25/02/18 • 07:00 | UPD 25/02/18 • 08:32

Υπόθεση Novartis: Επικοινωνιακή αντεπίθεση της κυβέρνησης μετά το «βατερλό» στη Βουλή

Σε πλήρη εξέλιξη βρίσκεται η επιχείρηση επικοινωνιακής αντεπίθεσης της κυβέρνησης, μετά την κοινοβουλευτική ήττα που υπέστη την περασμένη Τετάρτη στη Βουλή σε μία πολιτική σύγκρουση είκοσι ωρών, όπου αλλιώς τα υπολόγιζε το κυβερνητικό επιτελείο και αλλιώς κατέληξαν τα πράγματα.

Ο ξεκάθαρα αρνητικός απολογισμός για την κυβερνητική πλειοψηφία οδήγησε σε νέες ακραίες επιθέσεις στελεχών του στενού πυρήνα του πρωθυπουργού (Π. Πολάκης, Ν. Καρανίκας, Θ. Καρτερός) αλλά και φιλοκυβερνητικών sites κατά στελεχών της αντιπολίτευσης, στο πλαίσιο μιας συντονισμένης προσπάθειας αντιστροφής της πραγματικότητας.

Ο Παναγιώτης Πικραμμένος και ο Αντώνης Σαμαράς βρέθηκαν στο επίκεντρο νέων επιθέσεων, αόριστες και γενικόλογες απειλές για «νέες αποκαλύψεις κατά πολιτικών, δημοσιογράφων που τα έπαιρναν από τη Novartis» ακόμα και για νέες προανακριτικές εκτοξεύονται ξανά προς όλες τις κατευθύνσεις, την ίδια ώρα που η πραγματική συζήτηση στο εσωτερικό της κυβέρνησης και του ΣΥΡΙΖΑ έχει να κάνει με την καταμέτρηση των ζημιών και την επιχείρηση ανασύνταξης που έχει άμεση ανάγκη το κυβερνών κόμμα, πριν η υπόθεση Novartis γυρίσει οριστικά μπούμερανγκ.

Ο πολιτικός σχεδιασμός του Μαξίμου βγήκε εκτός πορείας και μία σειρά από στόχους που είχε βάλει ο Αλέξης Τσίπρας δεν επετεύχθη.

Η κυβερνητική πλειοψηφία ψήφισε υπέρ της παραπομπής των δέκα φερόμενων ως εμπλεκομένων στην υπόθεση Novartis σε προανακριτική επιτροπή μαζί με το ΚΚΕ, τη Χρυσή Αυγή και κάποιους βουλευτές από την ομάδα των ανεξαρτήτων, ενώ είχε σχεδόν σίγουρο ότι η πρόταση θα υπερψηφιζόταν από Ν.Δ., Δημοκρατική Συμπαράταξη και Ποτάμι, ξεπερνώντας τις 250 ψήφους. Σκοπός του κ. Τσίπρα και του επιτελείου του ήταν η πρόταση για προανακριτική στην υπόθεση Novartis να συγκεντρώσει ευρεία πλειοψηφία, αντίστοιχη με τη συμφωνία με τους θεσμούς το 2015, για δύο λόγους:

1. Για να μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να στρέφει εναντίον των κομμάτων της αντιπολίτευσης την ίδια τους την ψήφο, χρησιμοποιώντας το επιχείρημα της ευρείας πλειοψηφίας κάθε φορά που θα διατυπώνονταν ενστάσεις για την προανακριτική επιτροπή, όπως έκανε για τη συμφωνία με τους θεσμούς ο πρωθυπουργός εντός και εκτός Βουλής.

2. Για να μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να συντηρεί το κλίμα περί ανοικτών διαύλων και δήθεν συνεννόησης με κομμάτια της Ν.Δ. και της Δημοκρατικής Συμπαράταξης, που έφταναν ως και σε υποθετικά σενάρια για ανακατατάξεις στα κόμματα και συμφωνίες για προεκλογικές ή μετεκλογικές συνεργασίες του ΣΥΡΙΖΑ.

Η προσπάθεια του Μαξίμου να δείξει ότι συνομιλεί και συνεννοείται με την πτέρυγα των «καραμανλικών» στη Ν.Δ. φέρνοντας σε δύσκολη θέση τον Κυριάκο Μητσοτάκη ή ότι έχει ανοικτό δίαυλο επικοινωνίας με τη Φώφη Γεννηματά και τον Γιώργο Παπανδρέου, απομονώνοντας κορυφαία στελέχη όπως ο Ευάγγελος Βενιζέλος, που ξεκάθαρα και δημόσια τάσσονται κατά του διαλόγου ΣΥΡΙΖΑ – Δημοκρατικής Συμπαράταξης, δεν έχει πλέον έδαφος, τουλάχιστον στο ορατό μέλλον. Από την περασμένη Τετάρτη, τα σενάρια αυτά ακυρώθηκαν και η ακραία και συνεχιζόμενη επίθεση του ΣΥΡΙΖΑ μείωσε την απόσταση ανάμεσα στη Ν.Δ., τη Δημοκρατική Συμπαράταξη και το Ποτάμι.

Με το εύρημα της φράσης «ναι στην προανακριτική, όχι στη σκευωρία» η Νέα Δημοκρατία κατάφερε να ξεπεράσει τη δοκιμασία στην οποία είχε επενδύσει η κυβερνητική πλειοψηφία, για να εμφανίσει ρωγμές στην ψηφοφορία, κυρίως για τον κ. Σαμαρά και τον κ. Γεωργιάδη.

Αντιστοίχως, με το εύρημα του δικού της άκυρου ψηφοδελτίου στην κάλπη, που περιείχε το μήνυμα «ναι στην προανακριτική που θα ερευνήσει πραγματικά, αλλά όχι σε αυτήν που συγκροτεί η κυβέρνηση», η Δημοκρατική Συμπαράταξη κατάφερε να υπερβεί το εμπόδιο που πήγε να της βάλει ο κ. Τσίπρας, δηλαδή κάποιοι βουλευτές της να ψηφίσουν υπέρ της παραπομπής Βενιζέλου και Λοβέρδου.

Η αντιπολίτευση κατάφερε από τη μία να παραδεχθεί πολιτικά ότι υπάρχει σκάνδαλο Novartis και από την άλλη να ενωθεί πίσω από τη θέση ότι η κυβέρνηση δεν έχει σκοπό την πραγματική διερεύνησή του και αυτή η θέση της να έχει απήχηση στην κοινή γνώμη.

Νέα Δημοκρατία και Δημοκρατική Συμπαράταξη και Ποτάμι βρέθηκαν μετά από καιρό στην ίδια πλευρά.

Το ΚΚΕ από θέση αρχής ψήφισε χθες υπέρ της προανακριτικής, αλλά είναι έτοιμο να αποχωρήσει αν διαπιστώσει ότι η προανακριτική δεν προχωρά στην έρευνα της υπόθεσης Novartis, ενώ σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υπολογιστεί ως συνομιλητής του ΣΥΡΙΖΑ.

Η Ενωση Κεντρώων, από την πλευρά της, έχει από καιρό πάρει σαφείς αποστάσεις από τους Τσίπρα-Καμμένο και έδειξε και χθες ότι δεν έχει τάσεις επαναπροσέγγισης.

Αντιστοίχως, η περιρρέουσα ατμόσφαιρα περί ανακατατάξεων στα κόμματα της αντιπολίτευσης και προσέγγισης προσώπων ή κομμάτων προς τον ΣΥΡΙΖΑ με σκοπό τη διεύρυνσή του επλήγη άμεσα. Βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, με συνεχή παρουσία στη Βουλή, γνωστός για τη μετριοπάθειά του, έλεγε το μεσημέρι της περασμένης Πέμπτης ότι ενώ υπήρχαν βουλευτές άλλων κομμάτων που έβλεπαν με θετικό μάτι τη συνεργασία τους με τον ΣΥΡΙΖΑ, στο μοντέλο της Θεοδώρας Μεγαλοοικονόμου της Ενωσης Κεντρώων, μετά τη συζήτηση της Τετάρτης θα κάνουν πίσω. Η ίδια πηγή δεν θεωρεί τυχαία, για παράδειγμα, τη δήλωση του βουλευτή του Ποταμιού Σπύρου Δανέλλη, ο οποίος δήλωσε την Παρασκευή ότι δεν πρόκειται να πάει στον ΣΥΡΙΖΑ, όπως του καταλογίζουν, εξαιτίας της θέσης του υπέρ της λύσης του ονοματολογικού των Σκοπίων, και τη συνδέει με ένα κύμα απομάκρυνσης δυνητικών συνομιλητών του ΣΥΡΙΖΑ. «Ο Δανέλλης συζητείται και γράφεται ότι μιλά με τον ΣΥΡΙΖΑ και είναι πιθανό να ενταχθεί στη δύναμη του ΣΥΡΙΖΑ, πάνω από ένα μήνα. Τώρα όμως βγήκε να ξεκαθαρίσει δημοσίως το θέμα», έλεγε ενδεικτικά.

Αν επικρατήσει το σενάριο για προανακριτική ενός μηνός και επιστροφή της υπόθεσης στη Δικαιοσύνη, η κυβερνητική πλειοψηφία θα βρεθεί στη θέση να πρέπει να αποδείξει τους προηγούμενους ισχυρισμούς της, ενώ θα έχει επιστρέψει στο κλίμα πολιτικής απομόνωσής της, παρά τις προσπάθειες των περασμένων μηνών να διεμβολίσει Ν.Δ. και Δημοκρατική Συμπαράταξη.

Ωστόσο, μετά τη συζήτηση στη Βουλή η πίεση στην κυβέρνηση να αποδείξει τους ισχυρισμούς της για την ενοχή κάποιων εκ των φερόμενων ως εμπλεκόμενων προσώπων στην υπόθεση Novartis είναι ιδιαίτερα αυξημένη.

Εσωκομματικές αντιδράσεις κάτω από το… χαλί της παραπομπής

Από την ανάλυση της ψηφοφορίας προκύπτει ότι η κοινοβουλευτική πλειοψηφία μόνο συμπαγής δεν ήταν στη μυστική ψηφοφορία για την παραπομπή των δέκα πολιτικών προσώπων σε προανακριτική.

Βεβαίως, το γεγονός ότι τελικώς παραπέμφθηκαν και οι δέκα της κυβερνητικής πρότασης και δεν υπήρξε μη παραπομπή για κάποιον που αυτομάτως θα δημιουργούσε μείζον πολιτικό ζήτημα για την κυβέρνηση και κυρίως για τον ΣΥΡΙΖΑ, συνέβαλε στο να μη δημιουργηθεί θέμα, το ζήτημα όμως υπήρξε και καταγράφηκε.

Το σύνολο των ψήφων ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝ.ΕΛ., ΚΚΕ, Χρυσής Αυγής, μείον τις τρεις γνωστές δικαιολογημένες απουσίες των Μπαλτά, Βαρδαλή και Κόλλια-Τσαρουχά, ήταν 182. Με δεδομένο ότι οι κοινοβουλευτικές ομάδες του ΚΚΕ και της Χρυσής Αυγής ψήφισαν «en bloc», οι διαρροές που καταγράφηκαν στον κ. Πικραμένο (170) και κυρίως στον κ. Σαλμά (159) αφορούν στις Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝ.ΕΛ. Και αν σε ό,τι αφορά τον κ. Σαλμά, ο κ. Καμμένος έδωσε γραμμή για μη παραπομπή, ακόμα και αν όλοι οι βουλευτές την ακολούθησαν, τίθεται θέμα για αρκετούς βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ που «έσπασαν» την κυβερνητική γραμμή. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς, τουλάχιστον δώδεκα στην περίπτωση Πικραμένου και 14-23 στην περίπτωση Σαλμά. Οι γνωρίζοντες το εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ διαβεβαιώνουν ότι η στάση αυτή δεν αφορούσε σε «ψήφο συνείδησης», δεν είχε δηλαδή μόνο προσωπικό χαρακτήρα, αλλά συντονισμένη καταγραφή διαφωνίας της μειοψηφίας του κόμματος, που εκφράζεται κυρίως από τους «53+».

Στην κατεύθυνση αυτή σημειώνουν το άρθρο του βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ και σημαίνοντος στελέχους των «53+» Χριστόφορου Παπαδόπουλου στην «Εφημερίδα των Συντακτών» (παραμονές της συζήτησης στη Βουλή), ο οποίος σημείωνε ότι η σκανδαλολογία δεν ταιριάζει στην Αριστερά αλλά και ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να υποστηρίζει ότι λόγω Novartis ήρθαν τα Μνημόνια!

Το κλίμα διαφωνίας και έντονης δυσπιστίας για τους χειρισμούς της ηγετικής ομάδας της κυβέρνησης στην υπόθεση Novartis ενισχύθηκε μετά την κοινοβουλευτική ήττα που υπέστη ο ΣΥΡΙΖΑ κατά τη συζήτηση στη Βουλή. Βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ στους διαδρόμους της Βουλής έκαναν λόγο για κοινοβουλευτική ήττα της κυβέρνησης, την οποία μάλιστα δεν περίμεναν, καθώς θεωρούσαν ότι τα στελέχη του Μαξίμου και της κυβέρνησης κάτι θα είχαν στα χέρια τους για να μη μείνουν αναπάντητα τα πολλά και καθοριστικά ερωτήματα που έθεσαν οι φερόμενοι ως εμπλεκόμενοι αλλά και άλλοι ομιλητές από την αντιπολίτευση.

Ελεγαν ότι όλοι όσοι τοποθετήθηκαν από την πλευρά της πλειοψηφίας, μηδέ εξαιρουμένου του πρωθυπουργού, πέρασαν κάτω από τον πήχυ που είχαν βάλει δηλώσεις όπως του κ. Παπαγγελόπουλου για «το μεγαλύτερο σκάνδαλο στην ελληνική πολιτική ιστορία» και διαρροές για μίζες, βαλίτσες με χρήματα σε πολιτικούς κ.λπ.

Έλεγαν ότι «μούδιασαν» όταν άκουσαν τον πρωθυπουργό να εγκαλεί την αντιπολίτευση για πολιτικές ευθύνες και να υποβιβάζει το ζήτημα των ποινικών ευθυνών, καθώς -όπως έλεγαν- η προανακριτική αναζητά ποινικές ευθύνες και «πάγωσαν» όταν άκουσαν τον υπουργό Εμπορικής Ναυτιλίας Παναγιώτη Κουρουμπλή να ζητά το λόγο επί προσωπικού για να πει ότι «οι υπουργοί δεν καθόριζαν και δεν αποφάσιζαν για τις τιμές των φαρμάκων». Ειδικά για το επιχείρημα περί «ανάληψης πολιτικής ευθύνης ενός υπαρκτού σκανδάλου», που χρησιμοποίησαν τόσο ο κ. Τσίπρας όσο και ο κ. Πολάκης κατά τις ομιλίες τους, λένε ότι δύσκολα μπορεί να σταθεί τώρα που βγαίνουν στοιχεία ότι η Novartis συνέχισε τις πρακτικές της και κατά την περίοδο Ιανουαρίου 2016-Ιανουαρίου 2017.

Ελεγαν επίσης ότι δεν κατάφεραν να καταλάβουν ποια τακτική υπαγόρευσε την απόφαση ο υπουργός Υγείας Ανδρέας Ξανθός να μιλήσει τελευταίος, όταν ο αναπληρωτής υπουργός Υγείας Παύλος Πολάκης «αλληλοεξουδετερώθηκε με τον αντιπρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας Αδ. Γεωργιάδη και δεν κατάφερε να σηκώσει το βάρος της κυβερνητικής επιχειρηματολογίας».

Σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες από κοινοβουλευτικές πηγές του ΣΥΡΙΖΑ, υπήρξε έντονη κινητικότητα στο πρωθυπουργικό επιτελείο μετά την ομιλία Βενιζέλου. Αρχικά υπήρχε η πρόθεση να υπάρξουν απαντήσεις από τον αναπληρωτή υπουργό Δικαιοσύνης Δημήτρη Παπαγγελόπουλο στα ερωτήματα που έθεσε ο κ. Βενιζέλος και αφορούσαν στη διαδικασία που ακολουθήθηκε και τις αιχμές για «στήσιμο» της έρευνας από την κυβέρνηση. Μετά από μία μίνι σύσκεψη, η ιδέα εγκαταλείφθηκε και τα ερωτήματα Βενιζέλου, που καθόρισαν σε σημαντικό βαθμό τη συζήτηση, έμειναν αναπάντητα.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΜΠΟΥΡΑΚΗΣ

jkampourakis@e-typos.com

Από την έντυπη έκδοση του Ελεύθερου Τύπου της Κυριακής

Δημοφιλή