Το «Μπαμπά, να γίνω γιατρός;» του Δρ. Ηλία Τσούγκου δεν είναι ένα ακόμη βιβλίο που επιχειρεί να εξιδανικεύσει την ιατρική επιστήμη ή να παρουσιάσει τον γιατρό ως έναν αψεγάδιαστο ήρωα της σύγχρονης κοινωνίας.

ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΗ της Γιούλης Τσακάλου
Αντίθετα, πρόκειται για μια ήσυχη αλλά βαθιά ανθρώπινη κατάθεση ψυχής, γραμμένη από έναν άνθρωπο που έχει ζήσει επί δεκαετίες την πίεση, την αγωνία και τη μοναξιά του νοσοκομειακού διαδρόμου.
Από τις πρώτες κιόλας σελίδες, γίνεται σαφές ότι ο συγγραφέας δεν επιθυμεί να εντυπωσιάσει με τίτλους, διακρίσεις ή επιστημονικά επιτεύγματα. Επιλέγει να σταθεί στο πιο δύσκολο και πιο ουσιαστικό σημείο της ιατρικής: στον άνθρωπο. Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη δύναμη του βιβλίου. Δεν μιλά για την ιατρική ως επάγγελμα, αλλά ως καθημερινή δοκιμασία αντοχής, ευθύνης και προσφοράς.
Ο τίτλος «Μπαμπά, να γίνω γιατρός;» λειτουργεί σχεδόν συμβολικά. Πίσω από μια φαινομενικά απλή παιδική ερώτηση, ανοίγει ένας ολόκληρος κόσμος γεμάτος διλήμματα, θυσίες και υπαρξιακές συγκρούσεις. Ο Δρ. Τσούγκος δεν απαντά εύκολα. Και αυτό είναι ίσως το πιο τίμιο στοιχείο του βιβλίου. Δεν υπόσχεται επιτυχία, κύρος ή κοινωνική αναγνώριση. Αντιθέτως, περιγράφει την ιατρική ως μια πορεία που απαιτεί απόλυτη αφοσίωση και βαθιά αγάπη προς τον άνθρωπο.

Το απόσπασμα του προλόγου είναι χαρακτηριστικό της γραφής και της φιλοσοφίας του βιβλίου. Οι εικόνες που χρησιμοποιεί είναι λιτές αλλά εξαιρετικά δυνατές: η σιωπή του νοσοκομείου τα ξημερώματα, ο ήχος του μόνιτορ, η ψυχική εξάντληση, η στιγμή που ένας άνθρωπος σώζεται και όλα αποκτούν ξανά νόημα. Δεν πρόκειται για λογοτεχνικές υπερβολές, είναι εικόνες βιωμένες. Και ακριβώς γι’ αυτό αγγίζουν τον αναγνώστη με αμεσότητα.
Το βιβλίο διαβάζεται εύκολα, όχι επειδή το θέμα του είναι ελαφρύ, αλλά επειδή ο λόγος του συγγραφέα είναι ουσιαστικός και πυκνός χωρίς να γίνεται βαρύς. Μέσα σε λίγες σελίδες, καταφέρνει να συμπυκνώσει σκέψεις και αλήθειες που πολλοί γιατροί ίσως δυσκολεύονται να εκφράσουν δημόσια. Υπάρχει μια ειλικρίνεια που διαπερνά το κείμενο και δημιουργεί την αίσθηση ότι ο συγγραφέας συνομιλεί προσωπικά με τον αναγνώστη.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι το βιβλίο δεν απευθύνεται αποκλειστικά σε ανθρώπους του χώρου της υγείας. Αντιθέτως, αφορά κάθε άνθρωπο που αναζητά το πραγματικό νόημα της προσφοράς και της ευθύνης. Οι νέοι που σκέφτονται να ακολουθήσουν την ιατρική θα βρουν εδώ μια ρεαλιστική εικόνα μακριά από τις εξιδανικεύσεις. Οι γονείς θα κατανοήσουν ότι η επιλογή αυτού του δρόμου δεν είναι μόνο επαγγελματική, αλλά βαθιά ψυχική και υπαρξιακή. Οι ασθενείς, από την άλλη πλευρά, ίσως δουν για πρώτη φορά πιο καθαρά την ανθρώπινη πλευρά του γιατρού, τον φόβο, την κούραση, την εσωτερική μάχη πίσω από τη λευκή μπλούζα.
Υπάρχει επίσης κάτι ιδιαίτερα αξιοπρεπές στον τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας αντιμετωπίζει την έννοια της επιτυχίας. Δεν την ταυτίζει με την κοινωνική καταξίωση ούτε με την επαγγελματική προβολή. Η μεγαλύτερη ανταμοιβή φαίνεται να είναι η στιγμή που ένας άνθρωπος σώζεται ή που ένας ασθενής αισθάνεται ότι δεν είναι μόνος. Αυτή η ανθρωποκεντρική ματιά δίνει στο βιβλίο μια σχεδόν εξομολογητική διάσταση.
Αξίζει να σημειωθεί και η κοινωνική πλευρά της έκδοσης, καθώς όλα τα έσοδα θα διατεθούν στο Σωματείο «Δωδεκανησιακή Μέλισσα» για τη στήριξη άπορων Δωδεκανήσιων φοιτητών. Η επιλογή αυτή δεν λειτουργεί επικοινωνιακά, μοιάζει να αποτελεί φυσική προέκταση της φιλοσοφίας του βιβλίου, που βασίζεται στην προσφορά και στην έννοια της ευθύνης απέναντι στους άλλους.
Το «Μπαμπά, να γίνω γιατρός;» δεν είναι ένα βιβλίο που θα διαβαστεί για να δώσει εύκολες απαντήσεις. Είναι ένα βιβλίο που θέτει δύσκολες ερωτήσεις, για την αντοχή, την αγάπη προς τον άνθρωπο, την εξάντληση, την αφοσίωση και το πραγματικό νόημα της ιατρικής. Και ίσως γι’ αυτό ξεχωρίζει. Επειδή δεν επιχειρεί να ωραιοποιήσει την ιατρική πραγματικότητα, αλλά να τη φωτίσει μέσα από προσωπικές εμπειρίες


