Οταν η αρχαία μνήμη συγκρούεται με την ψηφιακή αλαζονεία, η λογοτεχνίαγεννά ερωτήματα που ξεπερνούν τα όρια ενός κλασικού αστυνομικού γρίφου. Στο μυθιστόρημα «Ο Κώδικας του Τάλω», ο Ian S. Cosmatos υφαίνει μια σκοτεινή, γεωπολιτική πλοκή με αφετηρία τη Σαντορίνη και το Σούνιο, η οποία εκτείνεται μέχρι τη λαβωμένη Βηρυτό του εμφυλίου πολέμου.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η εξαφάνιση τεσσάρων άρρωστων παιδιών πριν από τρεις δεκαετίες και η φιγούρα του μυστηριώδους «Δόκτορα». Η επιστροφή του αστυνόμου Τάκη Ραΐση και του αρχαιολόγου Αντι Κάλφα τούς φέρνει αντιμέτωπους με ένα εξελιγμένο σύστημα Τεχνητής Νοημοσύνης, το οποίο, αντί να αποκρυπτογραφεί απλώς την Ιστορία, ξεκινά να αναδιαμορφώνει βίαια το ίδιο το παρόν.
Στην καρδιά του μυστηρίου βρίσκεται μια τραγική ιστορία από το παρελθόν: η εξαφάνιση τεσσάρων άρρωστων παιδιών στη Βηρυτό κατά τη διάρκεια του εμφυλίου. Πώς συνδέεται αυτό το βαθύ, ανθρώπινο τραύμα μιας άλλης εποχής με την ψηφιακή πραγματικότητα που καλούνται να αντιμετωπίσουν οι ήρωές σας στο σήμερα;
Η σύνδεση είναι πολύ πιο άμεση απ’ όσο φαίνεται με την πρώτη ματιά. Η τεχνολογία, η Τεχνητή Νοημοσύνη και η ψηφιακή πραγματικότητα δίνουν συχνά την εντύπωση ότι ζούμε σ’ έναν εντελώς νέο κόσμο. Στην πραγματικότητα, όμως, οι άνθρωποι εξακολουθούν να παρακινούνται από τα ίδια θεμελιώδη συναισθήματα που τους παρακινούσαν πάντοτε: την αγάπη, τον φόβο, την απώλεια, την ενοχή, την ελπίδα.
Ο «Δόκτωρ της Βηρυτού» αποτελεί μια κομβική, σκιώδη φιγούρα στην πλοκή. Μέσα από αυτόν τον χαρακτήρα, θέλατε να εξερευνήσετε τα όρια της επιστημονικής ηθικής όταν αυτή αποκόπτεται από την ανθρώπινη ενσυναίσθηση;
Ο «Δόκτωρ της Βηρυτού» δεν αποτελεί απλώς έναν χαρακτήρα, αλλά την ενσάρκωση ενός διαχρονικού ερωτήματος: τι συμβαίνει όταν η γνώση αποδεσμεύεται από την ηθική ευθύνη που τη συνοδεύει;
Σε καμία περίπτωση δεν ήθελα να δημιουργήσω έναν μονοδιάστατο «κακό», αλλά έναν άνθρωπο που ξεκίνησε πιθανώς με αγαθές ή έστω κατανοητές προθέσεις και σταδιακά έφτασε να πιστεύει ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Ο χαρακτήρας του ξεπερνά σίγουρα τα όρια της επιστημονικής ηθικής και θα μπορούσε ασφαλώς να συμβολίζει την έλλειψη ενσυναίσθησης που χαρακτηρίζει την όποια Τεχνητή Νοημοσύνη.
Στο βιβλίο αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι «ο κώδικας δεν κάνει λάθη. Οι άνθρωποι κάνουν». Οταν το σύστημα «Τάλως» περνά από την αποκωδικοποίηση του παρελθόντος στην ενεργή παρέμβαση και ανασυγγραφή του παρόντος, θεωρείτε ότι ενεργεί ως ένας σύγχρονος, αλγοριθμικός τιμωρός απέναντι στα ανθρώπινα σφάλματα;
Η φράση «Ο κώδικας δεν κάνει λάθη, οι άνθρωποι κάνουν» είναι γοητευτική ακριβώς επειδή ακούγεται λογική. Διότι πίσω από κάθε κώδικα κρύβονται άνθρωποι. Ανθρωποι που επιλέγουν ποια δεδομένα θα χρησιμοποιηθούν, ποιοι κανόνες θα εφαρμοστούν και ποιοι στόχοι θα εξυπηρετηθούν. Με άλλα λόγια, ακόμη και το πιο σύνθετο σύστημα κουβαλάει πάντοτε μέσα του τις αρετές, τις προκαταλήψεις και τις αδυναμίες των δημιουργών του.
Στον «Κώδικα του Τάλω» ασχολήθηκα με τη μετάβαση που περιγράφετε· το πέρασμα από την παρατήρηση στην παρέμβαση. Είναι ένα όριο που συναντάμε όλο και συχνότερα στη σύγχρονη τεχνολογία. Είναι άλλο πράγμα να αναλύεις το παρελθόν, να εντοπίζεις μοτίβα και να εξάγεις συμπεράσματα και άλλο να θεωρείς ότι έχεις αποκτήσει το δικαίωμα να καθορίσεις το μέλλον ή να διορθώσεις την πραγματικότητα σύμφωνα με τη δική σου εκδοχή του «σωστού».
Ο αστυνόμος Τάκης Ραΐσης και ο αρχαιολόγος Αντι Κάλφας επιστρέφουν για μια νέα υπόθεση, κουβαλώντας όμως το δικό τους παρελθόν. Πώς επηρεάζει η ιδιαίτερη δυναμική της σχέσης τους, η σύγκρουση της ορθολογικής αστυνομικής έρευνας με την ιστορική ενόραση;
Νομίζω ότι αυτό που κάνει τον Αντι Κάλφα και τον Τάκη Ραΐση να λειτουργούν τόσο αποτελεσματικά ως δίδυμο είναι ακριβώς το γεγονός ότι προσεγγίζουν τον κόσμο με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Ο Ραΐσης είναι εκπαιδευμένος να αναζητά αποδείξεις, να ακολουθεί τη λογική αλληλουχία των γεγονότων. Ο Αντι, από την άλλη, έχει μάθει να διαβάζει ίχνη που προέρχονται από το παρελθόν, να εντοπίζει μοτίβα και να συνδέει φαινομενικά ασύνδετα στοιχεία.
Οι γρίφοι, τα μυστήρια και οι απειλές αλλάζουν από υπόθεση σε υπόθεση. Αυτό που παραμένει σταθερό είναι ο διάλογος ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς τρόπους σκέψης: τον κόσμο των αποδείξεων και τον κόσμο των ερμηνειών.
«Είναι αλαζονεία να πιστεύεις ότι βρίσκεσαι υπεράνω των ορίων»
Το βιβλίο σας κινείται πάνω στο φιλοσοφικό υπόβαθρο της ύβρεως, σημειώνοντας ότι αυτή ανήκει πλέον και σε όσους πιστεύουν ότι μπορούν να αντικαταστήσουν τους θεούς. Στη νέα εποχή όπου η Τ.Ν. αποκτά τρομακτική ισχύ, πιστεύετε ότι ο σύγχρονος άνθρωπος έχει χάσει το μέτρο, οδηγώντας σε μια ψηφιακή «Νέμεση»;
Η ύβρις δεν έγκειται ποτέ στην ίδια τη γνώση ή στην τεχνολογία, αλλά στην πεποίθηση ότι μπορούμε να τις χρησιμοποιήσουμε χωρίς περιορισμούς, χωρίς συνέπειες και χωρίς να λογοδοτούμε για τα αποτελέσματά τους. Αυτό ήταν άλλωστε το νόημα της ύβρεως και στον αρχαίο κόσμο: όχι η ανάγκη να προοδεύσει κανείς, αλλά η αλαζονεία του να πιστεύει ότι βρίσκεται υπεράνω κάθε ορίου.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του διλήμματος στη δική μας εποχή. Πρόκειται για ένα εργαλείο με τεράστιες δυνατότητες, ικανό να συμβάλει στην επιστήμη, στην ιατρική, στην εκπαίδευση και σε αμέτρητους άλλους τομείς. Ταυτόχρονα, όμως, μας φέρνει αντιμέτωπους με ερωτήματα που μέχρι πρόσφατα ανήκαν περισσότερο στη σφαίρα της φιλοσοφίας και της λογοτεχνίας παρά της καθημερινότητας. Ποιος θέτει τα όρια; Δεν είμαι βέβαιος ότι οδεύουμε νομοτελειακά προς μια ψηφιακή «Νέμεση». Πιστεύω όμως ότι κάθε μεγάλη τεχνολογική επανάσταση συνοδεύεται από την ψευδαίσθηση ότι αποκτούμε μεγαλύτερο έλεγχο απ’ όσο πραγματικά διαθέτουμε. Στον «Κώδικα του Τάλω» προσπάθησα να αναδείξω αυτή την αντίφαση.


