ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΑΣΦΥΚΤΙΚΗΣ ΛΙΤΟΤΗΤΑΣ ΕΩΣ ΚΑΙ ΤΟ 2060

Μόνο στα λόγια η έξοδος από τα μνημόνια – Τι αλλάζει και τι δεν αλλάζει από αύριο

19/08/18 • 08:59 | UPD 19/08/18 • 16:34

ΤΑΣΟΣ ΔΑΣΟΠΟΥΛΟΣ

Η πολυαναμενόμενη έξοδος από τα Μνημόνια θα αποδειχθεί «χάρτινη», αφού μετά τα μεγάλα λόγια που θα ειπωθούν, αύριο, η ασφυκτική λιτότητα μοιραία θα παραμείνει με στόχο να υπάρξει ένα συνολικό πρωτογενές πλεόνασμα 101,4% του ΑΕΠ, που αναλύεται σε 17,5% για την πενταετία 2018 – 2022 και 2,2% για άλλα 38 χρόνια έως το 2060.

Τα περίπου 76 δισ. μέτρα που επωμίστηκαν επιχειρήσεις και νοικοκυριά από το 2010 μέχρι και το 2018 είχαν ως στόχο να καλυφθεί το τεράστιο έλλειμμα που έφτασε στο 15,8% του ΑΕΠ το 2009 και το εξωτερικό έλλειμμα που την ίδια εποχή ξεπερνούσε το 17% του ΑΕΠ και οι δανειστές μας (Ε.Ε., ΔΝΤ) να είναι σίγουροι ότι θα πάρουν πίσω τα συνολικά 273,7 δισ. ευρώ που μας έχουν δανείσει από το 2010. Ο στόχος αυτός επιτεύχθηκε με μια συνολική ύφεση από το 2009 μέχρι και το 2017 της τάξης του 25% του ΑΕΠ. Ενδεικτικά θα μπορούσε να αναφέρει κανείς ότι η «εμβληματική» πλέον ύφεση της Αργεντινής την περίοδο 2000-2002 όταν η χώρα βρέθηκε στην προκρούστεια κλίνη του ΔΝΤ είχε αποτέλεσμα μια συνολική ύφεση που δεν ξεπέρασε το 16,5%.

Ενας δεύτερος στόχος που επιτεύχθηκε ήταν η «εσωτερική υποτίμηση» που είχε προαναγγείλει ο πρώην επικεφαλής του ΔΝΤ, Ντομινίκ Στρος-Καν, στον πρώτο μνημονιακό πρωθυπουργό, Γιώργο Παπανδρέου. Οι αμοιβές μειώθηκαν σε όρους καθαρής αγοραστικής δύναμης παραπάνω από 30%.

Αποτέλεσμα των Μνημονίων είναι και η διεθνής καταρράκωση της αξιοπιστίας της Ελλάδας. Τα δύο πρώτα αποτυχημένα Μνημόνια και η συμπεριφορά των ελληνικών κυβερνήσεων με αποκορύφωνα αυτή των ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝ.ΕΛ. με το -αξέχαστο- πρώτο εξάμηνο του 2015 -και παρά την πλήρη συμμόρφωση από τότε και μετά- έπεισαν τους δανειστές ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να μείνει χωρίς επίβλεψη.

Στην κατεύθυνση αυτή, οι όροι και οι προϋποθέσεις που θα κινηθεί η Ελλάδα τα επόμενα χρόνια μέχρι και τις αρχές του 2023 είναι οι χειρότεροι από αυτούς που έχουν επιβληθεί σε χώρα η οποία ολοκλήρωσε ένα πρόγραμμα διάσωσης. Τα επίσημα επιχειρήματα ήταν ότι η Ελλάδα έχει δανειστεί περισσότερο από κάθε άλλη χώρα που μπήκε σε πρόγραμμα διάσωσης (273,4 δισ. ευρώ από Ε.Ε. και ΔΝΤ) και επιπλέον ευεργετήθηκε και με ένα πακέτο μέτρων για την ελάφρυνση του χρέους της.

Με όλα αυτά τα δεδομένα η Ελλάδα ήταν και θα παραμείνει για πολλά χρόνια ακόμη ο «μεγάλος ασθενής» της ευρωζώνης, ο οποίος θα είναι υπό συνεχή παρακολούθηση για τον κίνδυνο… υποτροπής.

ΤΙ ΔΕΝ ΘΑ ΑΛΛΑΞΕΙ ΣΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ ΜΑΣ

Υπάρχουν πέντε συν ένας τομείς που δεν θα αλλάξει η τυπική ολοκλήρωση του τρίτου Μνημονίου.

Συγκεκριμένα:

• Το πλαίσιο εποπτείας. Τις τρίμηνες αξιολογήσεις του Μνημονίου θα διαδεχθούν οι… τρίμηνες αξιολογήσεις της ενισχυμένης εποπτείας που αποφασίστηκε στο Eurogroup του Ιουνίου. Είναι αλήθεια ότι η εποπτεία δεν θα έχει νέα μέτρα και θα περιορίζεται στην παρακολούθηση έξι βασικών τομέων: τη δημοσιονομική κατάσταση, την κοινωνική πολιτική, τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, τις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, τις αποκρατικοποιήσεις και τη δημόσια διοίκηση. Τα ίδια βασικά κεφάλαια που είχε κάθε συμπληρωματικό Μνημόνιο από το 2010. Μάλιστα, θα υπάρχει και ένα «υβριδικό» σύστημα δόσεων αντί των κλασικών δόσεων που υπήρχαν έως τώρα. Τα χρήματα που θα δίνονται από τους δανειστές θα είναι σχετικά λίγα, περίπου 1,2 δισ. το χρόνο (600 εκατ. ευρώ το εξάμηνο) από το 2019 έως το 2022, ώστε να συμπληρωθεί το ποσό των 4,8 δισ. ευρώ από τα κέρδη των ελληνικών ομολόγων που είχαν από το 2010 οι κεντρικές τράπεζες.

Τα υπόλοιπα χρήματα που θα χρειάζεται η Ελλάδα θα αντλούνται από τις αγορές χρήματος. Ωστόσο, το κόστος τους θα καθορίζεται εκτός από τη συγκυρία και από τις τρίμηνες εκθέσεις απόδοσης που θα εκδίδει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε συνεργασία με την ΕΚΤ, τον ΕΜΣ και φυσικά το ΔΝΤ. Μια κακή έκθεση απόδοσης θα έχει αρνητικό αντίκτυπο και στο κόστος δανεισμού από τις αγορές.

• Ο έλεγχος κάθε νέου μέτρου από τους δανειστές. Μέσα στα Μνημόνια κάθε μέτρο που είχε άμεσα ή έμμεσα δημοσιονομικό αποτέλεσμα θα έπρεπε να εγκριθεί από τους θεσμούς πριν εφαρμοστεί. Το ίδιο θα ισχύει και στη μετά τα Μνημόνια εποχή, αφού προτεραιότητα θα συνεχίσει να έχει η σίγουρη υλοποίηση των δημοσιονομικών στόχων. Συνεπώς, η οικονομική πολιτική θα συνεχίσει να καθορίζεται από τους δανειστές.

• Τα «κύματα» νέων φορολογικών μέτρων. Μετά το τελευταίο άγριο κύμα φορολογικών μέτρων το 2016, το 2017 και το 2018 το καθαρό ποσό των εσόδων από άμεσους φόρους είτε παγώνει είτε εμφανίζει μικρή μείωση και αυτό αναμένεται και τα επόμενα χρόνια όπως αποτυπώνεται στο Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2019 -2022.

Παρά τη φορολογική εξάντληση επιχειρήσεων και νοικοκυριών που αποτυπώνεται και στα ληξιπρόθεσμα στην εφορία, που έχουν ξεπεράσει προ πολλού τα 100 δισ. ευρώ (έστω και αν μέρος είναι ανεπίδεκτα είσπραξης), υπάρχουν νέα μέτρα που έρχονται. Η περικοπή του αφορολογήτου το 2020 είναι το τελευταίο επίσημο μέτρο του προγράμματος και αναμένεται να φέρει εκκαθαριστικά αυξημένα κατά 475 ευρώ, εκκαθαριστικά φόρου σε μισθωτούς συνταξιούχους και κατ’ επάγγελμα αγρότες.

Κρυφό χαρτί, και μάλιστα με υπερβολικές προσδοκίες για την απόδοσή του, είναι η λειτουργία του περίφημου περιουσιολογίου, που αναμένεται να αποκαλύψει κρυφές περιουσίες. Μάλιστα, μέσω του περιουσιολογίου θεωρείται ότι μπορεί να επιτευχθεί η διεύρυνση της βάσης του ΕΝΦΙΑ (ίσως από το 2019 αφού υπάρχει διάθεση για επίσπευση του μέτρου) κάνοντας πιο δίκαιο το φόρο.

Στο τελευταίο δελτίο του ΣΟΕ υπήρχε εκτενής θετική αναφορά στην έκθεση του ΔΝΤ και μετάβαση από την υψηλή φορολογία σε ένα σύστημα που θα βοηθά την ανάπτυξη. Μέσα στις προτάσεις του Ταμείου υπάρχει και αυτή που θέλει τη μείωση του υψηλού συντελεστή ΦΠΑ από το 24% σήμερα με την αντικατάστασή του όμως με ένα μοναδικό συντελεστή σε όλα τα προϊόντα και τις υπηρεσίες.

Την ίδια ώρα η προσπάθεια καταπολέμησης της φοροδιαφυγής, παρά τα μεγάλα λόγια, μένει ακόμη στα χαρτιά.

• Η παράλληλη σκληρή… φορολογία μέσω ασφαλιστικού. Ο κύκλος της δεύτερης φορολογίας μέσω ασφαλιστικών εισφορών αναλογικών των εισοδημάτων που θέσπισε ο νόμος Κατρούγκαλου θα πρέπει να συνεχιστεί για να καλυφθούν οι απώλειες απ’ όσους δεν μπορούν να ανταποκριθούν.

Το ασφαλιστικό έδωσε υπερπλεονάσματα που έχουν ξεπεράσει τα 4 δισ. ευρώ τη διετία 2016 -2017 λόγω παρεμβάσεων που εξασφαλίζουν αυξημένες εισφορές -από χρόνο σε χρόνο- αλλά σύντομα και αυτό τελειώνει. Οι καθυστερούμενες συντάξεις συνεχίζουν να συσσωρεύονται, ενώ το χρέος στα ασφαλιστικά ταμεία έχει φτάσει τα 33,5 δισ. ευρώ. Την ίδια ώρα οι ελεύθεροι επαγγελματίες έχουν αρχίσει να κρύβουν συστηματικά εισοδήματα για να μην πληρώνουν ασφαλιστικές εισφορές, ενώ από τις νέες προσλήψεις οι μισές είναι μερικής απασχόλησης και οι άλλες μισές με μισθούς όχι μεγαλύτερους από τον κατώτερο μισθό των 586 ευρώ. Με δεδομένη τη συνταξιοδότηση όσων παίρνουν σήμερα υψηλό μισθό και την αντικατάστασή τους με χαμηλόμισθους, το μέλλον των ασφαλιστικών εισφορών φαντάζει δυσοίωνο. Αν δεν γίνουν -όπως ευαγγελίζεται η κυβέρνηση- οι περικοπές στις συντάξεις το 2019 και αν δεν παγώσει επ’ αόριστον το ύψος των συντάξεων σε χαμηλά επίπεδα τα πλεονάσματα του ΕΦΚΑ και κατά συνέπεια τα πλεονάσματα της τάξης του 5,2% του ΑΕΠ για το 2022 που προαναγγέλλονται δεν θα γίνουν ποτέ πραγματικότητα.

• Το χάσμα μεταξύ αμοιβών κόστους ζωής. Παρά τις υποσχέσεις για αύξηση του κατώτερου μισθού, όλοι γνωρίζουν ότι αυτό θα γίνει σταδιακά σε ορίζοντα χρόνου και θα ισχύσει άμεσα μόνο για το Δημόσιο. Μετά από 8,5 χρόνια κρίσης η αγορά έχει αυτορρυθμιστεί σε χαμηλές αμοιβές και θέσεις εργασίας κυρίως μερικής απασχόλησης με πλήρη ελευθερία στον καθορισμό του κατώτερου μισθού. Η επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων με τις κατάλληλες προσθήκες των δανειστών σε καμία περίπτωση δεν θα οδηγεί σε οριζόντιες αυξήσεις αλλά μόνο στοχευμένες που θα δίνονται με απαραίτητη και τη συναίνεση των εργοδοτών.

Από την άλλη, ενώ οι αμοιβές θα παραμένουν πρακτικά παγωμένες για πολλά χρόνια και νέοι ειδικοί φόροι κατανάλωσης που επιβλήθηκαν τα τελευταία χρόνια και ο ΦΠΑ θα είναι πολύ δύσκολο να μειωθούν, αφού και η φοροδιαφυγή είναι ακόμη πολύ υψηλή (3 στα 10 ευρώ του ΦΠΑ συνεχίζουν να χάνονται) και τα έσοδά τους δεν μπορούν να αντικατασταθούν από άλλες πηγές, αφού όλα τα προϊόντα και οι υπηρεσίες έχουν ήδη υπερφορολογηθεί.

Στην υπερφορολόγηση θα προστεθεί και μια πρακτικά ανεξέλεγκτη αγορά προϊόντων και υπηρεσιών που δεν ρυθμίστηκε ούτε και την περίοδο των Μνημονίων, η οποία θα αυξάνει το κόστος ζωής καθιστώντας βασικά αγαθά προνόμιο των ευκατάστατων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η έξαρση των βραχυχρόνιων μισθώσεων μέσω Airbnb που έχει εκτοξεύσει τα ενοίκια στο κέντρο της Αθήνας, καθώς και στα νησιά.

• Η χρηματοδοτική ένδεια των τραπεζών. Η Τράπεζα της Ελλάδος μετά από την παρότρυνση των δανειστών έχει ήδη βάλει ψηλά το δείκτη για την εκκαθάριση των «κόκκινων» δανείων.

Οι ρευστοποιήσεις μέσω πλειστηριασμών συνεχίζουν να βρίσκονται χαμηλότερα από το αναμενόμενο επίπεδο. Στόχος είναι έως τα τέλη του 2019 το ύψος των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων να μειωθεί στα 64,6 δισ. ευρώ και ο αντίστοιχος δείκτης να διαμορφωθεί στο 35,2%.

Από την άλλη, από τα 115 δισ. ευρώ των καταθέσεων που έχουν μεταναστεύσει από τις αρχές του 2010 με αποκορύφωμα τα 45 δισ. που έφυγαν το πρώτο εξάμηνο του 2015 έχουν επιστρέψει περίπου 15 -17 δισ. ευρώ. Περίπου οι μισές καταθέσεις Ελλήνων μένουν εκτός Ελλάδος και τα capital controls βρίσκονται σε ισχύ εδώ και τρία χρόνια με άγνωστη ημερομηνία λήξεως.

Συνεπώς, οι τράπεζες θα μπουν σε μια κούρσα πωλήσεων πακέτων δανείων αφήνοντας για αργότερα σχέδια για ενίσχυση της πιστωτικής επέκτασης σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά.

ΤΙ ΘΑ ΑΛΛΑΞΕΙ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ ΑΠΟ ΑΥΡΙΟ

Υπάρχουν όμως και πράγματα που θα αλλάξουν από αύριο.

Συγκεκριμένα:

• Το πρώτο είναι ότι θα χαθούν οριστικά περίπου 24 δισ. φθηνής χρηματοδότησης από τον ESM. Το πρόγραμμα ολοκληρώνεται και από το δάνειο των 86 δισ. ευρώ που εξασφάλισε η Ελλάδα το 2015 έχει υπόλοιπο 24,1 δισ. ευρώ. Οσο ακριβώς είναι και το μικτό απόθεμα ασφαλείας που έχει πλέον η Ελλάδα. Μαζί με τα 10,1 δισ. ευρώ που ανακλήθηκαν το 2015 από τον πρόγονο του ESM, τον ΕFSF, λόγω της μη ολοκλήρωσης του δεύτερου προγράμματος. Η Ελλάδα έχει χάσει συνολικά 34,2 δισ. ευρώ χαμηλότοκων δανείων από το βασικό χρηματοδοτικό μηχανισμό της Ε.Ε.

• Αίρεται το waiver για τα ελληνικά ομόλογα. Εδώ και μία εβδομάδα έχει ανακοινωθεί η απόφαση για άρση της εξαίρεσης που ίσχυε για τα ελληνικά ομόλογα τα οποία γίνονταν αποδεκτά από την Κεντρική Τράπεζα του Ευρώ για τη χρηματοδότηση των ελληνικών τραπεζών. Η απώλεια χρηματοδότησης για τις τέσσερις μεγαλύτερες εμπορικές τράπεζες υπολογίζεται ότι θα είναι περίπου 4 δισ. ευρώ.

• Η Ελλάδα δεν θα ενταχθεί ποτέ στην ποσοτική χαλάρωση. Αμεση συνέπεια της άρσης του waiver είναι ότι η χαμηλή πιστοληπτική διαβάθμιση της Ελλάδας δεν επιτρέπει στην ΕΚΤ να εντάξει την Ελλάδα στο πρόγραμμα αγοράς κρατικών ομολόγων που θα μειωθεί σημαντικά τον Σεπτέμβριο για να ολοκληρωθεί στο τέλος του χρόνου.

• Η Ελλάδα ξαναβγαίνει στην αρένα των αγορών. Υστερα από οκτώμισι χρόνια αναμονής και κάποιων προστατευμένων δοκιμαστικών εκδόσεων εκπληρώνεται η προσδοκία για δανεισμό από τις αγορές. Αυτό όμως γίνεται υπό μία δυσμενή διεθνή συγκυρία. Η πολιτική αστάθεια στην Ιταλία, η νομισματική κρίση στην Τουρκία και ο εμπορικός πόλεμος των ΗΠΑ εναντίον… όλων έχουν ήδη χτυπήσει τα ελληνικά ομόλογα που περιμένουν τις καλύτερες μέρες για να αυξήσουν τη ρευστότητά τους.
Το μαξιλάρι των 24,1 δισ. ευρώ ήταν μια καλή σκέψη αλλά όχι πανάκεια, αφού αν καταλάβουν οι αγορές ότι η Ελλάδα τρώει μόνο από τα έτοιμα θα την οδηγήσουν σε ένα νέο πρόγραμμα διάσωσης το 2022 όταν ο κουμπαράς θα έχει αδειάσει.

Από την έντυπη έκδοση του Ελεύθερου Τύπου της Κυριακής