Η επιστροφή της Τουρκίας σε μια τακτική συστηματικών προκλήσεων σε όλα τα επίπεδα τις τελευταίες εβδομάδες, πέρα από την ενδεχόμενη πρόθεση εγκατάλειψης της τακτικής των «ήρεμων νερών» που σηματοδοτεί, προκαλεί ανησυχία στην Αθήνα και σχετικά με τις απώτερες προθέσεις της γειτονικής χώρας.
Η Τουρκία επανήλθε στην πρακτική να εξισώνει απολύτως νόμιμες ενέργειες της Ελλάδας με παράνομες δικές της, με την ανακήρυξη δύο «εθνικών θαλάσσιων πάρκων» σε περιοχές εκτός δικαιοδοσίας της, ενώ επανήλθε, επίσης, στην τακτική του «γκριζαρίσματος» νησιών, νησίδων και βραχονησίδων του Αιγαίου, με την πρόσφατη αντίδραση στο χωροταξικό πλαίσιο για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, με το υπουργείο Εξωτερικών της γειτονικής χώρας να κάνει λόγο, παντελώς αβάσιμα, για γεωγραφικούς σχηματισμούς «των οποίων η ιδιοκτησία δεν έχει μεταβιβαστεί στην Ελλάδα μέσω διεθνών συμφωνιών». Παράλληλα, για μία ακόμη φορά η Αγκυρα βάζει στο στόχαστρο περιοχές ευρύτερης στρατηγικής σημασίας, όπως η περιοχή της Σαμοθράκης και το Καστελλόριζο.
Στοιχεία
Την ίδια ώρα, η γειτονική χώρα είναι προφανές ότι επιθυμεί να επανέλθει η ένταση και στο πεδίο. Χαρακτηριστικό είναι ότι σε ολόκληρο το 2025 καταγράφηκαν 225 τουρκικές παραβιάσεις του εθνικού εναέριου χώρου και 711 παραβάσεις, ενώ το 2026 οι παραβιάσεις ανήλθαν στις 443 και οι παραβάσεις 576, με τα μέχρι στιγμής δημοσιευμένα στοιχεία του ΓΕΕΘΑ.
Η ανησυχία αυτή εντείνεται, καθώς συνδυάζεται με μια σειρά εξελίξεων στην ευρύτερη περιοχή, με τον Τούρκο πρόεδρο, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, να θέλει, προφανώς, να επωφεληθεί από αυτές, παρότι οι κινήσεις του συνεπάγονται αυξημένο ρίσκο, όπως φάνηκε π.χ. από τη σύγκρουση συμφερόντων με το Ισραήλ στη Συρία που λίγο έλειψε να μετατραπεί και σε σύγκρουση στο πεδίο. Οπως και να έχει, όμως, και ανεξάρτητα από το αν η τακτική αυτή της τουρκικής ηγεσίας θα έχει αποτέλεσμα, η Ελλάδα προετοιμάζεται για όλα τα ενδεχόμενα και σε όλα τα πεδία.
Προφανές είναι, επίσης, ότι η καθιέρωση της συναλλακτικής πρακτικής ως κύριου κριτηρίου στις διακρατικές σχέσεις έναντι του Διεθνούς Δικαίου από τις ΗΠΑ, ανεξάρτητα από το αν έχουν την έγκριση της υπερδύναμης οι τουρκικές κινήσεις, έχουν ενθαρρύνει την Αγκυρα να αναπτύξει εκ νέου όλη τη «βεντάλια» των αναθεωρητικών θέσεών της.
Ενας από τους κύριους παράγοντες που ωθούν την Τουρκία στο να αξιοποιήσει τη συγκυρία είναι η διαπίστωση ότι η Αθήνα έχει αποκτήσει προβάδισμα στην αξιοποίηση των ενεργειακών πόρων στην περιοχή και διαδραματίζει κεντρικό ρόλο σε projects στα οποία συμμετέχουν αμερικανικές εταιρίες, όπως και σε σχέδια για την επόμενη ημέρα, ενώ συμμετέχει ενεργά και στην περιβαλλοντική πολιτική της Ε.Ε. Μόνο τυχαίο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οι αντιδράσεις της το τελευταίο διάστημα κορυφώθηκαν ακριβώς με αφορμή τα θαλάσσια πάρκα και το χωροταξικό πλαίσιο για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, από το ελληνικό υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
«Σκιώδης στόλος»
Αλλά και πίσω από τα θαλάσσια πάρκα δεν κρύβεται, φυσικά, η ανησυχία της Τουρκίας για το περιβάλλον, που κάθε άλλο παρά φημίζεται για αυτήν (όπως αποδεικνύει και η κατασκευή του σταθμού πυρηνικής ενέργειας στο Ακούγιου), αλλά η διάθεσή της για «λεηλασία» του αλιευτικού πλούτου του Αιγαίου, από τον «σκιώδη στόλο» των αλιευτικών σκαφών της γειτονικής χώρας. Οποιος υποτιμά τη συγκεκριμένη διάσταση θα πρέπει να θυμηθεί τους «Πολέμους του Μπακαλιάρου» και την κρίση που προκλήθηκε μεταξύ δύο κρατών-μελών του ΝΑΤΟ, της Μεγάλης Βρετανίας και της Ισλανδίας, το 1975-76, που έφτασε ακόμη και σε «θερμά επεισόδια». Η αλιεία αποτελεί, άλλωστε, ένα από τα κύρια κυριαρχικά δικαιώματα που παρέχει η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ), χωρίς όμως να υπάρχει τέτοια ζώνη στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Νέες ισορροπίες στο περιθώριο του πολέμου ΗΠΑ – Ιράν
Η στάση της Άγκυρας ενθαρρύνεται, επίσης, από τη συγκυρία στην περιοχή, όπου η πολεμική σύρραξη ΗΠΑ – Ιράν έχει προκαλέσει νέες συσπειρώσεις και αντισυσπειρώσεις. Η νεοπαγής στρατιωτική συμμαχία της Τουρκίας με τη Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν προκάλεσε αίσθηση όσον αφορά την υπέρβαση των παλαιότερων διαφορών μεταξύ Αγκυρας και Ριάντ, αν και δεν επιτεύχθηκε μέχρι στιγμής το σχέδιο να συμμετάσχει σε αυτήν και η Αίγυπτος, που εξακολουθεί να είναι επιφυλακτική. Σε κάθε περίπτωση, όμως, έδωσε το δικαίωμα στην Τουρκία να συμπεριφέρεται ως «πάροχος ασφαλείας», αν και η κατάσταση είναι περισσότερο περίπλοκη και περικλείει κινδύνους και για την ίδια. Για παράδειγμα, από συνομιλητής του Ιράν όταν χρειαζόταν η Αγκυρα ανήκει πλέον σε έναν συνασπισμό που ξεκίνησε από την ανάγκη ουσιαστικά της Σαουδικής Αραβίας να αντιμετωπίσει τις επιθέσεις των «δορυφορικών» της Τεχεράνης, Χούθι της Υεμένης. Εκ των πραγμάτων, η τριμερής συμμαχία προκαλεί και την αντίδραση Ισραήλ – Ινδίας, που έρχονται ακόμη πιο κοντά έναντι κοινών αντιπάλων στην περιοχή, με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται. Η όξυνση της κρίσης στις σχέσεις Τελ Αβίβ – Αγκυρας δεν είναι άσχετη με αυτό, ενώ σημαντικό ρόλο παίζει και το ότι επίκεινται εκλογές στο Ισραήλ (στις 27 Οκτωβρίου), με την Αγκυρα να «τζογάρει» στο ενδεχόμενο ήττας του Μπέντζαμιν Νετανιάχου. Ο «τζόγος» αυτός μπορεί να λειτουργήσει και αντίστροφα, όμως, ιδίως αν επανεκλεγεί ο νυν πρωθυπουργός, ενώ οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ μία εβδομάδα αργότερα (3 Νοεμβρίου) κρατούν σε επαγρύπνηση το ελληνικό και ισραηλινό λόμπι.
Ο GSI, το Ισραήλ και η «Ασπίδα του Αχιλλέα»
Η πρόσφατη -τεχνητή εκ μέρους της Αγκυρας- κρίση με την Αθήνα δεν αποκλείεται να σχετίζεται ενδεχομένως και με τις πρόσφατες ανακοινώσεις από την κυβέρνηση για τον Great Sea Interconnector (GSI), με την Τουρκία να θέλει να επιδοθεί σε προκαταβολικούς λεονταρισμούς σε όλο το φάσμα των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Πρόκειται, όμως, για ένα στρατηγικής σημασίας έργο ευρωπαϊκής κλίμακας, στο οποίο η είσοδος της γαλλικής Meridiam στέλνει και γεωπολιτικό μήνυμα, ενώ το έργο εκτός από την Κύπρο αφορά άμεσα και το Ισραήλ, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Σε ό,τι αφορά την Τουρκία, η Ελλάδα, βεβαίως, δεν ετεροκαθορίζεται σε ό,τι αφορά ένα έργο που, όπως δήλωσε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, η είσοδος της γαλλικής εταιρίας αποτελεί ψήφο εμπιστοσύνης στον ενεργειακό τομέα.
Το έργο, όμως, αφορά και τη διασύνδεση Κύπρου – Ισραήλ, με αποτέλεσμα να αποκτά ευρύτερη στρατηγική σημασία η υλοποίησή του πέρα από τη διασφάλιση της ενεργειακής ανεξαρτησίας των τριών εμπλεκόμενων κρατών.
Δεν διέλαθε, άλλωστε, την προσοχή στρατιωτικών και διπλωματικών αναλυτών διεθνώς ότι ενώ συνέβαιναν όλα τα παραπάνω από πλευράς Τουρκίας, ο Αρχηγός ΓΕΕΘΑ, στρατηγός Δημήτριος Χούπης, βρισκόταν στο Ισραήλ, όπου είχε συνάντηση με τον Αρχηγό του Γενικού Επιτελείου των Ενόπλων Δυνάμεων του Ισραήλ (IDF), αντιστράτηγο Eyal Zamir, επιβεβαιώνοντας τη βούληση της Ελλάδας για την ενίσχυση των στρατηγικών σχέσεων των δύο κρατών. Σύντομα θα ακολουθήσει η υπογραφή της διακρατικής συμφωνίας ανάμεσα στις ισραηλινές εταιρίες και τη Γενική Διεύθυνση Αμυντικών Εξοπλισμών και Επενδύσεων του υπουργείου Εθνικής Αμυνας για την υλοποίηση της «Ασπίδας του Αχιλλέα», που θα θωρακίζει πολλαπλώς τη χώρα στην αντιμετώπιση απειλών.
Τα «ατού» της Αθήνας με Rearm Europe και F-35
Η ελληνική κυβέρνηση με ψυχραιμία, ώστε να μη χρεωθεί μία κλιμάκωση της κρίσης, αλλά και με αυτοπεποίθηση, ώστε να μη στείλει λάθος μηνύματα, ετοιμάζεται να ξεδιπλώσει την αντίδρασή της στις πρόσφατες προκλήσεις με όλα τα πρόσφορα μέσα.
Εκτός από τις απαντήσεις που υπήρξαν ήδη από το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών, στις οποίες επισημαίνονται το αβάσιμο και το απαράδεκτο των τουρκικών ισχυρισμών, η Ελλάδα σκοπεύει να αντιδράσει επισήμως διά της διπλωματικής οδού στις τελευταίες προκλήσεις, αλλά και να φέρει στα διεθνή fora (π.χ. ΟΗΕ) έπειτα από κατάλληλη προετοιμασία το ζήτημα των προκλήσεων της γειτονικής χώρας, κατόπιν σχετικών οδηγιών του υπουργού Εξωτερικών, Γιώργου Γεραπετρίτη. Το ζήτημα θα αναδειχθεί και σε επίπεδο Ε.Ε., όπου δεν αποκλείεται να τεθεί και ζήτημα κυρώσεων, ιδίως αν ενταθούν οι τουρκικές προκλήσεις, όπως και σε διμερές επίπεδο, στις χώρες με τις οποίες η Ελλάδα διατηρεί ισχυρές στρατηγικές σχέσεις.
Άσοι στο μανίκι
Η Ελλάδα κρατά, όμως, και δύο μεγάλα «ατού» στα χέρια της, τα οποία ήδη αξιοποιεί και θα συνεχίσει να αξιοποιεί σε διπλωματικό και αμυντικό επίπεδο. Πρόκειται για τη συμμετοχή της Τουρκίας στο πρόγραμμα Rearm Europe μέσω των χρηματοδοτήσεων του SAFE, στο οποίο εξυπακούεται ότι με τις συνεχιζόμενες προκλήσεις της Τουρκίας δεν πρόκειται να συναινέσει, αλλά και το ζήτημα της συμμετοχής της γειτονικής χώρας στο πρόγραμμα των F-35, για το οποίο η Αθήνα θα συνεχίσει να καθιστά σαφή την αντίδρασή της.
Την ίδια ώρα, στις Ενοπλες Δυνάμεις συνεχίζει να υλοποιείται η μεταρρύθμιση «Ατζέντα 2030» από τον αρμόδιο υπουργό Εθνικής Αμυνας, Νίκο Δένδια, με στόχο την ενίσχυση της αποτρεπτικής ικανότητας της χώρας, έναντι οιασδήποτε απειλής, ενώ τα εξοπλιστικά προγράμματα που ήδη υλοποιούνται (αναβάθμιση F-16 σε Viper, απόκτηση της πρώτης φρεγάτας FDI «Belharra», στροφή στα Μη Επανδρωμένα Μέσα κ.ά.) και η νέα δομή δυνάμεων έχουν ενισχύσει ήδη σημαντικά τις ελληνικές αμυντικές δυνατότητες.




















