mike Segar/File Photo TPX IMAGES OF THE DAY
Η επιστροφή στην Ιαπωνία
Η Κουσάμα επέστρεψε στην Ιαπωνία το 1973. Τέσσερα χρόνια αργότερα εισήχθη με δική της απόφαση σε ψυχιατρική κλινική στο Τόκιο, όπου έζησε για δεκαετίες. Κάθε πρωί μεταφερόταν στο κοντινό εργαστήριό της και συνέχιζε να ζωγραφίζει, να γράφει μυθιστορήματα και ποίηση και να δημιουργεί γλυπτά και εγκαταστάσεις. Η ίδια μιλούσε ανοιχτά για την ψυχική της υγεία και έλεγε ότι η τέχνη ήταν ο τρόπος με τον οποίο κατάφερε να επιβιώσει. Για χρόνια, ωστόσο, το έργο της βρισκόταν στο περιθώριο τόσο στην Ιαπωνία όσο και στο εξωτερικό.

REUTERS/Hollie Adams/File Photo
Η επιστροφή στη Βενετία
Η μεγάλη αναγνώριση ήρθε το 1993, όταν η Γιαγιόι Κουσάμα εκπροσώπησε επίσημα την Ιαπωνία στην Μπιενάλε της Βενετίας. Είκοσι επτά χρόνια νωρίτερα είχε εμφανιστεί στην ίδια διοργάνωση χωρίς πρόσκληση και είχε τοποθετήσει 1.500 καθρεφτένιες μπάλες στο έδαφος. Προσπάθησε μάλιστα να τις πουλήσει στους επισκέπτες, μέχρι να παρέμβουν οι διοργανωτές. Η επίσημη επιστροφή της το 1993 άλλαξε την πορεία της. Ακολούθησαν μεγάλες αναδρομικές εκθέσεις στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης, στο Whitney Museum, στην Tate Modern και σε άλλα μεγάλα μουσεία. Το 2017 άνοιξε στο Τόκιο το μουσείο που φέρει το όνομά της, ενώ το 2016 τιμήθηκε με το Τάγμα Πολιτισμού της Ιαπωνίας.
Οι κολοκύθες και τα δωμάτια του απείρου
Οι κολοκύθες αποτέλεσαν ένα από τα πιο χαρακτηριστικά μοτίβα της. Η Κουσάμα τις ζωγράφιζε από τα παιδικά της χρόνια και τις συνέδεε με τη σταθερότητα, την ασφάλεια και τις αναμνήσεις από την οικογένειά της. Οι τεράστιες κίτρινες και κόκκινες κολοκύθες με τις μαύρες κουκκίδες τοποθετήθηκαν σε μουσεία και δημόσιους χώρους σε όλο τον κόσμο. Η κόκκινη κολοκύθα στη Ναοσίμα της Ιαπωνίας έγινε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα έργα της. Την ίδια ώρα, τα «Infinity Mirror Rooms» προσέλκυσαν εκατομμύρια επισκέπτες και απέκτησαν νέα ζωή στην εποχή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Οι εγκαταστάσεις της έγιναν από τα πιο πολυφωτογραφημένα έργα σύγχρονης τέχνης στον κόσμο. Η διεθνής επιτυχία συνοδεύτηκε από συνεργασίες με μεγάλους οίκους μόδας, μεταξύ των οποίων η Louis Vuitton. Το 2022, ο πίνακάς της «Untitled (Nets)» του 1959 πωλήθηκε για 10,5 εκατ. δολάρια, κατατάσσοντάς την μεταξύ των γυναικών καλλιτεχνών με τις υψηλότερες τιμές στη διεθνή αγορά τέχνης. Η Γιαγιόι Κουσάμα χρειάστηκε δεκαετίες για να περάσει από τη φτώχεια και την αφάνεια της Νέας Υόρκης στην παγκόσμια αναγνώριση. Αφησε πίσω της ένα εικαστικό σύμπαν στο οποίο η ψυχική οδύνη μετατράπηκε σε χρώμα, επανάληψη και την αίσθηση ενός χώρου που συνεχίζεται στο άπειρο.





















