Κυκλοφόρησε η ποιητική συλλογή της Χριστίνας Ντούβρη με τα εικαστικά έργα του Γιώργου Ξένου από τις «Ερινύες»

20/12/18 • 22:17 |

ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΥ

Είναι τότε που η ποίηση γίνεται προέκταση της ζωγραφικής και η ζωγραφική προέκταση της ποίησης. Μια κολασμένη συμφωνία ανάμεσα στις δύο Τέχνες, που την κάνουν αδιάρρηκτη και δημιουργική η Χριστίνα Ντούβρη και ο Γιώργος Ξένος.

Σε όλη της τη ζωή ακροβατεί με μαεστρία ανάμεσα στην ποίηση και τη ζωγραφική. Δύο Τέχνες που γνωρίζει καλά και γίνονται για εκείνη Παράδεισος και Κόλαση μαζί. Ισχυρή προσωπικότητα, ένα «αβόλευτο» στο χώρο και το χρόνο μυαλό, που έχει οδηγό του το ασίγαστο πάθος της, η Χριστίνα Ντούβρη υπογράφει την πρώτη ποιητική συλλογή της «Συμφωνία Κολάσεων», που κυκλοφόρησε μόλις από τις «εκδόσεις Γαβριηλίδη».

Αισθητή κάνουν την παρουσία τους στο βιβλίο τα ασπρόμαυρα έργα, από τη σειρά «Ερινύες», του κορυφαίου εικαστικού Γιώργου Ξένου, του άλλου μισού της Χριστίνας Ντούβρη, σύντροφος ζωής ο ένας για τον άλλον, στον οποίο και αφιερώνει τα ποιήματά της: «Στον Γιώργο Ξένο γιατί υπάρχει», γράφει η συγγραφέας στην αρχή, λίγο πριν αφήσει την ποίησή της να ξεχειλίσει και να λειτουργήσει ως ψυχική κατάθεση με πρώτο αποδέκτη εκείνον.

«Θα ήθελα να ήμουν μία απ’ τις φλέβες σου», γράφει σ’ ένα πόνημά της η Χριστίνα Ντούβρη, φανερώνοντας τη βαθύτερη επιθυμία της να ταυτιστεί με κάθε παλμό, κάθε μετάπτωση του αγαπημένου της. Βαθιά αφοσιωμένη και απόλυτα ανεξάρτητη, η Χριστίνα Ντούβρη είναι μια γυναίκα που μπορεί να λούζεται στο φως που εκπέμπει ο σύντροφός της και να λάμπει ακόμα περισσότερο.

Διαβάζοντας τα ποιήματά της νιώθεις ότι το νήμα που τους συνδέει είναι σχοινί γερό, άφθαρτο στο χρόνο, που τους δένει ακόμα περισσότερο, χωρίς όμως να καταργεί την ελευθερία και την ανάσα της σχέσης τους.

Ο Γιώργος Ξένος σχολιάζει εύστοχα εικαστικά, με τις εφιαλτικές, αινιγματικές «Ερινύες» του, όσα εκείνη γράφει. Είναι τότε που η ποίηση γίνεται προέκταση της ζωγραφικής και η ζωγραφική προέκταση της ποίησης. Μια κολασμένη συμφωνία ανάμεσα στις δύο Τέχνες, που την κάνουν αδιάρρηκτη και δημιουργική η Χριστίνα Ντούβρη και ο Γιώργος Ξένος. Είναι τότε που η ρήση του Σιμωνίδη του Κείου «η ζωγραφική είναι ποίηση που σωπαίνει και η ποίηση είναι ζωγραφική που μιλάει» βρίσκει την καλύτερή της επαλήθευση.

Είχαμε τη χαρά να γίνουμε αποδέκτες ενός ποιήματος της Χριστίνας Ντούβρη περίπου ενάμιση χρόνο πριν, όταν ακόμα τα γραφτά της ήταν εμπνεύσεις στο συρτάρι της συγγραφέως. Ενα ποίημά της ήταν αρκετό για να καταλάβουμε ότι αυτή η τόσο λιτή, αλλά τόσο μεστή και σοφά κατεργασμένη, λέξη λέξη, γραφή έπρεπε να βγει από το συρτάρι, να γίνει βιβλίο και μαζί κοινωνία γλώσσας και νοήματος στο αναγνωστικό κοινό που διψά να διαβάσει κάτι ουσιαστικό και διαφορετικό.

Η Χριστίνα Ντούβρη, φιλόλογος στο επάγγελμα, απόλυτη γνώστης της ελληνικής, έχει άλλωστε γράψει την ετυμολογία στο ορθογραφικό, ετυμολογικό και ερμηνευτικό λεξικό «Παιδεία», μπορεί να χειρίζεται με δεξιοτεχνία τις λέξεις και τα νοήματα διατυπώνοντας με το δικό της τρόπο τις ευαισθησίες και τις υπαρξιακές της αγωνίες.

Η ποίησή της καταργεί την επιφάνεια. Τα ποιήματά της έχουν πολιτικές και κοινωνικές αιχμές, γι’ αυτό γίνονται συχνά μαύρα, σκληρά, σχεδόν μεταλλικά και πολλές φορές αδιέξοδα. Η χρήση πολλών ενεργητικών και παθητικών μετοχών προσδιορίζει το κλίμα και το τοπίο των ποιημάτων της Χριστίνας Ντούβρη. Η έλλειψη στίξης καθιστά την ανάγνωσή τους σχεδόν ασθματική. Είναι ποιήματα άχρονα, που βουτούν βαθιά έως τις ρίζες της ζωής και του θανάτου.

Πολλά από αυτά αναφέρονται στην πλούσια ελληνική γλώσσα, που τόσο έχει συρρικνωθεί τα τελευταία χρόνια. Ένα επαναστατημένο μυαλό, που ανάμεσα σε άλλα γράφει «η νομιμότητα είναι η πιο βάναυση εξουσία» ή μιλά στη «Γιάφκα» της για «επίγεια αμείλικτη γεωμετρία».
Μια αρμονική συνύπαρξη λέξεων και νοημάτων που ηχεί σαν την Πέμπτη Συμφωνία του Μπετόβεν.

Παρουσίαση

Η «Συμφωνία Κολάσεων» παρουσιάστηκε ένα σαββατιάτικο μεσημέρι στο κατάμεστο πατάρι των «εκδόσεων Γαβριηλίδη». Αυτό που γινόταν άμεσα αντιληπτό ήταν τα θερμά συναισθήματα εκτίμησης και αγάπης προς τη συγγραφέα που εκπορεύονταν τόσο από όσους παρευρέθησαν όσο και από τους ομιλητές που είχαν βαθιά μελετήσει την ποίησή της και μίλησαν γι’ αυτή.

«Ολα τα ποιήματα είναι γραμμένα με ασθματικούς ρυθμούς υπό το κράτος μιας σχεδόν πυρετώδους έντασης, η οποία, ενώ αφειδώλευτα ξοδεύεται, εξακολουθεί να παραμένει ανεξάντλητη, σαν να αυτοτροφοδοτείται αδαπάνητη στο διηνεκές», σημειώνει η φιλόλογος Τασούλα Καραγεωργίου, μιλώντας για την ποίηση της Χριστίνας Ντούβρη -Ξένου.
Στη δική του ομιλία με τίτλο «Τα ευγενή μέταλλα της κυρίας Ντούβρη» ο ποιητής, συγγραφέας, μεταφραστής

Γιώργος-Ικαρος Μπαμπασάκης καταπιάνεται με μία άλλη πτυχή της ποίησης της Χριστίνας Ντούβρη: «Κι εκεί που περιμένεις το μαύρο, να σου το κίτρινο. Και το κόκκινο, σε άλλο ποίημα, όπως και το πράσινο. Και το μοβ.

Και ο λυρισμός να χάνεται στο βάθος του κάδρου, υπάρχει μεν αλλά έχει, εσκεμμένα (και καθετί είναι εσκεμμένο στην ποίηση της Ντούβρη, όπως και σε κάθε ποίηση που εκκινεί από μια φιλοσοφική στάση απέναντι στο σύμπαν), ναι, έχει εσκεμμένα απωθηθεί για να τον ανακαλύψουμε εκ νέου, να συναντηθούμε μαζί του αφότου θα έχουμε περάσει τις πύλες εκείνες που οδηγούν σε μιαν αρχαιολογία της γνώσης τού τι σημαίνει σήμερα η ποιητική ματιά».

Ο ποιητής, συγγραφέας και ζωγράφος Γιώργος Κακουλίδης στη δική του ομιλία επισημαίνει: «Το ταλέντο της δρα ακαριαία στο χαρτί. Δεν αφέθηκε σε έναν θεό ούτε στράφηκε στις ουράνιες δυνάμεις για να αναζητήσει την πρώτη ύλη της ζωής, αλλά χάθηκε, περιπλανήθηκε μέσα της, ώσπου βρέθηκε καταπρόσωπο με αυτό που την καίει.

Και τα λέει όλα, χωρίς να φοβάται τις λέξεις. Δεν αναζητά στολίδια για να κρυφτεί. Η λιτή γραφή της σε διαπερνά σαν μαχαίρι. Ξεπέρασε τη φυσική υπεροψία που εκθέτει ένα ταλέντο και αφέθηκε να την κατοικήσει, χωρίς βιασύνη, όλη η απλότητα της ποίησης. Η όποια τεχνική της δεν κατάργησε το θαύμα».

Από την έντυπη έκδοση του Ελεύθερου Τύπου