Άνθρακας ο θησαυρός από τις λίστες

Αυταπάτη των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ και η πάταξη της φοροδιαφυγής

29/06/18 • 10:42 | UPD 29/06/18 • 10:42

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΛΑΙΤΣΑΚΗΣ

Tέλος στις προσδοκίες για την είσπραξη σημαντικού ύψους εσόδων από τους φορολογικούς ελέγχους δεκάδων χιλιάδων Ελλήνων μεγαλοκαταθετών του εξωτερικού που περιλαμβάνονται στις λίστες Λανγκάρντ, Μπόργιανς και «εμβασμάτων εξωτερικού» έβαλαν οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ.

Στοιχεία-σοκ που κατατέθηκαν πρόσφατα στη Βουλή επιβεβαιώνουν ότι, εξαιτίας του… μπαράζ παραγραφών που έλαβε χώρα το 2017 με τη βοήθεια της ηγεσίας του υπουργείου Οικονομικών, ελάχιστοι έλεγχοι φορολογικών υποθέσεων που περιλαμβάνονται στις λίστες αυτές είναι πλέον δυνατό να διενεργηθούν και ότι από δω και στο εξής τα έσοδα που θα βεβαιώνονται και θα εισπράττονται από τους όποιους ελέγχους ολοκληρώνονται επί των υποθέσεων αυτών θα είναι… αμελητέα.

Τα στοιχεία αυτά αποκαλύπτουν επίσης ότι, εξαιτίας των καθυστερήσεων στην έναρξη των ελέγχων αυτών, οι οποίες μεθοδεύτηκαν από τη σημερινή κυβέρνηση, οι υποθέσεις μεγαλοκαταθετών που κατέστη δυνατό να ελεγχθούν κατά το χρονικό διάστημα από το 2014 μέχρι και το τέλος Μαρτίου 2018 δεν υπερβαίνουν το 6% του συνόλου των 38.000 υποθέσεων, ενώ τα έσοδα που τελικά εισπράχθηκαν ήταν απελπιστικά πενιχρά, καθώς ανήλθαν μόλις σε 114,4 εκατ. ευρώ!

Μετ’ εμποδίων

Οι εγγενείς αδυναμίες του φοροελεγκτικού μηχανισμού, που φαίνεται ότι δεν ήθελε να αντιμετωπίσει η κυβέρνηση, αλλά και ορισμένες νομοθετικές και νομικές μεθοδεύσεις της ίδιας της ηγεσίας του υπουργείου Οικονομικών είχαν ως συνέπεια να καθυστερήσουν οι έλεγχοι, να παραγραφούν οι περισσότερες υποθέσεις και, εν τέλει, να απαλλαγούν οριστικά χιλιάδες οικονομικά ισχυροί Έλληνες φορολογούμενοι από την επιβολή φόρων και προστίμων σημαντικού ύψους! Συγκεκριμένα:

1. Με αλλεπάλληλες νομοθετικές ρυθμίσεις που διαμορφώθηκαν από το υπουργείο Οικονομικών, δρομολογήθηκαν άσκοπες και χρονοβόρες διαδικασίες «αναδιαρθρώσεων» φοροελεγκτικών υπηρεσιών που είχαν ως συνέπεια χιλιάδες φάκελοι και ηλεκτρονικά αρχεία που αφορούν σε υποθέσεις μεγαλοκαταθετών του εξωτερικού να βρίσκονται διαρκώς τα τελευταία τρία χρόνια σε διαδικασία… «μετακόμισης» από τη μία υπηρεσία στην άλλη. Έτσι, χάθηκε πολύτιμος χρόνος και πολλές υποθέσεις κατέστη αδύνατον να ελεγχθούν ή άρχισαν να ελέγχονται με μεγάλη καθυστέρηση. Ήδη, δε, πολλές από τις υποθέσεις αυτές έχουν παραγραφεί. Οι «αναδιαρθρώσεις» που συνέβαλαν στην παραγραφή πολλών υποθέσεων ξεκίνησαν το 2015 με βάση «μνημονιακές» νομοθετικές ρυθμίσεις που υπαγορεύτηκαν από τους δανειστές, έγιναν άμεσα αποδεκτές από την ηγεσία του υπουργείου Οικονομικών και την τότε λειτουργούσα ΓΓΔΕ και προέβλεπαν την αποψίλωση του ΣΔΟΕ από τις αρμοδιότητες διενέργειας φορολογικών και τελωνειακών ελέγχων και τη μεταφορά των αρμοδιοτήτων τους αυτών σε υπηρεσίες της ΑΑΔΕ. Οι χρονοβόρες «αναδιαρθρώσεις» συνεχίζονται και σήμερα με άλλες «μνημονιακές» νομοθετικές ρυθμίσεις, που ήδη εφαρμόζονται και προβλέπουν τη δημιουργία μιας νέας ελεγκτικής υπηρεσίας, η οποία θα αναλάβει να διεκπεραιώνει τους φορολογικούς ελέγχους που διατάσσονται κατόπιν εισαγγελικών παραγγελιών.

2. Οι αποφάσεις του ΣτΕ οι οποίες εκδόθηκαν το 2017 προέβλεπαν αφενός την ακύρωση όλων των νομοθετικών ρυθμίσεων με τις οποίες παρατάθηκαν προθεσμίες παραγραφής φορολογικών υποθέσεων και αφετέρου τον δραστικό περιορισμό του δικαιώματος του Δημοσίου να παρατείνει την προθεσμία παραγραφής των φορολογικών υποθέσεων από τα 5 στα 10 έτη. Οι αποφάσεις αυτές ερμηνεύτηκαν νομικά με τρόπο άκρως ευνοϊκό για τους υπό έλεγχο μεγαλοκαταθέτες του εξωτερικού με αποτέλεσμα να οδηγηθούν σε άμεση παραγραφή χιλιάδες υποθέσεις που περιλαμβάνονται στις 3 μεγάλες λίστες.

Ομολογία

Εξαιτίας των παραπάνω εξελίξεων, πολλές από τις υποθέσεις μεγαλοκαταθετών του εξωτερικού, οι οποίες ελέγχθηκαν ήδη, παραγράφηκαν εκ των υστέρων και οι πράξεις επιβολής φόρων και προστίμων ακυρώθηκαν, ενώ χιλιάδες άλλες υποθέσεις οι οποίες παρέμεναν για πολύ μεγάλο διάστημα ανέλεγκτες, εξαιτίας των καθυστερήσεων στην έναρξη των ελέγχων, παραγράφηκαν οριστικά (πριν καν ξεκινήσουν οι έλεγχοι)!

Τα τραγικά αυτά γεγονότα επιβεβαιώνονται από τα στοιχεία που κατατέθηκαν στις 17 Μαΐου 2018 στη Βουλή από την ίδια την ΑΑΔΕ με έγγραφο στο οποίο επιχειρήθηκε να απαντηθεί ερώτηση κοινοβουλευτικού ελέγχου του τομεάρχη Οικονομικών και βουλευτή Φθιώτιδος της Νέας Δημοκρατίας Χρ. Σταϊκούρα. Από τα στοιχεία του εγγράφου της ΑΑΔΕ, τα οποία παρουσιάζει ο «Ε.Τ.», προκύπτει ότι μετά την 31η-12-2017 επήλθε όντως παραγραφή χιλιάδων υποθέσεων που περιλαμβάνονται στις λίστες Λανγκάρντ, Μπόργιανς και «εμβασμάτων εξωτερικού», οπότε οι έλεγχοι που μπορούν να διενεργηθούν μετά την ημερομηνία αυτή σε υποθέσεις αυτής της κατηγορίας είναι ελάχιστοι.

Τα στοιχεία δείχνουν συγκεκριμένα ότι κατά το πρώτο τρίμηνο του 2018 (από την 1η/1/2018 έως την 31/3/2018):

* Οι έλεγχοι που ξεκίνησαν σε υποθέσεις που περιλαμβάνονται στις 3 μεγάλες λίστες μεγαλοκαταθετών ήταν μόλις 403 ενώ οι έλεγχοι σε υποθέσεις μεγαλοκαταθετών που ολοκληρώθηκαν ήταν μόλις 120.

* Τα έσοδα που βεβαιώθηκαν από τους ελέγχους στις λίστες μεγαλοκαταθετών ανέρχονται μόλις σε 8.807.375,62 ευρώ, ενώ τα έσοδα που εισπράχθηκαν ήταν μόλις 7.090.480,91 ευρώ!

Απολογισμός…

Συνολικά, βάσει των στοιχείων του εγγράφου της ΑΑΔΕ, από το 2014 μέχρι και τις 31-3-2018, τα έσοδα που έχει καταφέρει να εισπράξει το Δημόσιο από τους φορολογικούς ελέγχους σε φυσικά πρόσωπα τα οποία περιλαμβάνονται στις λίστες Λανγκάρντ, Μπόργιανς και «εμβασμάτων εξωτερικού» ανέρχονται μόλις σε 114,39 εκατ. ευρώ! Ο αριθμός των περιπτώσεων που ελέγχθηκαν όλο αυτό το διάστημα ανέρχεται σε 2.265, δηλαδή φθάνει μόλις το 6% του συνόλου των 38.000 υποθέσεων οι οποίες είναι καταγεγραμμένες στις εν λόγω λίστες, ενώ το ποσό των φόρων, των προστίμων και των προσαυξήσεων που βεβαιώθηκε αρχικά από τους ολοκληρωμένους ελέγχους ανέρχεται σε 927,84 εκατ. ευρώ. Κατά μέσο όρο σε κάθε υπόθεση που ελέγχθηκε βεβαιώθηκαν φόροι και πρόστιμα ύψους 409.644 ευρώ, γεγονός που σημαίνει ότι, εάν οι έλεγχοι δεν καθυστερούσαν τόσο πολύ να ολοκληρωθούν, οι υποθέσεις δεν παραγράφονταν και ο αριθμός των ολοκληρωμένων ελέγχων ήταν μέχρι τώρα διπλάσιος, το συνολικό ποσό που θα μπορούσε να είχε βεβαιωθεί και να διεκδικείται ήδη προς είσπραξη από το Δημόσιο ξεπερνά τα 1,8 δισ. ευρώ, όσο ακριβώς θα κοστίσει στις τσέπες εκατομμυρίων μισθωτών, συνταξιούχων και κατ’ επάγγελμα αγροτών η μείωση του αφορολογήτου!

Από την έντυπη έκδοση του Ελεύθερου Τύπου