ΣΚΗΝΙΚΟ ΠΑΝΙΚΟΥ ΣΤΟ ΜΑΞΙΜΟΥ ΜΕΤΑ ΤΟ ΡΑΠΙΣΜΑ ΤΟΥ ΣΤΕ

Μετά την οικονομία η κυβέρνηση «διαλύει» και τους θεσμούς της χώρας

29/10/16 • 07:00 | UPD 29/10/16 • 08:14

Δεν ξέρουν να χάνουν και αποδείχτηκε με την πρώτη αντίδραση της κυβέρνησης στην απόφαση του ΣτΕ για το νόμο Παππά. Τους είχαν προειδοποιήσει ακόμη και δικοί τους συνταγματολόγοι, όπως ο ευρωβουλευτής Κώστας Χρυσόγονος, αλλά επέμειναν. Και μετά τη… θανάτωση του νόμου με πλειοψηφία 14-11 στην Ολομέλεια του ΣτΕ επιμένουν ότι έχουν δίκιο ανεβάζοντας την πολιτική ένταση στα όρια του παροξυσμού.

Είναι μια στρατηγική ήττα της κυβέρνησης (για ήττα είχε μιλήσει εκ προοιμίου ο Νίκος Φίλης για να περιγράψει το αρνητικό ενδεχόμενο) και, ίσως, καταλύτης πολιτικών εξελίξεων. Η επικράτηση του σκληρότερου σεναρίου, χωρίς καν τον καθορισμό προθεσμίας για τη θεραπεία των αδύνατων σημείων του διαγωνισμού για τις τηλεοπτικές άδειες, αιφνιδίασε το Μέγαρο Μαξίμου, που αντέδρασε νευρικά και επιθετικά, προαναγγέλλοντας προσωρινές βεβαιώσεις λειτουργίας για τα κανάλια (παλιά και νέα) έναντι ετήσιου συνολικού τιμήματος 25 εκατ. ευρώ.

Η Ν.Δ. ζητά εκλογές «εδώ και τώρα», το ΠΑΣΟΚ και το Ποτάμι ζητούν την παραίτηση του υπουργού Επικρατείας, η Ενωση Κεντρώων απομακρύνεται από τον ΣΥΡΙΖΑ, ενώ κυρίαρχη εκτίμηση στην αντιπολίτευση είναι ότι πρόκειται για το σημείο καμπής μετά το οποίο τίποτε δεν θα είναι όπως πριν. Μιλούν δηλαδή για αντίστροφη μέτρηση και εκφράζουν ανησυχίες για το πώς θα διαχειριστεί ο πρωθυπουργός την κατάρρευση της πιο εμβληματικής του προσπάθειας, αυτής που ο ίδιος είχε ονομάσει μάχη κατά της διαπλοκής.

● Τώρα όλα τα μέτωπα είναι ανοιχτά: Με τους δικαστές, με τα κανάλια, με τα κόμματα της αντιπολίτευσης, μπορεί αύριο και με τους πιστωτές, αν αυτή η εριστική διάθεση κυριαρχήσει σε όλα τα επίπεδα.

● Τώρα δεν υπάρχουν βεβαιότητες: Πότε θα συγκροτηθεί το ΕΣΡ, πότε και ποια πρωτοβουλία θα αναλάβει για τη ρύθμιση του τηλεοπτικού τοπίου, πώς θα αντιδράσουν οι ιδιοκτήτες τηλεοπτικών σταθμών στη μεταβατική ρύθμιση που προωθεί η κυβέρνηση, τι θα κάνουν οι υπερθεματιστές του διαγωνισμού που ακυρώθηκε και έχουν αρχίσει τις επενδύσεις, τι θα γίνει με τις προκαταβολές, ποια θα είναι η τύχη της πρότασης της Ν.Δ., τι σημαίνουν όλα αυτά για τον ανασχηματισμό…

Ολα αυτά βρίσκουν την πρωθυπουργό σε μια στιγμή που ούτε μέσα ούτε έξω πάνε καλά τα πράγματα. Το ένα εσωκομματικό πρόβλημα διαδέχεται το άλλο, ενώ τα αρνητικά μηνύματα από την πλευρά των πιστωτών πολλαπλασιάζονται. Η πραγματικότητα δείχνει ότι ήταν ανεδαφική η αισιοδοξία στο Μέγαρο Μαξίμου ότι η κυριαρχία του Αλέξη Τσίπρα θα ενισχυθεί μετά το συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ και ότι η δεύτερη αξιολόγηση θα κλείσει γρήγορα φέρνοντας σύντομα αποφάσεις για το χρέος και την ένταξη στο Πρόγραμμα Ποσοτικής Χαλάρωσης της ΕΚΤ.

Αυτή τη στιγμή η κυβέρνηση είναι εγκλωβισμένη στο θέμα των τηλεοπτικών αδειών και στη διαχείριση μιας κρίσης που δημιούργησε μόνη της, ενώ η στήριξη των εταίρων στην οποία επένδυσε δεν ήταν αυτό που νόμιζε. Μένει η επίσκεψη του Μπαράκ Ομπάμα στις 15 Νοεμβρίου, αντικειμενικά μεγάλης πολιτικής και διπλωματικής σημασίας, που όμως δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα προσφέρει κάτι περισσότερο από μια επικοινωνιακή ανάσα.
Ακόμη και ο θόρυβος γύρω από τον ανασχηματισμό, πότε θα γίνει και τι θα σηματοδοτεί, δεν ευνοεί τον πρωθυπουργό όπως συνήθως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, γιατί αναδεικνύεται η δυσκολία του να ικανοποιήσει ταυτόχρονα το κόμμα, την τρόικα και την κοινωνία – όση τέλος πάντων ενδιαφέρεται.

Ευχή ή πίστη

«Εκλογές το 2019». Το λένε και το ξαναλένε στο Μέγαρο Μαξίμου. Το εύχονται ή το πιστεύουν; Με βάση όσα είναι ορατά, ασφαλείς προβλέψεις δεν υπάρχουν. Οι εκπρόσωποι των πιστωτών στην πρώτη φάση της δεύτερης αξιολόγησης δεν δείχνουν βιασύνη να κλείσουν όλα μέσα στον Νοέμβριο, ενώ από το Βερολίνο τα μηνύματα που εκπέμπονται είναι ότι τίποτα σημαντικό δεν πρόκειται να αποφασιστεί για την απομείωση του ελληνικού δημόσιου χρέους μέχρι τις γερμανικές εκλογές του Σεπτεμβρίου 2017 – και μετά βλέπουμε.

Ο πρωθυπουργός, ωστόσο, κοιτάζει πάντα σε τετραετή ορίζοντα, στην ολοκλήρωση της κυβερνητικής θητείας. Ομως, για να συμβεί αυτό θα πρέπει η χώρα να βρίσκεται τότε σε τροχιά ανάπτυξης και οι στόχοι για χαμηλά πρωτογενή πλεονάσματα να επιτρέπουν το σπάσιμο του κύκλου της λιτότητας ώστε να μπορεί να κάνει ένα θετικό απολογισμό και να μιλήσει για πέρασμα σε μεταμνημονιακή εποχή ανάκαμψης, επενδύσεων και επεκτατικών πολιτικών.

Μέχρι στιγμής τίποτα δεν δείχνει ότι εταίροι και πιστωτές θα κάνουν οτιδήποτε προκειμένου να διευκολύνουν τους κυβερνητικούς σχεδιασμούς. Πιέζουν ασφυκτικά για την κατάθεση του Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος μέχρι το 2020, στο οποίο θα περιλαμβάνονται υψηλά πρωτογενής πλεονάσματα, δηλωτικά συνέχισης της λιτότητας, και τα οποία θα μπορούν να διορθωθούν προς τα κάτω αν η πορεία της οικονομίας το επιτρέψει. Η κυβέρνηση δεν θέλει με τίποτα να συμβεί αυτό και έτσι καθυστερεί η συμφωνία σχετικά με το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα. Αλλά υπάρχουν και άλλα σημάδια που δείχνουν ότι η διαπραγμάτευση δεν εξελίσσεται με ούριο άνεμο. Ξαφνικά οι έξω βρήκαν τα ληξιπρόθεσμα χρέη του Δημοσίου σε ιδιώτες κατά 3 δισ. περισσότερα από εκείνα που έχει αθροίσει η ελληνική πλευρά, δηλαδή συνολικά 8 δισ. ευρώ. Και βέβαια δεν κρύβεται πια η κατάρρευση του ασφαλιστικού συστήματος, με επίκεντρο τον ΟΑΕΕ, που δίνει νέα επιχειρήματα στο ΔΝΤ το οποίο έχει «κολλήσει» με τις μειώσεις συντάξεων τις οποίες συνδέει με τη συμμετοχή του στο ελληνικό πρόγραμμα.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΠΑΝΟΥ

 aspanou@etypos.com

Διαβάστε περισσότερα στην έντυπη έκδοση του Ελεύθερου Τύπου της Κυριακής